Στο τραπέζι των συζητήσεων έχουν καθίσει η
Σαουδική Αραβία και η
Συρία με αντικείμενο την πιθανή αποστολή συριακών στρατευμάτων στην
Υεμένη, προκειμένου να ενισχύσουν την αντεπίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων της χώρας εναντίον των
Χούθι, σύμφωνα με τρεις Αμερικανούς αξιωματούχους, τους οποίος επικαλείται το Axios.
Ο πρόεδρος της Συρίας Αχμέντ αλ Σάρα φέρεται να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο, λένε οι ίδιες πηγές, χωρίς ωστόσο να έχει λάβει ακόμη οριστική απόφαση.
Οι σχετικές συνομιλίες διεξάγονται κυρίως μεταξύ Ριάντ και Δαμασκού, ωστόσο τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και η Συρία έχουν ενημερώσει σχετικά την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δεν αντιτίθεται επί της αρχής σε μια τέτοια κίνηση.
Η πιθανή ανάπτυξη συριακών δυνάμεων, πάντως, θα μπορούσε να προσθέσει ακόμη μία θρησκευτική διάσταση στη σύγκρουση της Υεμένης και να οξύνει περαιτέρω τον πόλεμο. Στις δυνάμεις που εξετάζεται να σταλούν, ενδέχεται να περιλαμβάνονται και σουνίτες ισλαμιστές ξένοι μαχητές, οι οποίοι είχαν πολεμήσει στη Συρία εναντίον του καθεστώτος του Μπασάρ αλ Άσαντ. Στην Υεμένη θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τους Χούθι, οι οποίοι ακολουθούν τον ζαϊντισμό, κλάδο του σιιτικού Ισλάμ.
Η μεγάλη επιχείρηση κατά των Χούθι
Οι δυνάμεις της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης, με την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας, εξαπέλυσαν το σαββατοκύριακο μεγάλης κλίμακας χερσαία επιχείρηση εναντίον των Χούθι, ενώ στις αρχές της εβδομάδας ξεκίνησαν και αεροπορικές επιδρομές.
Στόχος είναι η ανακατάληψη εδαφών που βρίσκονται υπό τον έλεγχο των ανταρτών, μεταξύ των οποίων η πρωτεύουσα Σαναά και το στρατηγικής σημασίας στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό.
Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, το θέμα της αποστολής συριακών στρατευμάτων συζητήθηκε και κατά τη συνάντηση του πρίγκιπα διαδόχου της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν με τον Αχμέντ αλ Σάρα στο Ριάντ νωρίτερα αυτή την εβδομάδα.
Οι Σαουδάραβες επιδιώκουν τη συμμετοχή των συριακών δυνάμεων προκειμένου να ενισχύσουν τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, οι οποίες θεωρείται πως υστερούν σε εκπαίδευση συγκριτικά με τους Χούθι.
Αν και ο Σύρος πρόεδρος δεν έχει ακόμη εγκρίνει το σχέδιο, Αμερικανός αξιωματούχος εκτίμησε ότι είναι πολύ πιθανό να αποδεχθεί τελικά το σαουδαραβικό αίτημα.
Στο τραπέζι αποστολή έως 20.000 στρατιωτών
Πηγή με γνώση των συνομιλιών ανέφερε ότι η Συρία θα μπορούσε να στείλει από 10.000 έως 20.000 στρατιώτες στην Υεμένη.
Μεταξύ των μονάδων που εξετάζονται προς αποστολή, φέρονται να είναι η 90ή Μεραρχία, η οποία βρίσκεται κοντά στη Δαμασκό, καθώς και η 84η Μεραρχία, που έχει βάση στη νότια Συρία, κοντά στη Σουέιντα.
Η 84η Μεραρχία περιλαμβάνει χιλιάδες ξένους ισλαμιστές μαχητές που είχαν μεταβεί στη Συρία κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου για να πολεμήσουν εναντίον του καθεστώτος Άσαντ, υπό την ομπρέλα της ανταρτικής οργάνωσης HTS.
Σύμφωνα με δύο Αμερικανούς αξιωματούχους, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, η CENTCOM, έχει ήδη συμμετάσχει σε διαβουλεύσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να αναπτυχθούν συριακές δυνάμεις στην Υεμένη.
Ο Λευκός Οίκος και η CENTCOM αρνήθηκαν να σχολιάσουν τις παραπάνω διαβουλεύσεις, ενώ δεν υπήρξε άμεση απάντηση ούτε από τη σαουδαραβική πρεσβεία ούτε από το υπουργείο Εξωτερικών της Συρίας.
Γιατί η Ουάσινγκτον βλέπει θετικά το σχέδιο
Η αμερικανική πλευρά δεν αντιτίθεται στην ανάπτυξη συριακών δυνάμεων, καθώς μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να ενισχύσει την επιχείρηση που υποστηρίζει η Σαουδική Αραβία χωρίς να χρειαστεί βαθύτερη στρατιωτική εμπλοκή των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ θεωρούν επίσης ότι μια τέτοια ανάπτυξη θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνεργασία ανάμεσα σε δύο συμμάχους της Ουάσινγκτον, τη Σαουδική Αραβία και τη Συρία.
Πάνω από 200.000 εκτοπισμένοι
Την ίδια ώρα, η νέα κλιμάκωση των μαχών επιδεινώνει δραματικά την ανθρωπιστική κρίση στην Υεμένη.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, 201.217 άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους από την έναρξη των νέων συγκρούσεων. Ο αριθμός αυξάνεται καθημερινά, ενώ οι ανθρωπιστικές ανάγκες διογκώνονται την ώρα που τα διαθέσιμα κονδύλια μειώνονται.
«Οι άνθρωποι τρέχουν για να σώσουν τη ζωή τους και δεν βρίσκουν πουθενά ασφαλές μέρος», δήλωσε η γενική διευθύντρια του ΔΟΜ, Έιμι Πόουπ. Όπως τόνισε, οι εκτοπισμένοι χρειάζονται άμεσα στέγη, τροφή και ασφάλεια, ενώ οι ανθρωπιστικές οργανώσεις δεν διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους για να ανταποκριθούν στην έκταση της κρίσης.
Εκρηκτική αύξηση των εκτοπισμένων μέσα σε λίγες εβδομάδες
Στα μέσα Σεπτεμβρίου, ο μηχανισμός παρακολούθησης εκτοπισμών του ΔΟΜ είχε καταγράψει περίπου 76.000 εκτοπισμένους. Μέχρι το τέλος του μήνα ο αριθμός είχε ξεπεράσει τις 145.000, ενώ πλέον έχει φθάσει τους 201.217 ανθρώπους, που αντιστοιχούν σε 33.776 νοικοκυριά. Από αυτούς, οι 197.755 έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους μετά την 1η Σεπτεμβρίου.
Οι εκτοπισμοί καταγράφονται πλέον σε δέκα επαρχίες της Υεμένης. Η Ταΐζ έχει πληγεί περισσότερο, με 114.708 εκτοπισμένους, δηλαδή το 57% του συνόλου. Ακολουθούν η Λαχτζ με 42.264 ανθρώπους, το Άντεν με 20.814, η Αμπιάν με 9.030 και η Χοντέιντα με 8.244.
Μικρότεροι αριθμοί καταγράφονται στη Χαντραμάουτ, τη Σάμπουα, τη Μαρίμπ, την Αλ Μαχρά και την Αλ Ντάλι.
Χιλιάδες διαφεύγουν διά θαλάσσης στο Τζιμπουτί
Η κρίση έχει πλέον ξεπεράσει και τα σύνορα της Υεμένης.
Περισσότεροι από 3.700 άνθρωποι έχουν διαφύγει διά θαλάσσης προς το Τζιμπουτί, φθάνοντας εξαντλημένοι με υπερφορτωμένα σκάφη και ελάχιστα αποθέματα τροφής και νερού.
Οι περισσότερες οικογένειες εγκαταλείπουν τα σπίτια τους σχεδόν χωρίς υπάρχοντα, πολλές φορές μέσα στη νύχτα. Η πλειονότητα των εκτοπισμένων είναι γυναίκες και παιδιά.
Για πολλές από αυτές τις οικογένειες δεν είναι η πρώτη φορά που αναγκάζονται να φύγουν. Η Υεμένη βιώνει περισσότερα από 12 χρόνια συγκρούσεων και αρκετοί άνθρωποι που είχαν ήδη ξαναχτίσει μία ή και δύο φορές τη ζωή τους βλέπουν τώρα να χάνουν τα πάντα ξανά.
Μόλις στο 20% η χρηματοδότηση της ανθρωπιστικής βοήθειας
Σύμφωνα με τον ΔΟΜ, η στέγαση αποτελεί την πιο επείγουσα ανάγκη για το 35% των εκτοπισμένων. Ακολουθεί η τροφή με 33%, η οικονομική βοήθεια με 22%, ενώ ένας στους δέκα δηλώνει ότι η προστασία αποτελεί τη βασικότερη ανάγκη του.
Πολλές οικογένειες ζουν πλέον σε πρόχειρα καταλύματα ή φιλοξενούνται από συγγενείς και γείτονες, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις ήδη ευάλωτες τοπικές κοινότητες.
Το σχέδιο ανθρωπιστικής βοήθειας για την Υεμένη είναι χρηματοδοτημένο μόλις κατά 20%, ενώ τα αποθέματα έκτακτης ανάγκης εξαντλούνται.