Τι κερδίζουν πραγματικά οι ΗΠΑ στη Γροιλανδία με το deal του Τραμπ: Από στρατιωτική πρόσβαση σε γεωπολιτικό «κλείδωμα»

Από τη συμφωνία του 1951 στη νέα εποχή ανταγωνισμού των ΗΠΑ με Κίνα και Ρωσία - Οι βάσεις, οι κρίσιμες πρώτες ύλες και το Golden Dome

Η νέα συμφωνία για τη Γροιλανδία παρουσιάστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ ως μια ιστορική παραχώρηση που εξασφαλίζει στις Ηνωμένες Πολιτείες «μόνιμο έλεγχο» της ασφάλειας του μεγαλύτερου νησιού στον κόσμο. Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη. Η Ουάσιγκτον δεν αποκτά την κυριαρχία της Γροιλανδίας, ούτε η Γροιλανδία μετατρέπεται σε αμερικανικό έδαφος. Αποκτά όμως ένα ενισχυμένο και μακροχρόνιο στρατηγικό καθεστώς, το οποίο δεν περιορίζεται πλέον στην παρουσία αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων. Επεκτείνεται στην αποτροπή στρατιωτικής παρουσίας τρίτων χωρών, στον έλεγχο ευαίσθητων ξένων επενδύσεων και δυνητικά στην ενσωμάτωση του νησιού στη νέα αμερικανική αντιπυραυλική αρχιτεκτονική.

Για να γίνει αντιληπτή η πραγματική σημασία της συμφωνίας, πρέπει να ξεκαθαριστεί πρώτα τι ακριβώς είχαν ήδη οι ΗΠΑ στη Γροιλανδία. Διότι ένα σημαντικό μέρος των στρατιωτικών δικαιωμάτων που εμφανίζονται σήμερα ως καινούργια υπάρχει εδώ και 75 χρόνια.

Η συμφωνία που ισχύει δεν είναι του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου


Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία άρχισε πράγματι κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η συμφωνία όμως που αποτελεί μέχρι σήμερα τον βασικό νομικό πυλώνα της αμερικανικής παρουσίας υπογράφηκε στις 27 Απριλίου 1951, δύο χρόνια μετά τη δημιουργία του NATO, μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δανίας.

Η συμφωνία εκείνη έδινε στην Ουάσιγκτον εξαιρετικά ευρείες δυνατότητες. Η Δανία και οι ΗΠΑ μπορούσαν να συμφωνούν στη δημιουργία «αμυντικών περιοχών» στη Γροιλανδία και, μέσα σε αυτές, οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις είχαν τη δυνατότητα να κατασκευάζουν και να λειτουργούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, να δημιουργούν υποδομές επικοινωνιών και μετεωρολογικής υποστήριξης, να αποθηκεύουν υλικό και εφόδια και να σταθμεύουν προσωπικό.

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν δικαιώματα μετακίνησης μεταξύ αυτών των περιοχών μέσω του εδάφους, του εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων της Γροιλανδίας. Αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη μπορούσαν να πραγματοποιούν υπερπτήσεις και προσγειώσεις υπό τους όρους της συμφωνίας.

Με άλλα λόγια, η εικόνα μιας Αμερικής που μέχρι σήμερα είχε πρόσβαση μόνο σε μία απομονωμένη βάση και τώρα αποκτά για πρώτη φορά στρατιωτική πρόσβαση στη Γροιλανδία δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό καθεστώς. Οι ΗΠΑ είχαν ήδη από το 1951 ένα εξαιρετικά ευρύ πλαίσιο στρατιωτικής δραστηριότητας στο νησί.

Από τον Ψυχρό Πόλεμο στην Pituffik


Στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου η αμερικανική παρουσία ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή. Η γεωγραφία εξηγεί το γιατί. Η Γροιλανδία βρίσκεται πάνω στις βόρειες διαδρομές που συνδέουν τη Ρωσία με τη Βόρεια Αμερική και αποτελεί ιδανικό σημείο για συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης έναντι βαλλιστικών πυραύλων.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η παρουσία αυτή περιορίστηκε δραστικά. Το 2004 η συμφωνία του Igaliku τροποποίησε το πλαίσιο του 1951 και όρισε ότι η τότε Thule Air Base – η σημερινή Pituffik Space Base – αποτελούσε τη μοναδική ενεργή αμυντική περιοχή των ΗΠΑ στη Γροιλανδία.

Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία. Η συμφωνία του 2004 δεν απαγόρευσε τη δημιουργία νέων αμερικανικών αμυντικών περιοχών. Διατήρησε τον μηχανισμό του 1951, σύμφωνα με τον οποίο νέες περιοχές μπορούσαν να δημιουργηθούν κατόπιν συμφωνίας των εμπλεκόμενων πλευρών.

Παράλληλα, το 2004 ενισχύθηκε ο θεσμικός ρόλος της ίδιας της Γροιλανδίας. Οι ΗΠΑ δεσμεύθηκαν να ενημερώνουν και να διαβουλεύονται με τη Δανία και τη γροιλανδική κυβέρνηση πριν από σημαντικές αλλαγές στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή στις εγκαταστάσεις τους.

Αυτό είναι καθοριστικό για να κατανοήσουμε τη σημερινή συμφωνία. Η Ουάσιγκτον είχε ήδη τη δυνατότητα να αυξήσει τη στρατιωτική παρουσία της. Δεν είχε όμως δικαίωμα να το πράξει μονομερώς.

Τι προσθέτει πραγματικά η νέα συμφωνία


Η νέα συμφωνία δεν καταργεί τη δανική κυριαρχία. Αντιθέτως, το νέο πλαίσιο επαναβεβαιώνει την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα του Βασιλείου της Δανίας, όπως και το δικαίωμα των Γροιλανδών στην αυτοδιάθεση.

Οι ΗΠΑ όμως εξασφαλίζουν μακροχρόνια δικαιώματα στρατιωτικής πρόσβασης, εγκατάστασης δυνάμεων και υπερπτήσεων και ανοίγει ο δρόμος για σημαντική αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Ο αριθμός και η μορφή των νέων εγκαταστάσεων δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί.

Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί επανάσταση σε σχέση με το 1951. Η πραγματικά σημαντική αλλαγή βρίσκεται σε ένα διαφορετικό επίπεδο: η νέα συμφωνία δεν καθορίζει μόνο τι μπορούν να κάνουν οι ΗΠΑ στη Γροιλανδία. Επιχειρεί να καθορίσει και τι δεν θα μπορούν να κάνουν εκεί οι στρατηγικοί ανταγωνιστές τους.

Η πόρτα κλείνει για Κίνα και Ρωσία


Το νέο καθεστώς προβλέπει ότι χώρες εκτός NATO δεν θα μπορούν να δημιουργήσουν στρατιωτικές βάσεις ή αντίστοιχη στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία. Η στόχευση είναι σαφής και αφορά πρωτίστως τη Ρωσία και την Κίνα. Αυτό δεν υπήρχε με την ίδια μορφή στη συμφωνία του 1951.

Η παλαιά συμφωνία δημιουργήθηκε για να επιτρέψει στις ΗΠΑ και στις δυνάμεις του NATO να χρησιμοποιούν τη Γροιλανδία για την άμυνα του Βόρειου Ατλαντικού. Δεν δημιουργούσε όμως ένα συνολικό καθεστώς με το οποίο η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αποκλείσει στρατιωτικά ή οικονομικά τρίτες δυνάμεις από ολόκληρο το νησί.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Το 1951 η λογική ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να χρησιμοποιούν τη Γροιλανδία για την κοινή άμυνα. Το 2026 προστίθεται ουσιαστικά ένας δεύτερος άξονας: η Γροιλανδία δεν πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από στρατηγικούς ανταγωνιστές των ΗΠΑ. Από μια συμφωνία στρατιωτικής πρόσβασης περνάμε επομένως σε ένα ευρύτερο σύστημα γεωπολιτικού αποκλεισμού.

Το μεγαλύτερο ερωτηματικό είναι οι επενδύσεις

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η νέα αρχιτεκτονική δεν σταματά στις στρατιωτικές βάσεις. Προβλέπονται περιορισμοί στις ευαίσθητες επενδύσεις κρατών που θεωρούνται στρατηγικοί ανταγωνιστές των ΗΠΑ.

Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι τέτοιες επενδύσεις από χώρες εκτός NATO θα χρειάζονται αμερικανική έγκριση. Εάν η συγκεκριμένη εξουσία αποτυπώνεται πράγματι με αυτό το εύρος στο τελικό νομικό κείμενο, τότε πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες παραχωρήσεις προς την Ουάσιγκτον.

Και αυτό επειδή η Γροιλανδία δεν ενδιαφέρει τις μεγάλες δυνάμεις μόνο για τη γεωγραφική της θέση. Διαθέτει σημαντικό ορυκτό πλούτο και κρίσιμες πρώτες ύλες, ενώ η υποχώρηση των πάγων και η αυξανόμενη δραστηριότητα στην Αρκτική ενισχύουν τη στρατηγική αξία λιμανιών, αεροδρομίων, τηλεπικοινωνιών και ενεργειακών υποδομών.

Ένα αμερικανικό δικαίωμα παρέμβασης στις επενδύσεις αυτών των τομέων θα ήταν κάτι πολύ διαφορετικό από τη συμφωνία του 1951. Εκείνη ήταν πρωτίστως αμυντική συμφωνία. Το νέο πλαίσιο αγγίζει πλέον και την οικονομική ασφάλεια της Γροιλανδίας.
Χρειάζεται ωστόσο προσοχή. Το πλήρες νομικό κείμενο δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί και η Κοπεγχάγη και το Νουούκ δεν έχουν υιοθετήσει όλες τις διατυπώσεις που χρησιμοποιεί ο Τραμπ για το εύρος του αμερικανικού ελέγχου. Επομένως, άλλο είναι η πολιτική περιγραφή του Λευκού Οίκου και άλλο τι θα προβλέπει τελικά η δεσμευτική συμφωνία.

Η Γροιλανδία και το Golden Dome


Ένας ακόμη παράγοντας εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιδίωξε ένα νέο πλαίσιο αντί να αρκεστεί στη συμφωνία του 1951: το Golden Dome.

Η Γροιλανδία αποτελεί σχεδόν ιδανικό γεωγραφικό σημείο για την αμερικανική αντιπυραυλική άμυνα. Η Pituffik ήδη φιλοξενεί κρίσιμες δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης και διαστημικής επιτήρησης. Μια μεγαλύτερη αμερικανική παρουσία θα μπορούσε να σημαίνει πρόσθετα ραντάρ, αισθητήρες, συστήματα επικοινωνιών και άλλες υποδομές συνδεδεμένες με τη νέα αντιπυραυλική αρχιτεκτονική των ΗΠΑ.

Η Γροιλανδία, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως μια προκεχωρημένη βάση στην Αρκτική. Μπορεί να αποτελέσει έναν από τους βόρειους κόμβους ενός πολύ μεγαλύτερου συστήματος προστασίας της αμερικανικής επικράτειας.

Τι σημαίνει ο «μόνιμος έλεγχος» που επικαλείται ο Τραμπ


Η μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ Ουάσιγκτον και Κοπεγχάγης βρίσκεται ίσως στη γλώσσα που χρησιμοποιούν για να περιγράψουν το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Τραμπ μιλά για «μόνιμο έλεγχο» της ασφάλειας της Γροιλανδίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Δανία και η Γροιλανδία περιγράφουν τη συμφωνία ως ενίσχυση της συνεργασίας για την ασφάλεια της Αρκτικής και του Βόρειου Ατλαντικού, επιμένοντας ότι η κυριαρχία παραμένει αμετάβλητη. Οι δύο έννοιες δεν είναι ταυτόσημες.

Οι ΗΠΑ μπορεί να αποκτούν πολύ μεγαλύτερη επιχειρησιακή ελευθερία και εξαιρετικά ισχυρό λόγο για το ποιος άλλος μπορεί να αποκτήσει στρατηγική παρουσία στη Γροιλανδία. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με μεταβίβαση της κυριαρχίας. Η ακριβής έκταση των αμερικανικών εξουσιών θα μπορεί να αποτιμηθεί οριστικά μόνο όταν δημοσιοποιηθεί το πλήρες κείμενο.

Η πρόβλεψη που κοιτάζει πέρα από τη Δανία


Υπάρχει τέλος μία διάσταση με μακροπρόθεσμη σημασία: η νέα διευθέτηση έχει σχεδιαστεί ώστε να συνεχίσει να δεσμεύει τη Γροιλανδία ακόμη και σε περίπτωση που το νησί αποκτήσει κάποτε πλήρη ανεξαρτησία από τη Δανία.

Η σημασία αυτής της πρόβλεψης είναι μεγάλη. Η συμφωνία του 1951 δημιουργήθηκε μεταξύ ΗΠΑ και Βασιλείου της Δανίας μέσα στο πλαίσιο του NATO. Το 2004 η Γροιλανδία απέκτησε πολύ ισχυρότερο θεσμικό ρόλο. Τώρα η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εξασφαλίσει ότι μια πιθανή μελλοντική αλλαγή του συνταγματικού καθεστώτος του νησιού δεν θα ανατρέψει την αμερικανική στρατηγική παρουσία.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες το ζητούμενο είναι σαφές: ακόμη και μια ανεξάρτητη Γροιλανδία να παραμείνει ενταγμένη στη δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας και να μην υπάρξει στο μέλλον ένα παράθυρο μέσω του οποίου η Κίνα ή η Ρωσία θα μπορούσαν να αποκτήσουν στρατιωτικό ή στρατηγικό οικονομικό αποτύπωμα στο νησί.

Από στρατιωτική πρόσβαση σε γεωπολιτικό «κλείδωμα»


Αν αφαιρεθεί η πολιτική ρητορική, η διαφορά ανάμεσα στο 1951 και το 2026 γίνεται αρκετά καθαρή.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονταν μια νέα συμφωνία απλώς για να έχουν στρατό στη Γροιλανδία. Αυτό το δικαίωμα το είχαν εδώ και δεκαετίες. Είχαν δυνατότητα εγκαταστάσεων, υπερπτήσεων, μετακινήσεων και, κατόπιν συμφωνίας, δημιουργίας νέων αμυντικών περιοχών. Αυτό που επιδιώκουν τώρα είναι ευρύτερο.

Η συμφωνία του 1951 απαντούσε στο ερώτημα πώς μπορούν οι ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν τη Γροιλανδία για την άμυνα του Βόρειου Ατλαντικού. Η νέα συμφωνία επιχειρεί να απαντήσει και σε ένα δεύτερο: πώς θα εξασφαλιστεί ότι η Κίνα, η Ρωσία ή άλλη ανταγωνιστική δύναμη δεν θα αποκτήσει στο μέλλον στρατηγικό έρεισμα στο νησί.

Γι' αυτό και η νέα συμφωνία δεν αποτελεί αντικατάσταση εκείνης του 1951. Είναι περισσότερο η προσαρμογή και επέκτασή της σε έναν διαφορετικό κόσμο: στην εποχή του ανταγωνισμού ΗΠΑ–Κίνας–Ρωσίας, του Golden Dome, των κρίσιμων ορυκτών και μιας Αρκτικής που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατιωτική και οικονομική σημασία.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr