Το αγόρι που βαπτίσθηκε Παύλος κατάλαβε γρήγορα την διαφορετικότητά του σε μια εποχή που η λέξη ομοφυλόφιλος ή τραβεστί ηχούσε σαν αρρώστια - Η φυγή από το σπίτι, η Συγγρού και το «Κράξιμο»
Λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ‘60, τα Μανιάτικα στον Πειραιά είναι μια γειτονιά, όπου το αντριλίκι και η τεστοστερόνη ξεχειλίζουν στην συντριπτική πλειονότητα των αρσενικών.
Εκεί μεγαλώνει ένα μικρό αγόρι, ο Παύλος, καρπός του έρωτα της μητέρας του με έναν όμορφο Μανιάτη, τον οποίο παντρεύτηκε μόνο για λίγο, για τους τύπους δηλαδή και για να αναγνωριστεί το παιδί. Ένα παιδί που αποδείχτηκε αλλιώτικο από τα άλλα όσο μεγάλωνε και έμπαινε στην εφηβεία νιώθοντας διαφορετικό, κάτι που για εκείνα τα χρόνια ήταν απαγορευτικό.
Γι' αυτό επιλέγει να αφήσει πίσω του τα πάντα και να ξεκινήσει ένα ταξίδι σε βαθιά και αχαρτογράφητα νερά, που την οδήγησε σε ανεξερεύνητα και ενίοτε επικίνδυνα μονοπάτια.
Ο Παύλος έγινε η Πάολα και η Πάολα Ρεβενιώτη που έφυγε χθες από την ζωή, εξελίχθηκε σε μια από τις πιο εμβληματικές περσόνες της queer κοινότητας στην Ελλάδα, μια τύπισσα που επέμενε να αντιστέκεται, να περνάει με κόκκινο και να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα.
Κι όλα αυτά σε εποχές όπου οι gay και οι τρανς γυναίκες ήταν οι αποδιοπομπαίοι τράγοι μιας κοινωνίας η οποία όχι απλά τους έδειχνε με το δάχτυλο, αλλά τους είχε περιθωριοποιήσει.
«Έφυγα από το σπίτι μου μικρή, δεν μπορείς να μένεις σε αυτή την γειτονιά και να κάνεις αυτή την ζωή» θα πει σε μια αυτοβιογραφική συνέντευξη που έδωσε στην Lifo πριν από δέκα εννιά χρόνια.
Από την στιγμή που έκλεισε την πόρτα πίσω της, πέρασαν πολλά χρόνια για να πάει να δει τους δικούς της, ενώ για την μητέρα της που τακτοποίησε κληρονομικά τα άλλα δυο παιδιά που απέκτησε με άλλο άντρα θα πει: «Όσο και αν με αγάπαγε ήμουν πάντα ο διαφορετικός».
Οι νύχτες στη Συγγρού
Στα 16 της ψάχνει τρόπους για να υπάρξει και να επιβιώσει στην Αθήνα, οπότε η Συγγρού με τις σκοτεινές γωνίες και τους παράδρομους γίνεται το στέκι της.
Η Πάολα αισθάνεται γυναίκα, σε μια περίοδο όπου ο όρος τρανς δεν υπήρχε και η gay κοινότητα αντιμετώπιζε με απέχθεια και μίσος την θηλυπρέπεια ακόμη και μέσα στους κόλπους της κοινότητας.
Η εικόνα της με μια φουστίτσα να κατεβαίνει την Συγγρού μέχρι να βρει το σημείο της έχει μείνει αξέχαστη σε πολλούς, όπως και ο τσαμπουκάς που εξέπεμπε. Μπορούσε να μεταμορφωθεί σαν χαμαιλέοντας, από μια τρυφερή ύπαρξη που παρηγορούσε ένα αγόρι, σε μια ύαινα, όταν ένιωθε να απειλούνται δικά της πρόσωπα.
Η είσοδος της σε αυτή την ιδιαίτερη κοινότητα ανθρώπων δεν συνετελέσθη με ευγένεια, αλλά με ορμή, θράσος και τσαμπουκά συνεπικουρούμενα όλα αυτά από τις κόκκινες γόβες της και τις βρισιές που εκτόξευε όταν ήταν απαραίτητο. Ήξερε ότι θα πληρώσει ακριβά την επιλογή της να πάει απόλυτα κόντρα στα καθωσπρέπει της ελληνικής κοινωνίας αλλά δεν το μετάνιωσε ποτέ, ούτε γύρισε να κοιτάξει πίσω.
Ο Ταχτσής και το «Κράξιμο»
Όταν ο συγγραφέας Κώστας Ταχτσής την γνωρίζει, η Πάολα είναι ένα 20χρονο τρανς icon της Συγγρού που τον γοητεύει σαν περσόνα και γι’ αυτό την βάζει στον κύκλο του.
Δεκαετίες μετά θα πει στην αυτοβιογραφική της συνέντευξη ότι «η παρέα του Ταχτσή με βοήθησε να αναπτυχθώ πνευματικά, να μη γίνω ένα αγρίμι της Συγγρού. Αν δεν είχα παιδεία, μόρφωση και κάποιο επίπεδο θα είχα καταντήσει σαν τις περισσότερες της γενιάς μου: τρελαμένη, πρεζάκι η δεν θα υπήρχα».
Η Πάολα Ρεβενιώτη εισέρχεται στην δεκαετία του ‘80 την οποία αργότερα χαρακτήρισε ως δεκαετία της κα@@ας, αφού κατά την ίδια υπήρχε ένας έντονος ερωτισμός, ο οποίος εξαφανίστηκε στα ‘00s.
Έχει τονίσει ότι δεν πέθαινε να γίνει τρανσέξουαλ επειδή «πάντα είχε μια γοητεία να με πλησιάζουν με διάφορους τρόπους. Άλλες τις κλέβανε και τις βαράγανε, εμένα με είχαν θεά».
Το 1981 τολμάει να εκδώσει σε ροζ χαρτί το περιοδικό «Κράξιμο», το πρώτο έντυπο αφιερωμένο στην ομοφυλόφιλη κουλτούρα και έκφραση ενώ η ίδια γράφει το κείμενο «Εγώ η πόρνη» στο οποίο «πυροβολάει» τις λέξεις: «Επί πέντε χρόνια εκδίδομαι στην Λεωφόρο Συγγρού, στη λεωφόρο όπου αισθάνομαι τόσο έντονα την αγριότητα, την μοναξιά και την φρίκη αυτής της κοινωνίας».
Οι μηνύσεις και ο ακτιβισμός
Τα πρώτα 3.000 τεύχη εξαφανίζονται και στα επόμενα υπογράφουν κείμενα ο Ηλίας Πετρόπουλος και ο Κώστας Ταχτσής μεταξύ άλλων, ενώ φιλοξενούνται ποιήματα της Κατερίνας Γώγου και συνεντεύξεις της Μαλβίνας και του Ντίνου Χριστιανόπουλου.
Δεν είναι όμως μόνο οι επώνυμες υπογραφές που συντελούν στην επιτυχία του εντύπου, αλλά οι ιστορίες και οι μαρτυρίες ομοφυλόφιλων και τρανς ατόμων και οι φωτογραφίες ημίγυμνων αγοριών.
Τα χρηστά ήθη σοκάρονται αλλά η Ρεβενιώτη δεν καταλαβαίνει τίποτε ούτε όταν το 1983 ένας πρώην διοικητής της Ασφάλειας την μηνύει για διαφθορά των ηθών και εθίμων και έκθεση πορνογραφικού υλικού.
Θα καταδικαστεί σε φυλάκιση τεσσάρων μηνών και μεγάλο χρηματικό πρόστιμο, αλλά τότε κινητοποιούνται ομοφυλοφιλικές οργανώσεις του εξωτερικού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Πάολα θα συνεχίσει να το εκδίδει μέχρι το 1993, όταν και θεώρησε ότι είχε κάνει τον κύκλο του, ενώ πλέον είναι μια ακτιβίστρια-εκδότρια-φωτογράφος.
Στα χρόνια της ωριμότητας της αυτό το πλάσμα που έζησε συλλήψεις, καβγάδες, εντάσεις και άγριες νύχτες θα εμφανιστεί αρκετές φορές στην τηλεόραση να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
Αν θα μπορούσε να την νικήσει κάποιος, αποδείχθηκε ότι αυτός ήταν μόνο ο καρκίνος.