Οι εκατοντάδες απολύσεις από την εφημερίδα που διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό την αλλαγή στον αμερικανικό Τύπο σήμαναν το τέλος μιας τεράστιας διαδρομής, που «γκρέμισε» ακόμα και τον Νίξον
Ο ήλιος που φώτισε την Ουάσιγκτον την Τρίτη 6 Αυγούστου του 2013, ήταν λαμπερός και εκείνο το πρωί, πολλοί από τους 800 και πλέον δημοσιογράφους της Washington Post δεν ήξεραν τι να πουν σε φίλους και γνωστούς.
Την προηγούμενη μέρα το απόγευμα ο πρόεδρος του ομίλου Ντόναλντ Γκράχαμ και η εκδότρια της εφημερίδας Κάθριν Γουέϊμαουθ είχαν καλέσει τους εργαζόμενους στα κεντρικά γραφεία της Post, όπου τους ανακοίνωσαν ότι ο όμιλος πουλήθηκε στον Τζεφ Μπέζος αντί 250.000.000 δολαρίων.
Κάποιοι παλιότεροι δημοσιογράφοι ξέσπασαν σε κλάματα, άλλοι έμειναν να κοιτάζονται και την επόμενη μέρα η είδηση φιγουράριζε στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας με τον τίτλο: «Τέλος εποχής, η Post πουλήθηκε».
Δώδεκα χρόνια και έξι μήνες μετά το deal συνετελέσθη η «σφαγή» 300 και πλέον δημοσιογράφων, που απολύθηκαν εν μια νυκτί από τον ιδιοκτήτη του εντύπου, που άλλαξε κατά γενική ομολογία την μορφή του αμερικάνικου Τύπου.
Ο Τζεφ Μπέζος μπροστά στο κτίριο της ιστορικής εφημερίδας
Η απόλυση του 1/3από το δυναμικό της εφημερίδας -σχεδόν όλο το αθλητικό τμήμα, ανταποκριτές και γραφεία στο εξωτερικό, το section των βιβλίων κ.ά.- χαρακτηρίστηκε ως μια εκτεταμένη εκκαθάριση και βάναυσο πλήγμα για την δημοσιογραφία σε ένα ιστορικό μέσο.
Οι δημοσιογράφοι ενημερώθηκαν από τον αναπληρωτή διευθυντή Ματ Μάρεϊ και τον διευθυντή HR Γουέιν Κόλεν μέσω τηλεδιάσκεψης για τις συνολικές περικοπές.
Η είσοδος των γραφείων της εφημερίδας που άλλαξε τον αμερικάνικο Τύπο
Ο Γουίλ Λιούις, διευθύνων σύμβουλος της εφημερίδας, δεν είχε συνδεθεί στην δραματική, όπως εξελίχτηκε, τηλεδιάσκεψη και, όπως έγραψε το The Atlantic, επιβεβαίωσε ότι δεν είχε καν τα κότσια να κοιτάξει τους εργαζόμενους, έστω και μέσα από την οθόνη ενός κομπιούτερ.
Εργαζόμενοι οι οποίοι ανέμεναν μετά το τέλος των ανακοινώσεων να μάθουν αν θα συνεχίσουν να δουλεύουν για την εφημερίδα ή αν θα είναι απολυμένοι.
Η Λίζι Τζόνσον, πολεμική ανταποκρίτρια της εφημερίδας στο μέτωπο του πολέμου στην Ουκρανία, ζούσε σε ένα κατάλυμα στο Κίεβο χωρίς ρεύμα, θέρμανση και νερό.
«Ζεσταίνομαι στο αυτοκίνητο, γράφω με μολύβι γιατί το μελάνι του στυλό παγώνει και υπό το φως ενός φακού κεφαλής» τόνιζε στα τέλη του Ιανουαρίου, επισημαίνοντας πόσο περήφανη ήταν που δούλευε για την Post.
Απολύθηκε την ώρα που κάλυπτε μια μάχη, λαμβάνοντας το περίφημο email που στάλθηκε και σε εκατοντάδες άλλους συναδέλφους της, οι οποίοι «θυσιάστηκαν» από τον Τζεφ Μπέζος στο βωμό του κέρδους και της σχέσης που έχει σφυρηλατήσει με τον πλανητάρχη.
Οι προκάτοχοί του είναι σίγουρο ότι δεν θα σκέφτονταν καν κάτι τέτοιο, ειδικά από την στιγμή που στάθηκαν απέναντι στον Λευκό Οίκο του Νίξον σε μια αντιπαράθεση που έγραψε ιστορία.
Η εφημερίδα που «γκρέμισε» έναν πρόεδρο
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 ο Μπεν Μπράντλι ήταν πλέον διευθυντής σύνταξης στην Washington Post και αυτός που έγινε έξαλλος, όταν είδε το αποκλειστικό θέμα των New York Times για τα περίφημα Pentagon Papers.
Τα ήθελε και αυτός, οπότε ο δημοσιογράφος Μπεν Μπαγντίκιαν κατάφερε να τα πάρει στα χέρια του, το σπίτι του έγινε κάτι σαν αίθουσα σύνταξης, με μια ομάδα να ελέγχει τα έγγραφα.
Η εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ κλήθηκε να πάρει την μεγάλη απόφαση, ειδικά όταν η κυβέρνηση κινήθηκε νομικά κατά των Times, αλλά, παρά τις πιέσεις που δέχτηκε, αποφάσισε την δημοσιοποίησή τους.
Η εκδότρια Κάθριν Γκράχαμ που προχώρησε στη δημοσιοποίηση των Pentagon Papers
Την επόμενη μέρα ο Μπράντλι δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον υπουργό Δικαιοσύνης, που του ζήτησε να σταματήσει επόμενες δημοσιεύσεις και να επιστρέψει τα έγγραφα, ώστε να μην κατηγορηθεί η εφημερίδα για προδοσία. Αρνήθηκε και τελικά η Post μαζί με τους New York Times δικαιώθηκαν από το Ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ και συνέχισαν το ρεπορτάζ τους, «τσαλακώνοντας» τον Ρίτσαρντ Νίξον.
Τον Ιούνιο του 1972, ο νεαρός τότε Μάρτιν Βάιλ -απολύθηκε και αυτός μετά από έξι δεκαετίες στην Post- ήταν νυχτερινός συντάκτης, όταν άκουσε από τον ασύρματο της αστυνομίας την φράση: «Οι πόρτες του Watergate είναι ανοιχτές».
Όταν την επόμενη έμαθε για την διάρρηξη στα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος, ίσως να μην κατάλαβε αυτό που θα γινόταν γνωστό ως Σκάνδαλο Watergate.
Το θέμα ανέλαβαν ο Μπομπ Γούντγουορντ και ο Καρλ Μπέρνστιν, οι οποίοι απέκτησαν μια πηγή, την οποία ονόμασαν το «βαθύ λαρύγγι», η ταυτότητα της οποίας παρέμεινε κρυφή για δεκαετίες.
Οι δημοσιογράφοι Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν που αποκάλυψαν το σκάνδαλο Watergate
Χάρη σε αυτήν και σε μια δημοσιογραφική έρευνα που έγραψε ιστορία, η Washington Post οδήγησε, μετά τα συνεχή δημοσιεύματα, τον Νίξον στην παραίτησή του. Η πηγή, το όνομα της οποίας γνώριζαν μόνο οι δύο ρεπόρτερ και ο Μπράντλι -δεν την αποκάλυψαν ούτε στην Γκράχαμ- ήταν ο αναπληρωτής διευθυντής του FBI, Μαρκ Φελτ.
Τα αποκαλυπτήρια του σκανδάλου εκτόξευσαν την Post, η οποία τις επόμενες δεκαετίες αποδείχθηκε μια εφημερίδα που δεν έκανε πίσω, ενώ οι συντάκτες της κέρδισαν 70 βραβεία Πούλιτζερ.
Κάτι που όμως δεν απασχόλησε καθόλου τον νέο ιδιοκτήτη της, ο οποίος προχώρησε στις εκκαθαρίσεις ανθρώπων και γραφείων ανά τον κόσμο, χωρίς να νοιάζεται προφανώς για το παρόν μιας εφημερίδας που ήταν πάντα, όταν χρειάστηκε, απέναντι στην εξουσία.