Πλήθος κόσμου στην κηδεία της, στο Α! Νεκροταφείο - Η μοναδική γυναίκα στον κόσμο που έτυχε να έχει πεθερό, σύζυγο και γιο εκλεγμένους πρωθυπουργούς - Η γνωριμία με τον Ανδρέα, ο θυελλώδης έρωτας, ο γάμος, η χούντα και η εξορία - Η φεμινιστική ΕΓΕ, τα παιχνίδια εξουσίας και το διαζύγιο
Η 25η Ιουνίου του 1989 ήταν μια πολύ ζεστή μέρα, αλλά όχι μια συνηθισμένη Κυριακή. Ξημέρωσε με το προαύλιο του Γενικού Κρατικού Αθηνών (σημερινό «Γεννηματάς») κατάμεστο από ξενυχτισμένους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ, που αγωνιούσαν για την υγεία του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος είχε εισαχθεί τρεις ημέρες νωρίτερα στη ΜΕΘ του νοσοκομείου, με βαριά πνευμονία και καρδιακή κάμψη. Ηταν εννέα μήνες μετά το Χέρφιλντ και μόλις τέσσερις ημέρες μετά την καθαρή ήττα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 18ης Ιουνίου από τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που όμως δεν εξασφάλισε αυτοδυναμία. Πόσο όμως κινδύνευε; Κανείς, πλην ελαχίστων του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του απερχόμενου πρωθυπουργού και επιστήθιων πολιτικών συνεργατών, δεν μπορούσε να γνωρίζει την ακριβή εικόνα της υγείας του. Αλλωστε η ενημέρωση ήταν ελεγχόμενη, μέσα από τα φίλτρα των κρατικών καναλιών, που ακόμα υπάκουαν στην απερχόμενη εξουσία.
Κάποια στιγμή ακούστηκε μέσα απ’ το πλήθος μια φωνή: «Ηρθε μέχρι και η Μαργαρίτα!». Προς στιγμήν επικράτησε μια σύγχυση. Και μετά ακολούθησε παγερή σιωπή. Το μήνυμα ελήφθη. Για να μπορέσει η Μαργαρίτα Παπανδρέου να βρει την ψυχική ηρεμία και δύναμη να σπεύσει στο πλευρό του και επισήμως πλέον πρώην συζύγου της -το διαζύγιό τους είχε εκδοθεί μόλις 15 ημέρες νωρίτερα- και έχοντας, τουλάχιστον για μια τριετία, βιώσει πολύ άσχημες μέχρι ταπεινωτικές καταστάσεις, με δική του κυρίως ευθύνη, φαίνεται ότι τα πράγματα ήταν πια πάρα πολύ σοβαρά. Πράγματι, ο άνθρωπος με τον οποίο είχε συνδεθεί επί 38 χρόνια της ζωής της βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο - ίσως και στα πρόθυρα του θανάτου. Η παρουσία της εκεί, για τον απλό κόσμο, ήταν το απόλυτο βαρόμετρο, η ένδειξη για το πώς εξελισσόταν η υγεία του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Ευτυχώς πάντως, τότε, ο Α. Παπανδρέου ξέφυγε τελικά από τον κίνδυνο. Το αισθητήριο της Μαργαρίτας διαψεύστηκε.
Πολύπλευρη προσωπικότητα
Ως ένας τέτοιος χαρακτήρας, μια πολύπλευρη προσωπικότητα που λειτουργούσε πολύ συχνά με το αισθητήριο περιγράφεται από ανθρώπους που τη γνώρισαν η Μαργαρίτα Παπανδρέου, που έφυγε από τη ζωή προχθές, μόλις 12 ημέρες πριν συμπληρώσει τα 103 χρόνια της, στο σπίτι όπου έμενε τα τελευταία χρόνια στο Παλαιό Φάληρο. Ολόκληρη η οικογένειά της, τα τέσσερα παιδιά και τα εγγόνια της, βρέθηκαν στο πλευρό της. Εφυγε ήσυχα και ειρηνικά. Το αντίθετο, δηλαδή, από την εξαιρετικά έντονη έως και πολυτάραχη ζωή της, που σημαδεύτηκε, φυσικά, καθοριστικά από τη σχέση της με τον Ανδρέα.
Και λόγω αυτής της σχέσης, η Μαργαρίτα Παπανδρέου κατέκτησε ένα ανεπανάληπτο ρεκόρ. Η μοναδική γυναίκα στον κόσμο, όχι μόνο στην Ελλάδα, που της έτυχε να έχει πεθερό, σύζυγο και γιο εκλεγμένους πρωθυπουργούς. Φαινόμενο ίσως όχι σπάνιο για βασιλικές δυναστείες ή δικτατορικά καθεστώτα, μοναδικό όμως στην περίπτωσή της για κοινούς θνητούς. Η μόνη που την... απειλεί είναι η Σόνια Γκάντι. Σύζυγος του δολοφονηθέντος πρώην πρωθυπουργού της Ινδίας Ρατζίβ Γκάντι, νύφη της θρυλικής Ιντιρα που είχε προηγηθεί, ο δε γιος της, Ραχούλ, είναι αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επικεφαλής του κόμματος του Κογκρέσου.
Ηταν η «θεία τύχη», όμως, που τη συνάντησε τον Φεβρουάριο του 1948 στον προθάλαμο ενός οδοντιατρείου στη Μινεάπολη, προσωποποιημένη στη φιγούρα ενός νεαρού γοητευτικού Ελληνα καθηγητή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου τής ενέπνευσε έναν θυελλώδη έρωτα, που μετά από κάποιες περιπέτειες επισφραγίστηκε με γάμο στις 30 Ιουνίου του 1951, για να διανύσει στη συνέχεια μαζί του σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, να περάσει από τις χαρές της οικογένειας, αλλά και τη βάσανο της πολιτικής που συνοδεύτηκε από επιτυχίες, απογοητεύσεις, ακόμα και από διώξεις, για να οδηγήσει τελικά το ζευγάρι μέχρι τα σαλόνια της εξουσίας. Ολα αυτά μέχρι ένα μεσημέρι του Σεπτεμβρίου του 1987, όταν ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Ρουμπάτης, με πρωθυπουργική εντολή, έδωσε θεσμική επισημότητα σε ένα κοινό μυστικό: «Η κυρία Μαργαρίτα Παπανδρέου είναι απλή πολίτης». Συνεπώς, θα έπαυε να απολαμβάνει τα προνόμια της πρώτης κυρίας, θα εκπροσωπούσε στο εξής μόνο τον εαυτό της. Η ίδια απάντησε κεραυνοβόλα: «Είναι τιμή μου να είμαι απλή πολίτης αυτής της χώρας».
Αποδεικνύοντας και τότε ότι, αν και στάθηκε πανάξια στον ρόλο της νύφης, της συζύγου (αργότερα και μάνας) πρωθυπουργού, σε διαφορετικά στάδια της ζωής της, ουδέποτε παρέμεινε, ούτε θα μπορούσε να παραμείνει εγκλωβισμένη στα στενά τους όρια. Η ζωή της δέθηκε με την πολιτική ιστορία της Ελλάδας για περίπου 30 χρόνια. Από την εποχή του Γεωργίου Παπανδρέου και της Ενωσης Κέντρου μέχρι τη δικτατορία, την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, την άνοδο του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία και τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές της δεκαετίας του 1980.
Η δική της διαδρομή
Αλλά η διαδρομή της δεν ήταν μια απλή συνοδεία του άνδρα της. Ηταν συγχρόνως η ιστορία μιας γυναίκας που γαλουχήθηκε στις δημοκρατικές αξίες στην πατρίδα της, στη συνέχεια συμμετείχε ενεργά στον αγώνα εναντίον της ελληνικής δικτατορίας και αργότερα έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και πλέον επιδραστικές μορφές του ελληνικού γυναικείου κινήματος. Δυναμικός χαρακτήρας, πολυσχιδής προσωπικότητα, αποφασιστική και δραστήρια, με τις αντιφάσεις, τα συν και τα πλην της, έγραψε τη δική της ιστορία κυρίως στον κοινωνικό στίβο, δίνοντας επί πολλά χρόνια αγώνες και μάχες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, πάνω απ’ όλα για τη γυναικεία χειραφέτηση.
Κυρίως βέβαια στην Ελλάδα, που την αγάπησε σαν δεύτερη πατρίδα της και έζησε σε αυτήν για πολλές δεκαετίες, έστω κι αν πολλοί την κατηγόρησαν φθονερά ότι δεν φρόντισε να μάθει καλά τα ελληνικά, σαν μητρική της γλώσσα. Πέτυχε, όμως, τελικά να κατακτήσει μια διακριτή θέση στο σύγχρονο γίγνεσθαι της χώρας, ακριβώς λόγω της ξεχωριστής προσωπικής προσφοράς της στην ελληνική κοινωνία.
Κατά πολλούς, ο τίτλος που η ίδια διάλεξε για την αυτοβιογραφία της «Ερωτας και Εξουσία», που κυκλοφόρησε το 2015, είναι απολύτως εύστοχος, καθώς συνοψίζει τους πόλους ανάμεσα στους οποίους κινήθηκε η ζωή της. Αλλά μάλλον δεν είναι πλήρης, ίσως θα έπρεπε να προστεθεί και η λέξη «Αγώνας» ή «Μάχη».
Η Μαργαρίτα με τον Ανδρέα και τα παιδιά τους, Γιώργο, Νίκο, Αντρίκο και Σοφία
Η γνωριμία με τον Ανδρέα
Η Μαργαρίτα Εσθερ Τσαντ γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1923 στο Οουκ Παρκ του Ιλινόις. Ηταν η μεγαλύτερη από τις πέντε αδελφές στην οικογένειά της. Σπούδασε Δημοσιογραφία και στη συνέχεια Δημόσια Υγεία στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Εκεί γνώρισε τον Ανδρέα. Για το τι σήμαινε για την ίδια αυτή η γνωριμία αρκούν τα δικά της λόγια στο History Channel και στη σειρά «Modern Greeks» το 2006: «Δεν περίμενα να γνωρίσω τον μελλοντικό σύζυγό μου σε οδοντιατρείο. Κάναμε μια πολιτική συζήτηση, τρέφαμε αμφότεροι μεγάλο ενδιαφέρον για τα διεθνή θέματα. Η έλξη ήταν αστραπιαία, από το γεγονός ότι μιλούσαμε στο ίδιο επίπεδο με κοινή βασική φιλοσοφία και την ίδια ιδεολογία. Ηταν πολύ γοητευτικός. Βγήκαμε έξω για δείπνο και χορό. Ηταν το πρώτο μας βράδυ και όταν επέστρεψα σπίτι ήξερα πως είμαι ερωτευμένη».
Πολύ πιο περιγραφική είναι στο βιβλίο της: «Εγραφα ένα κείμενο για μια διαφήμιση ενός πελάτη, για τον οποίο έκανα δημόσιες σχέσεις. Κάποια στιγμή χρειαζόμουν μια φράση στα γαλλικά. Εριξα μια ματιά στον άνδρα που καθόταν απέναντί μου και είδα ότι μάλλον ήταν ξένος. “Με συγχωρείτε, μήπως γνωρίζετε γαλλικά;” τον ρώτησα. Κατάλαβε ότι χρειαζόμουν τη βοήθειά του, σηκώθηκε αμέσως και ήρθε δίπλα μου. Το αποτέλεσμα ήταν μια πρόσκληση για ποτό στο ξενοδοχείο “Ράντισον” που ήταν εκεί κοντά. Μετά το ποτό πήγαμε για φαγητό και μετά για χορό. Ηταν η αρχή μιας υπέροχης σχέσης, ενός γάμου που κράτησε 40 χρόνια».
Η υπέροχη αυτή σχέση, βεβαίως, πριν καταλήξει σε γάμο, πέρασε από μεγάλες φουρτούνες. Ο Ανδρέας ήταν ήδη παντρεμένος με τη Χριστίνα Ρασσιά και έπρεπε να χωρίσει, αλλά όσο το καθυστερούσε, η Μαργαρίτα προχώρησε στον δικό της γάμο, με έναν κοινωνιολόγο ονόματι Ρόμπερτ, για τον οποίο απέφυγε στο βιβλίο της να προσδιορίσει περαιτέρω την ταυτότητά του. Οταν ξανασυναντήθηκαν μετά από τρία χρόνια, το θέμα έληξε απλά. «Ας παντρευτούμε», της είπε ο Ανδρέας μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Και αυτό έγινε. Δύο συναινετικά διαζύγια και αμέσως μετά ο πολιτικός γάμος στο Ρίνο της Νεβάδα.
Η επιστροφή, η χούντα και η εξορία
Το 1961 η Μαργαρίτα συμφώνησε με την απόφαση του συζύγου της να μετακομίσουν οικογενειακώς στην Ελλάδα. Αυτό σηματοδότησε μια μεγάλη αλλαγή για την οικογένεια σε όλα τα επίπεδα. Η προσαρμογή δεν ήταν εύκολη. Σύντομα ο Ανδρέας μπήκε στον πολιτικό στίβο, ενώ ο πατέρας του, Γεώργιος Παπανδρέου, έγινε πρωθυπουργός. Η ίδια συμπεριφερόταν τότε ως «σύζυγος πολιτικού», ακολουθώντας τον Ανδρέα στις περιοδείες του στην Αχαΐα.
Ακολούθησαν οι περιπέτειες λόγω της επιβολής της στρατιωτικής δικτατορίας. Ο Ανδρέας συνελήφθη και φυλακίστηκε. Η Μαργαρίτα πέρασε υπομονετικά πολλούς μήνες έξω από τις Φυλακές Αβέρωφ όπου ήταν έγκλειστος. Απελευθερώθηκε τελικά με υψηλή αμερικανική παρέμβαση και η οικογένεια πήρε τον δρόμο της ξενιτιάς. Παρίσι, Στοκχόλμη και τελικά Τορόντο.
Η Μαργαρίτα συνέβαλε και αυτή στον αντιδικτατορικό αγώνα. Ακολούθησε τον Ανδρέα σε όλες τις περιπέτειες και τους κινδύνους του ΠΑΚ, αλλά δεν έμεινε στη σκιά του. Συμμετείχε σε κινητοποιήσεις, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες, χρησιμοποίησε τις γνωριμίες της με στελέχη των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ για να βοηθήσει το ελληνικό ζήτημα. Επιπλέον, ήταν η μόνη από την οικογένεια που της επιτράπηκε από το χουντικό καθεστώς να αποχαιρετήσει τον πεθερό της τον Νοέμβριο του 1968.
Οι «ΕΓΕς»
Η επιστροφή της οικογένειας στην Ελλάδα, μετά τη Μεταπολίτευση, σήμανε αφενός την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ για τον Ανδρέα, που ξεκίνησε έτσι μια πορεία που τον οδήγησε μέσα σε επτά χρόνια στην πρωθυπουργία, αλλά και την ενεργό εμπλοκή της Μαργαρίτας στην πολιτική.
Το 1976 ίδρυσε την Ενωση Γυναικών Ελλάδας (τις «ΕΓΕς», όπως τις αποκαλούσαν κάποιοι περιπαικτικά), γεγονός που έδωσε πνοή και υπόσταση στο φεμινιστικό κίνημα εκείνης της εποχής που ουσιαστικά ήταν ανύπαρκτο. Υπό την ηγεσία της Μαργαρίτας, όμως, γρήγορα η ΕΓΕ διαρθρώθηκε πανελλαδικά, προσέλκυσε στις τάξεις της περίπου 20.000 γυναίκες -στην πλήρη ακμή της 40.000- κάθε ηλικίας και κοινωνικής προέλευσης, προβάλλοντας διεκδικήσεις με όραμα την ισότητα των δύο φύλων, κάτι που προϋπέθετε ριζική αλλαγή της νοοτροπίας και των κοινωνικών αντιλήψεων για τον σύγχρονο ρόλο της γυναίκας στην οικογένεια και την κοινωνία.
Η ΕΓΕ πέρασε από χίλια κύματα μέχρι να κατοχυρωθεί πρώτα απ’ όλα μέσα στο ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Υπήρξαν αντιδράσεις και μάλιστα και από γυναίκες, όπως η Βάσω Παπανδρέου, στην οποία βεβαίως πολλοί καταλόγιζαν τότε και άλλου είδους κίνητρα πέραν των πολιτικών.
Η οργάνωση, όμως, κατέθεσε προτάσεις και αιτήματα, που η πρώτη κυβέρνηση του Α. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, του 1981, έσπευσε να υλοποιήσει. Αλλαγές στο Οικογενειακό Δίκαιο, κατάργηση της προίκας, θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου, του συναινετικού διαζυγίου και των δικαιωμάτων των γυναικών μετά τον γάμο ήταν μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν τότε, φέροντας τη σφραγίδα της ΕΓΕ και προσωπικά της Μαργαρίτας Παπανδρέου.
Αργότερα ήρθε και η αποποινικοποίηση της άμβλωσης, αλλαγή για την οποία εκείνη αναγκάστηκε να τα βάλει ακόμα και με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ.
«Θα φτιάξει κόμμα»
Η παρουσία της Μαργαρίτας στην πρώτη γραμμή αυτών των διεκδικήσεων και η αίσθηση ότι αποκτά μεγάλη συγκροτημένη δύναμη εντός του ΠΑΣΟΚ, αλλά και στην κοινωνία, προκάλεσαν αντιδράσεις, πάλι πριν απ’ όλα εσωτερικές. Πρωτοκλασάτοι υπουργοί, αλλά και μέλη του Εκτελεστικού Γραφείου θεωρούσαν ότι αποκτά ανεξέλεγκτη ισχύ και διέδιδαν ότι «θα φτιάξει κόμμα μέσα στο κόμμα». Πολλές γυναίκες, τότε, επιφανή μέλη της ΕΓΕ, πήραν αποστάσεις. Ο Ανδρέας αρχικά δεν έδινε σημασία σε αυτές τις αντιδράσεις. Αλλά όταν ξεκίνησαν τα μεγάλα προβλήματα στη δική του σχέση με τη Μαργαρίτα, έδωσε παρασκηνιακά το σήμα.
Ηταν 1985, όταν μαζί με τη σχέση του πρωθυπουργικού ζεύγους διερράγη και εκείνη ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και την ΕΓΕ. Πρώτες απομακρύνθηκαν από τη Μαργαρίτα οι γυναίκες υπουργοί και μέλη της κομματικής ηγεσίας, καθώς και οι σύζυγοι των υπουργών, αφού άλλος ήταν ο πόλος της εξουσίας και της κατανομής της.
Η ΕΓΕ κατέληξε να αντιπολιτεύεται τελικά το ΠΑΣΟΚ, έτσι όμως απογυμνώθηκε από στελέχη και αποδιαρθρώθηκε οργανωτικά. Η ίδια η Μαργαρίτα ουδέποτε θέλησε να θίξει αυτοκριτικά το θέμα, αν και πού έκανε λάθη. Η ουσία είναι ότι προδόθηκε ακόμα και από στενές συνεργάτιδές της, που απέδειξαν ότι επεδίωκαν την εύνοιά της για να αντλήσουν οφέλη, καθώς λίγο αργότερα έσπευσαν να πλαισιώσουν την αυλή της Δήμητρας Λιάνη.
Μέσα από επιθετικές κινήσεις, όπου επώνυμες «ΕΓΕς» έφτασαν στο σημείο να στηλιτεύουν τη στάση της Μαργαρίτας επειδή δεν έδινε διαζύγιο στον Ανδρέα, καταλογίζοντάς της εκδικητική μανία, το κεφάλαιο ΕΓΕ έκλεισε για εκείνη στις 21 Μαρτίου του 1989. Ομως ο απολογισμός της δράσης της παρέμεινε εντυπωσιακός.
Το διαζύγιο
«Ηταν ένας υπέροχος σύζυγος, έζησα συναρπαστικά μαζί του». Αγαπημένο μότο της Μαργαρίτας για τον Ανδρέα, για τον οποίο δεν σκέφτηκε ποτέ να προχωρήσει σε απαξιωτικές ή προσβλητικές κριτικές. Η φράση, ωστόσο, αποτύπωνε τη φανερή πλευρά του Ανδρέα. Η δεύτερη, η σχετικά κρυφή, είχε άλλα ονόματα και διευθύνσεις, μέχρι και στη Σουηδία, απ’ όπου προέκυψε και η εκτός γάμου κόρη του. Γνωστά όλα και μη εξαιρετέα.
Δεν ήταν βέβαια ο πρώτος φλογερός έρωτας που διαλύθηκε μέσα από μεγάλες προδοσίες και διαψεύσεις. Η Μαργαρίτα επέλεξε επί μακρόν να ανέχεται τις συζυγικές παρασπονδίες χάριν της οικογενειακής γαλήνης. Αλλωστε ο Ανδρέας ποτέ δεν έθεσε θέμα διάλυσης της σχέσης τους προτού εμφανιστεί στη ζωή του η Δήμητρα Λιάνη. Ωστόσο, η εικόνα, η κίνηση των σωμάτων και τα παγωμένα ή και απλανή ενίοτε βλέμματα υποδήλωναν ένα ζευγάρι σε κρίση.
Πολλοί θυμούνται ακριβώς αυτή την εικόνα τους στην τελετή της Ανάστασης του 1986 στη Μητρόπολη Αθηνών. Ηταν 3 Μαΐου. Τα βλέμματά τους άργησαν πολύ να συναντηθούν και το «φιλί της αγάπης» έμοιαζε πολύ τυπικό, για τις ανάγκες του συνεργείου της ΕΡΤ και των φωτογράφων. Λεπτομέρεια: είχε προηγηθεί το πολυήμερο ταξίδι του πρωθυπουργού στην Κίνα, που θεωρείται από τους γνώστες ως το εναρκτήριο σημείο της σχέσης Παπανδρέου - Λιάνη.
Υπό το βάρος ενός πιθανού σκανδάλου μεγατόνων, το στενό περιβάλλον του Καστριού επέβαλε στον Ανδρέα τότε να τηρεί τα προσχήματα με τη Μαργαρίτα. Η εικόνα, όμως, δεν ήταν καλή. Πρόδιδε το πρόβλημα.
Πολλοί θυμούνται τη νύχτα της κατάκτησης από την Ελλάδα του Ευρωμπάσκετ τον Ιούνιο του 1987 στο ΣΕΦ. Χαρές, πανηγύρια, χαμόγελα και τυπικές φιλοφρονήσεις, που όμως δεν αρκούσαν για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις. Η Μαργαρίτα πειράχτηκε πολύ από τη σχέση του συζύγου της με την τότε αεροσυνοδό. Και ανησύχησε δεόντως. Ισως γιατί το σχεδόν αλάνθαστο αισθητήριό της την είχε προειδοποιήσει ότι αυτή η περίπτωση δεν ήταν σαν τις άλλες και θα μπορούσε να οδηγήσει στη διάλυση του γάμου της. Οπως διηγείται στην αυτοβιογραφία της, στην επιστροφή τους από ένα ταξίδι στο Λονδίνο είπε ευθέως στον Ανδρέα: «Για όνομα του Θεού, θα μπορούσε να είναι κόρη σου!». «Ναι, δεν είναι πολύ ωραίο;» ήταν η απάντησή του.
Η πληθωρική «Αμαζόνα»
Σε ένα άλλο δε εξωτικό ταξίδι στο οποίο, πλην του πρωθυπουργικού ζεύγους και πλειάδας υπουργών, σχολίασε την αεροσυνοδό κοιτώντας από το παράθυρο του ξενοδοχείου και αποκαλύπτοντας μια τεράστια, πλην εύλογη αντιπάθεια: «Υπήρχαν τουλάχιστον δέκα φιγούρες σε κύκλο γύρω από τον Ανδρέα, χοροπηδώντας δίπλα στην ακτή. Αναγνώρισα τον υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια και άνδρες από το πλήρωμα της Ολυμπιακής. Είδα και μια “Αμαζόνα” σαν γυναικεία σιλουέτα που χοροπηδούσε γύρω από τον Ανδρέα. Θα έπεφτε με την πλάτη της στο νερό, με τα στήθη προτεταμένα σαν βουνά από ζελέ και τα πόδια της στην κυριολεξία γύρω από τον Ανδρέα». Ρώτησε τότε την Αγγέλα Κοκκόλα αν είχε προσέξει ότι η αεροσυνοδός κολλούσε στο «αφεντικό». «Δεν χρειάζεται να κοιτάξω», αποκρίθηκε εκείνη. «Τώρα το κατάλαβες;» συμπλήρωσε.
Οσο για τη μνημειώδη κίνηση του Ανδρέα, με τη χειρονομία προς τη Λιάνη, στη σκάλα του αεροπλάνου της επιστροφής από το Λονδίνο και το Χέρφιλντ, ήταν επίσης απολύτως αποκαλυπτική του κλονισμού των συναισθημάτων της: «Ο Ανδρέας, ο πρωθυπουργός, ήταν ο εραστής μου, ο σύζυγός μου, ο πατέρας των παιδιών μου, ο σύντροφός μου στις πολιτικές δράσεις. Η κίνησή του ήταν το τελειωτικό χτύπημα, το δηλητηριασμένο βέλος κατευθείαν στο στήθος, στην καρδιά μου. Αλλά τον αγαπούσα ακόμα. Ηταν ο αετός μου και ο δεσμός δεν μπορούσε να διαρραγεί. Ηταν, παρ’ όλα αυτά, και η λύτρωσή μου»... Βεβαίως, στην αυτοβιογραφία της αποκάλυψε ότι αναζήτησε νωρίτερα τη λύτρωση, από την άνοιξη του 1986, στη ζεστή αγκαλιά ενός Γάλλου αξιωματικού με το όνομα Πιέρ. Χωρίς περαιτέρω στοιχεία...