Γιατί η Σαουδική Αραβία επενδύει στα πυρηνικά ενώ «κολυμπά» στο πετρέλαιο: Τι κρύβεται πίσω από τη συμφωνία με τις ΗΠΑ

Το σημαντικό σημείο της συμφωνίας δεν είναι η κατασκευή αμερικανικών αντιδραστήρων στη Σαουδική Αραβία, αλλά η προοπτική να αποκτήσει το βασίλειο δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου και επανεπεξεργασίας πυρηνικών αποβλήτων

Η συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που υπέγραψαν εχθές οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία δεν αποτελεί απλώς ένα μεγάλο ενεργειακό συμβόλαιο. Είναι μία συμφωνία που μπορεί να αλλάξει την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή, να επανακαθορίσει τη σχέση του Ριάντ με την Ουάσιγκτον και να δημιουργήσει ένα νέο προηγούμενο στο διεθνές καθεστώς μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

Το σημαντικό σημείο της συμφωνίας δεν είναι η κατασκευή αμερικανικών αντιδραστήρων στη Σαουδική Αραβία. Είναι η προοπτική να αποκτήσει το βασίλειο δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου και επανεπεξεργασίας πυρηνικών αποβλήτων στο έδαφός του.

Πρόκειται για τεχνολογίες διπλής χρήσης: μπορούν να εξυπηρετήσουν ένα απολύτως νόμιμο πρόγραμμα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά παράλληλα δημιουργούν την τεχνική βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε μελλοντικά να οικοδομηθεί ένα στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Η συμφωνία, γνωστή ως «123 Agreement», έχει χρονικό ορίζοντα περίπου 30 ετών και θα υποβληθεί στο Κογκρέσο, το οποίο μέσα σε 90 ημέρες συνεδριάσεων θα επιχειρήσει να την εμποδίσει. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν απαιτεί από τη Σαουδική Αραβία να εφαρμόσει το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, το οποίο επιτρέπει αυστηρότερες επιθεωρήσεις και πρόσβαση ακόμη και σε μη δηλωμένες εγκαταστάσεις.

Η πυρηνική ενέργεια ως ασφάλεια απέναντι στο Ιράν

Το σημαντικότερο στρατηγικό κίνητρο του Ριάντ δεν είναι δεδομένα ενεργειακό, είναι το Ιράν. Η Σαουδική Αραβία δεν αντιμετωπίζει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα μόνο ως ζήτημα στρατιωτικής απειλής. Το βλέπει ως μηχανισμό πολιτικής πίεσης και περιφερειακής αναβάθμισης της Τεχεράνης. Ακόμη και χωρίς την κατασκευή πυρηνικού όπλου, μία χώρα που διαθέτει προηγμένες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, τεχνική γνώση και επαρκές πυρηνικό υλικό αποκτά διαφορετικό γεωπολιτικό βάρος. Αυτό ακριβώς επιδιώκει να πετύχει και η Σαουδική Αραβία.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα επιδιώξει να κάνει το ίδιο. Η διατύπωση αυτή δεν σημαίνει ότι το Ριάντ έχει ήδη αποφασίσει να κατασκευάσει βόμβα. Σημαίνει όμως ότι θέλει να έχει διαθέσιμες τις τεχνολογικές, διπλωματικές και βιομηχανικές επιλογές που θα του επιτρέψουν να αντιδράσει εάν αλλάξουν οι συνθήκες.

Η σαουδαραβική στρατηγική μπορεί επομένως να περιγραφεί ως προσπάθεια απόκτησης «πυρηνικής προαίρεσης»: όχι ενός άμεσου οπλοστασίου, αλλά της δυνατότητας να μειωθεί ο χρόνος που θα χρειαζόταν για να δημιουργηθεί ένα τέτοιο οπλοστάσιο σε περίπτωση κρίσης. Το Ριάντ θέλει να αποφύγει ένα μέλλον στο οποίο το Ιράν θα διαθέτει προηγμένες πυρηνικές δυνατότητες, ενώ η Σαουδική Αραβία θα εξαρτάται αποκλειστικά από πολιτικές διαβεβαιώσεις τρίτων χωρών. Η κατοχή εγχώριων υποδομών εμπλουτισμού θα του πρόσφερε όχι μόνο τεχνογνωσία, αλλά και μία μορφή αποτροπής μέσω αβεβαιότητας.

Από την αμερικανική προστασία στη στρατηγική αυτονομία

Για δεκαετίες, η σαουδαραβική ασφάλεια στηριζόταν σε μία σχετικά απλή ανταλλαγή: σταθερή πρόσβαση της Δύσης στο πετρέλαιο με αντάλλαγμα αμερικανική στρατιωτική προστασία. Η σχέση αυτή δεν έχει καταρρεύσει, αλλά έχει πάψει να θεωρείται αυτονόητη.

Οι σαουδαραβικές ηγεσίες παρακολούθησαν τις μεταβολές της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, τις προσπάθειες περιορισμού της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ, τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν και τις κατά καιρούς εντάσεις στις σχέσεις Ουάσιγκτον–Ριάντ.

Το συμπέρασμα του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν είναι ότι οι εξωτερικές εγγυήσεις παραμένουν χρήσιμες, αλλά δεν αρκούν.

Το πυρηνικό πρόγραμμα εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Η Σαουδική Αραβία δεν επιδιώκει να απομακρυνθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιδιώκει να γίνει λιγότερο εξαρτημένη από οποιαδήποτε μελλοντική αμερικανική κυβέρνηση. Η απόκτηση προηγμένης πυρηνικής τεχνολογίας θα της δώσει ένα επιπλέον διαπραγματευτικό εργαλείο.

Σε μία μελλοντική κρίση, το Ριάντ θα μπορεί να ζητεί ισχυρότερες εγγυήσεις ασφαλείας, προηγμένα οπλικά συστήματα ή μεγαλύτερη πολιτική υποστήριξη, γνωρίζοντας ότι η Ουάσιγκτον θα θέλει να αποτρέψει οποιαδήποτε μετατροπή του πολιτικού προγράμματος σε στρατιωτικό. Με άλλα λόγια, η ίδια η δυνατότητα εμπλουτισμού μπορεί να μετατραπεί σε μοχλό πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το αμερικανικό δίλημμα: έλεγχος ή αποκλεισμός

Από την πλευρά της Ουάσιγκτον, η συμφωνία στηρίζεται σε έναν δύσκολο υπολογισμό. Η Σαουδική Αραβία είχε καταστήσει σαφές ότι, εάν δεν εξασφάλιζε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, θα μπορούσε να στραφεί προς την Κίνα, τη Ρωσία, τη Γαλλία ή τη Νότια Κορέα.

Το Ριάντ είχε ήδη αναπτύξει πυρηνικές συνεργασίες και επαφές με αρκετές από αυτές τις χώρες, ενώ στο παρελθόν είχε προσκαλέσει κινεζικές, γαλλικές, νοτιοκορεατικές και ρωσικές εταιρείες να συμμετάσχουν στον σχεδιασμό του πρώτου μεγάλου πυρηνικού σταθμού του. Η αμερικανική κυβέρνηση βρέθηκε έτσι μπροστά σε δύο επιλογές.

Η πρώτη ήταν να επιμείνει σε απόλυτη απαγόρευση του εγχώριου εμπλουτισμού, όπως είχε πράξει στη συμφωνία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η δεύτερη ήταν να δεχθεί ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο, με την ελπίδα ότι η αμερικανική συμμετοχή θα επιτρέψει μεγαλύτερο τεχνικό και πολιτικό έλεγχο από ό,τι μία σαουδαραβική συνεργασία με το Πεκίνο ή τη Μόσχα.

Η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε τη δεύτερη οδό.

Η λογική είναι ότι ένα σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα που θα στηρίζεται σε αμερικανικούς αντιδραστήρες, αμερικανικές εταιρείες και διμερείς μηχανισμούς ασφαλείας είναι προτιμότερο από ένα πρόγραμμα που θα αναπτυχθεί εκτός αμερικανικής επιρροής. Η συμφωνία μπορεί να αποφέρει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική πυρηνική βιομηχανία, με τη Westinghouse να αναμένεται να διεκδικήσει κεντρικό ρόλο στην κατασκευή αντιδραστήρων.

Πρόκειται, όμως, για επιλογή με σοβαρό κόστος. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να αποδέχεται για έναν στενό εταίρο τεχνολογίες τις οποίες επί χρόνια παρουσίαζε ως εξαιρετικά επικίνδυνες όταν τις ανέπτυσσε το Ιράν.

Η ενέργεια ως μέσο ισχύος

Το σαουδαραβικό ενδιαφέρον δεν είναι αποκλειστικά στρατιωτικό. Το βασίλειο χρειάζεται πράγματι νέες πηγές ενέργειας αλλά κυρίως για να μην «πειράξει» το εξαγώγιμο προϊόν της. Η οικονομική και τεχνολογική στρατηγική του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν προϋποθέτει τεράστια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Νέες πόλεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, μονάδες αφαλάτωσης, ψηφιακές υποδομές και κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ζήτηση που δεν μπορεί να καλύπτεται επ’ αόριστον μόνο από πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

Η χρήση πυρηνικής ενέργειας θα επέτρεπε στη Σαουδική Αραβία να περιορίσει την κατανάλωση υδρογονανθράκων για την εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή και να διαθέτει μεγαλύτερες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου για εξαγωγή. Ταυτόχρονα, θα προσέφερε σταθερή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, ανεξάρτητη από τις μεταβολές της ηλιοφάνειας και του ανέμου. Η πυρηνική ενέργεια εντάσσεται επομένως στο Vision 2030 όχι απλώς ως «πράσινη» επιλογή, αλλά ως υποδομή οικονομικής ισχύος.

Το σαουδαραβικό πρόγραμμα προβλέπει ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας, εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων ουρανίου και συμμετοχή σε ολόκληρο τον κύκλο του πυρηνικού καυσίμου. Η σαουδαραβική ηγεσία έχει δηλώσει ότι σκοπεύει όχι μόνο να εμπλουτίζει ουράνιο, αλλά ενδεχομένως και να το εξάγει.

Το κύρος της πυρηνικής τεχνολογίας

Για τη Σαουδική Αραβία, το πυρηνικό πρόγραμμα είναι επίσης σύμβολο μετάβασης από την οικονομία των πρώτων υλών σε μία χώρα υψηλής τεχνολογίας. Το Ριάντ δεν θέλει να παραμείνει απλώς ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου. Θέλει να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο τεχνολογίας, ενέργειας, επενδύσεων και άμυνας. Η δημιουργία πυρηνικών υποδομών απαιτεί πανεπιστήμια, εξειδικευμένο προσωπικό, ρυθμιστικές αρχές, ερευνητικά κέντρα και σύνθετη βιομηχανική βάση. Αυτή η διάσταση συνδέεται άμεσα με το προσωπικό πολιτικό σχέδιο του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.

Ο διάδοχος έχει οικοδομήσει τη νομιμοποίησή του πάνω στην υπόσχεση ότι θα μεταμορφώσει τη Σαουδική Αραβία σε σύγχρονη δύναμη. Ένα πυρηνικό πρόγραμμα προσφέρει τεχνολογικό κύρος, διεθνή αναγνώριση και την εικόνα μιας χώρας που δεν ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά επιχειρεί να τις διαμορφώσει.

Ο κίνδυνος του περιφερειακού προηγουμένου

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι ότι η Σαουδική Αραβία θα κατασκευάσει άμεσα πυρηνικό όπλο. Δεν υπάρχουν δημόσια στοιχεία που να δείχνουν ότι έχει ληφθεί μία τέτοια απόφαση. Ο κίνδυνος βρίσκεται στο προηγούμενο. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποδέχθηκαν να μην εμπλουτίζουν ουράνιο όταν υπέγραψαν τη δική τους συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν η Σαουδική Αραβία εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους, άλλες χώρες θα μπορούν να υποστηρίξουν ότι δικαιούνται τις ίδιες δυνατότητες.

Η Τουρκία, η Αίγυπτος ή ακόμη και κράτη με μικρότερες τεχνολογικές υποδομές ενδέχεται μελλοντικά να θεωρήσουν ότι η εγχώρια παραγωγή πυρηνικού καυσίμου αποτελεί αναγκαίο στοιχείο εθνικής κυριαρχίας. Η εξέλιξη αυτή δεν θα δημιουργούσε κατ’ ανάγκην μία Μέση Ανατολή γεμάτη πυρηνικά όπλα. Θα μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει μία περιοχή με πολλά κράτη που θα βρίσκονται κοντά στο πυρηνικό κατώφλι. Και σε μία περιοχή συχνών πολέμων, βαθιάς καχυποψίας και περιορισμένων μηχανισμών περιφερειακού ελέγχου, η εξάπλωση τέτοιων δυνατοτήτων αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών.

Μία συμφωνία για το μέλλον της σαουδαραβικής ισχύος

Το Ριάντ παρουσιάζει το πυρηνικό του πρόγραμμα ως εργαλείο ενεργειακής διαφοροποίησης και οικονομικού εκσυγχρονισμού. Αυτή η διάσταση είναι πραγματική, αλλά δεν εξηγεί από μόνη της την επιμονή της Σαουδικής Αραβίας στο δικαίωμα εμπλουτισμού. Το πυρηνικό καύσιμο μπορεί να αγοραστεί από το εξωτερικό, όπως πράττουν πολλές χώρες με πολιτικούς αντιδραστήρες. Η απαίτηση για εγχώριο εμπλουτισμό αποκτά νόημα όταν εξεταστεί μέσα από το πρίσμα της στρατηγικής αυτονομίας. Η Σαουδική Αραβία θέλει να διαθέτει περισσότερες επιλογές απέναντι στο Ιράν, μεγαλύτερη επιρροή στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και ισχυρότερη θέση στον ανταγωνισμό για την ηγεσία της Μέσης Ανατολής.

Θέλει παράλληλα να διατηρήσει ανοικτές τις σχέσεις της με την Κίνα και τη Ρωσία, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την πρόσβαση στην ανώτερη αμερικανική τεχνολογία και ασφάλεια. Η πυρηνική συμφωνία είναι, τελικά, μέρος μιας ευρύτερης σαουδαραβικής στρατηγικής: το βασίλειο δεν επιδιώκει απλώς να προετοιμαστεί για την εποχή μετά το πετρέλαιο. Επιδιώκει να γίνει ένα κράτος που κανένας αντίπαλος και κανένας σύμμαχος δεν θα μπορεί να θεωρεί δεδομένο.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr