Ο σκληρός ποινικός που, μετά από έναν φόνο, γύρισε στην Ελλάδα και έγινε μαφιόζος στήνοντας μια εγκληματική οργάνωση που τρομοκρατούσε την Μεσσηνία
Στις 29 Νοεμβρίου του 2011 ο 29χρονος τότε Halili Juliand που φέρει τα προσωνύμια «Τζουλιάνο» ή «Νίκο» φτάνει νωρίτερα για ένα προκαθορισμένο ραντεβού με τον Αλβανό Φελίμ Μεζάι, σε μια έρημη αγροτική περιοχή κοντά στο φράγμα του ποταμού Πάμισου στην Μεσσηνία.
Το μέρος είναι απομονωμένο, γεμάτο ψηλές καλαμιές και άφθονη λάσπη και ο Τζουλιάνο κρύβεται καλά κοντά στον δρόμο και περιμένει τον στόχο του κρατώντας ένα δίκαννο.
Όταν φτάνει το αυτοκίνητο ο Μεζάι σταματάει και περιμένει με τα φώτα αναμμένα τον υποτιθέμενο συνομιλητή του για να κλείσουν την οποία διαφωνία υπάρχει με το αφεντικό του Τζουλιάνο, τον περιώνυμο «Μπιλ ο Καναδός». Το συγκεκριμένο παρατσούκλι ανήκει στονΒασίλη Βαρελά -έναν σκληρό ποινικό- από την δεκαετία του ‘80, ο οποίος πέθανε την Πέμπτη στις φυλακές του Αγίου Στεφάνου.
Το απέκτησε όταν δούλευε σαν κασκαντέρ στα κινηματογραφικά πλατό του Χόλιγουντ, ντουμπλάροντας τον Τσακ Νόρις, αλλά αυτά ήταν πλέον παλιές ιστορίες για τον σκληρό της Greek Mafia εκείνο το κρύο βράδυ του Νοέμβρη. Τότε που διέταξε εκτός από την εκτέλεση του Μεζάι να σφάξουν και τον μικρό γιο του.
«Ας ψοφήσει το προβατάκι»
Ο Μεζάι έφτασε ανυποψίαστος στο ραντεβού και είναι τόσο σίγουρος ότι δεν κινδυνεύει που έχει μαζί του τον μόλις δυόμιση ετών γιο του Κέρι, οποίος κάθεται ήσυχος στο ειδικό καθισματάκι του στις πίσω θέσεις.
Ξέρει ότι έχει τσαντίσει πολύ τον Βαρελά, αφού διακινεί μόνος του ναρκωτικά στην Μεσσηνία ενώ διατηρεί και δεσμό με την πρώτην αρραβωνιαστικιά του φυλακισμένου κακοποιού.
Παρόλα αυτά πιστεύει ότι θα λύσει το ζήτημα που έχει προκύψει αγνοώντας ότι ο «Μπιλ ο Καναδός» έχει στείλει τον Τζουλιάνο για να τον σκοτώσει και όχι να συζητήσει μαζί του.
Ο τελευταίος όταν βλέπει ότι ο Μεζάι έχει μαζί του τον μικρό επικοινωνεί με τον Βαρελά, ο οποίος είναι φυλακισμένος στις φυλακές Κέρκυρας αγνοώντας ότι η συνομιλία τους καταγράφεται με νόμιμα μέσα από την ΕΛΑΣ και την ΕΥΠ. «Τι θα το κάνουμε το μικρό ρε; Είναι παιδί ρε...» ρωτάει τον αρχηγό του για να εισπράξει μια ανατριχιαστική κωδικοποιημένη απάντηση από τον διαβόητο ποινικό που δεν σήκωνε κουβέντα: «Ας ψοφήσει το προβατάκι».
Βγαίνοντας τρέχοντας από τις καλαμιές ο εκτελεστής πυροβολεί σχεδόν εξ’ επαφής με το δίκαννο τον Μεζάι και αμέσως μετά σφάζει τον μικρό Κέρι και εξαφανίζεται μέσα στη νύχτα.
Το σκοτάδι είχε μόλις καταπιεί δύο ζωές και στις φυλακές Κέρκυρας ο Βασίλης Βαρελάς κοιμήθηκε χωρίς καμία τύψη, όπως έκανε τόσα χρόνια-ήταν έγκλειστος από το 2001-διοικώντας την εγκληματική του οργάνωση.
Παρότι ξεκίνησε εντελώς διαφορετικά στην ζωή του κατέληξε τελικά ένας αμετανόητος εγκληματίας για τον οποίο η ανθρώπινη ζωή δεν σήμαινε απολύτως τίποτε.
Το χωριό, το Χόλιγουντ και ο πρώτος φόνος
Το χωριό Νέδουσα στον Ταΰγετο, βρίσκεται σε 700 μέτρα υψόμετρο και φημίζεται για δύο κυρίως πράγματα, τα περίπου είκοσι πέντε ξωκλήσια που υπάρχουν γύρω του και ότι είναι η πατρίδα του ξακουστού αγωνιστή της ελληνικής επανάστασης, Νικηταρά.
Εκεί γεννήθηκε το 1962 ο Βασίλης Βαρελάς, που μεγαλώνοντας έδειξε μια ιδιαίτερη κλίση στις πολεμικές τέχνες και ειδικά στο kick boxing, στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, κερδίζοντας τίτλους και διακρίσεις.
Διαβλέποντας ότι τα πλαίσια στην Ελλάδα ήταν περιορισμένα εκμεταλλεύεται κάποιες γνωριμίες και μετακομίζει στην άλλη μεριά του Ατλαντικού.
Παραμένει άγνωστο πως εισήλθε ως κασκαντέρ στα κινηματογραφικά πλατό του Χόλιγουντ, φτάνοντας να ντουμπλάρει τον Τσακ Νόρις σε επικίνδυνες σκηνές ταινιών του.
Η ζωή του θα έλεγε κανείς ότι κυλούσε ιδανικά μέχρι την στιγμή που έβαψε τα χέρια του με αίμα στον Καναδά όπου έμενε, σκοτώνοντας τo 1988 έναν άντρα με τον οποίο είχε προσωπικές διαφορές.
Εναντίον του εκδίδεται διεθνές ένταλμα σύλληψης, αλλά με κάποιο τρόπο κατορθώνει να φύγει και επιστρέφει στην Ελλάδα, έχοντας πλέον διαβεί τον δρόμο που οδηγεί από την νομιμότητα στην παρανομία και χωρίς καμία διάθεση να επιστρέψει σε μια φυσιολογική ζωή.
Ο νονός της Καλαμάτας και οι εντολές
Μέσα σε δύο χρόνια στήνει τα πλοκάμια μιας οργάνωσης που σταδιακά θα διαφεντεύει ουσιαστικά την πόλη της Καλαμάτας με εκβιασμούς επιχειρηματιών, προστασίες, διακίνηση ναρκωτικών, και λύσιμο διαφορών με σφαίρες.
Δεξί του χέρι είναι ο δίδυμος αδερφός του, ενώ γύρω του μαζεύει Αλβανούς κυρίως εκτελεστές και φουσκωτούς μπράβους.
Η αστυνομία ανοίγει έναν φάκελο που αρχίζει γρήγορα να διογκώνεται ενώ το 1997 ο «Μπιλ ο Καναδός» συλλαμβάνεται για πρώτη φορά μαζί με έναν πρώην σωματοφύλακα του Γιώργου Κοσκωτά και μια δικηγόρο μετά από έφοδο της αστυνομίας σε ένα διαμέρισμα της Νίκαιας στο οποίο βρέθηκαν ποσότητες ναρκωτικών.
Ξαναβγαίνει στον δρόμο μετά από μια σύντομη προφυλάκιση και συνεχίζει μέχρι το 2001, όταν σε μια επιχείρηση της αστυνομίας συλλαμβάνεται μαζί με τον δίδυμο αδερφό του Χρήστο μέσα σε μια έκταση όπου είχαν φυτέψει χίλια δενδρύλια χασίς.
Καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη αλλά στις αρχές του 2008 αποφυλακίζεται-όχι όμως για πολύ-και επανέρχεται δριμύτερος στην Μεσσηνία μαζί με την εγκληματική του οργάνωση.
Ο Halili Juliand ή Τζουλιάνο παραμένει πάντα στον ρόλο του προσωπικού του εκτελεστή και στις 6 Μαρτίου του 2009 αναλαμβάνει να εκτελέσει τον πρώην σύζυγο της μνηστής του Βαρελά, με αφορμή την κηδεμονία της κόρης τους.
Ο άτυχος άνδρας δέχεται δύο σφαίρες στο κεφάλι και μία στο στήθος, μεταφέρεται σχεδόν ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο αλλά ως εκ θαύματος μετά από πολλές χειρουργικές επεμβάσεις γλιτώνει.
Η φυλακή και ο συντονισμός
Πέντε μήνες μετά ο ίδιος άνδρας δέχεται δολοφονική επίθεση από άγνωστο εκτελεστή στις 5 Αυγούστου του 2009 στην Θεσπρωτία Ηγουμενίτσας, αλλά την ώρα που πάει να τον πυροβολήσει στο κεφάλι το όπλο παθαίνει εμπλοκή.
Στην φυλακή ο Βαρελάς που νιώθει άτρωτος νοσεί από καρκίνο στον λάρυγγα και από κάποια στιγμή είναι αναγκασμένος να χρησιμοποιεί λαρυγγόφωνο για να μιλήσει.
Αυτό δεν τον εμποδίζει να συντονίζει την δράση της εγκληματικής οργάνωσης που τρομοκρατεί την Καλαμάτα και στις συνομιλίες που καταγράφει με νόμιμα μέσα η αστυνομία ακούνε τον «Μπιλ τον Καναδό» να διατάζει τους άντρες του να προετοιμαστούν για να ανατινάξουν ένα μαγαζί.
Ο λόγος; Ο ιδιοκτήτης του είχε καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του για παλιότερη υπόθεση, αλλά τελικά οι αστυνομικοί φαίνεται να απέτρεψαν την βομβιστική ενέργεια την τελευταία στιγμή.
Ανάμεσα στα θύματα του Βαρελά φέρεται να περιλαμβάνεται και ο Σωτήρης Ι. Ψυχόπαιδας, πορτιέρης σε γνωστό κλαμπ της Καλαμάτας τον οποίο εκτέλεσαν στη Μικρομάνη με τρεις σφαίρες στο στήθος και μία στο κεφάλι.
Μακριά από την Μεσσηνία στις φυλακές Δομοκού ο Χριστόδουλος Ξηρός χαιρετάει τους γονείς του στις 23 Ιανουαρίου 2015 στο επισκεπτήριο και πηγαίνοντας προς το κυλικείο πέφτει πάνω στον Βασίλη Βαρελά.
Λογομαχούν για άγνωστο λόγο και ο Βαρελάς με μια μπουνιά-κάποιοι είπαν πολύ δυνατή σφαλιάρα-ξαπλώνει κάτω τον τρομοκράτη της 17Ν, ο οποίος μένει αναίσθητος.
Οι φύλακες τον μεταφέρουν σε χώρο όπου συνέρχεται και τον ρωτάνε επειδή δεν υπάρχει γιατρός αν θέλει να τον πάνε στο νοσοκομείο, όμως ο Ξηρός το αρνείται, ενώ δεν καταγγέλει το περιστατικό.
Οι απειλές, η νέα σύλληψη και το τέλος
Στις αρχές Ιουλίου στην δίκη για την μαφία της Μεσσηνίας, ο αμετανόητος Βαρελάς απειλεί με θάνατο τον βασικό μάρτυρα κατηγορίας λέγοντας: «Όταν βγούμε από τις φυλακές όσα χρόνια και αν περάσουν θα σε σκοτώσουμε, εσένα και τον γιο σου (ο οποίος ήταν αστυνομικός). Σκάψε ένα λάκκο για σένα κι έναν γι’ αυτόν».
Τελικά επέστρεψε στην φυλακή από την οποία βγήκε το 2018 χάρη στο νόμο Παρασκευόπουλου ο οποίος τον έστειλε σε κατ’ οίκον περιορισμό με βραχιολάκι.
Ο αλλοτινός αρχινονός της Καλαμάτας δεν θα χαρεί πολύ την ελευθερία του στο μικρό αγρόκτημα που έμενε με την γυναίκα του και τον 9χρονο τότε γιο του.
Όταν την συλλαμβάνουν για κατοχή ναρκωτικών, τα ΕΚΑΜ εισβάλλουν στο σπίτι του σπάζοντας πόρτες και παράθυρα ενώ απ’ έξω αστυνομικοί του φωνάζουν να παραδοθεί.
Σύμφωνα με τον ίδιο ορίστηκε εγγύηση 30.000 ευρώ για να αφεθεί ελεύθερος, αλλά βγαίνοντας από το συμβολαιογραφείο άνδρες της ασφάλειας τον συλλαμβάνουν λέγοντάς του ότι είχε περάσει η προθεσμία καταβολής της εγγύησης.
Στην δήλωση που έκανε τότε τόνισε μεταξύ άλλων: «Πληρώνω το γεγονός ότι με λένε Βασίλη Βαρελά και δεν συνεργάστηκα ποτέ με την αστυνομία. Ούτε να ξαναβαπτιστώ μπορώ, ούτε όμως και να με δικάζουν διαρκώς για καταστάσεις που έγιναν στο παρελθόν και πλήρωσα το τίμημα περνώντας την μισή ζωή μου στην φυλακή...».
Παρά την απεργία πείνας που ξεκίνησε ο «Μπιλ ο Καναδός» επέστρεψε σε ένα κελί στις φυλακές του Αγίου Στεφάνου Πατρών μέσα στο οποίο έκλεισε τελικά ο κύκλος της ματωμένης του διαδρομής σε αυτή την ζωή.