Γιάν Φαμπρ: Με είχαν προειδοποιήσει ότι θα βρω τον μπελά μου στην Ελλάδα

Ο Βέλγος καλλιτέχνης εξηγεί πώς τελείωσε πριν καν αρχίσει η θητεία του ως Διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών - «Είμαι ένα λάθος» λέει για τον εαυτό του και αρνείται ότι τα «Παλλόμενα Πέη» θα ανέβαιναν στην Επίδαυρο

Ως διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών για κάτι λιγότερο από δύο μήνες, ο Γιάν Φαμπρ υπήρξε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα -αλλά και παρεξηγημένα πρόσωπα του 2016 στην Ελλάδα. Το γιατί ένας Βέλγος, σύγχρονος και μάλλον αιρετικός καλλιτέχνης επελέγη για να ηγηθεί ενός θεσμού με τις ιδιαιτερότητες του Φεστιβάλ Αθηνών παραμένει ένα μυστήριο. Ο ίδιος, πάντως, έχει δηλώνει ανακουφισμένος που τελικά παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή. Αφού χαρακτηρίστηκε σαν «ανεπιθύμητος» από μερίδα Ελλήνων καλλιτεχνών, ο Φαμπρ επέστρεψε στην Ελλάδα για την παρουσίαση δύο βιβλίων του («Ειμ' ένα λάθος» θεατρικοί μονόλογοι και «Νυχτολόγιο» 1978-1984, εκδόσεις Νήσος). Στα αυτοβιογραφικά του βιβλία ο Γιάν Φαμπρ διηγείται πχ το πώς κάποτε εξασφάλιζε τα προς το ζην κάνοντας στριπτίζ σε γκέι κλαμπ στη Νέα Υόρκη, περιγράφει τους νεανικούς πειραματισμούς του με τα παραισθησιογόνα και τον αυτοτραυματισμό ως μέρος της καλλιτεχνικής δημιουργίας κ.λπ. Ταυτόχρονα εξακολουθεί να αναρωτιέται, ακόμη και ο ίδιος, γιατί άραγε προς το τέλος του 2015 αποδέχτηκε την πρόταση του τότε υπουργού Πολιτισμού Αριστείδη Μπαλτά να αναλάβει τη διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών.

Κάνοντας απολογισμό, τι πιστεύετε σήμερα για την σύντομη και τόσο επεισοδιακή σας θητεία ως διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών;
Κοιτάζοντας προς τα πίσω, νιώθω ευτυχής που δεν είμαι διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών. Εχω πολλούς Ελληνες φίλους, οι οποίοι και με προειδοποίησαν λέγοντας «Γιάν, μην μπλέξεις με το Φεστιβάλ. Βάζεις το χέρι σου σε ένα καλάθι με φίδια. Αποκλείεται να μην σε δαγκώσουν». Τους είχα απαντήσει ότι μπορώ να το διαχειριστώ. Αλλά τελικά απόδείχθηκε ότι εκείνοι είχαν δίκιο, όχι εγώ.

Ποια σφάλματα θα επισημαίνατε στην όλη υπόθεση «Γιάν Φαμπρ-διεθυντής Φεστιβάλ Αθηνών»;
Η θητεία μου ως διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών ήταν πολύ σουρεάλ, πολύ σύντομη (διήρκεσε, νομίζω, 53 ημέρες) αλλά και πολύ απλή: Εγώ βάλθηκα με όλες μου τις δυνάμεις να οργανώσω ένα φεστιβάλ, ήρθα στην Αθήνα για μια συνέντευξη τύπου και κατόπιν ορισμένοι Ελληνες καλλιτέχνες με αποκάλεσαν persona non grata σε μια επιστολή που έγραψαν στα ελληνικά. Εφόσον ήμουν ανεπιθύμητος, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να συνεχίσω, οπότε παραιτήθηκα αυτομάτως.
Ισως ήμουν υπερβολικά γενναιόδωρος, υπερβολικά ανοιχτός όταν αποδέχτηκα την πρόταση. Αλλά έτσι είμαι εκ φύσεως, πάντα μιλάω με τους ανθρώπους βάσει καλής πίστης. Τελικά όμως είμαι καλλιτέχνης, δεν είμαι ούτε επιμελητής εκθέσεων, ούτε πολιτικός. Οπότε, δεδομένων όλων όσων συνέβησαν, είμαι ευχαριστημένος που απαλλάχθηκα από τα καθήκοντα του διευθυντή.

Και τότε γιατί αποδεχτήκατε την πρόταση του υπουργείου Πολιτισμού;
Ειλικρινά δεν έχω απάντηση γι' αυτό, ακόμη και εγώ αναρωτιέμαι γιατί να εμπλακώ στο Φεστιβάλ Αθηνών, κάτι που θα απαιτούσε πολύ από τον χρόνο μου, τον οποίον θα μπορούσα να διαθέσω σε άλλους, νεότερους καλλιτέχνες ή σε άλλους. Γενικά, ναι, ήταν ένα λάθος. Αλλά εγώ ο ίδιος είμαι ένα λάθος.

Πώς μεταφέρθηκε σε εσάς η αρχική πρόταση από το ΥΠΠΟ και ποιους όρους θέσατε για να αναλάβετε καθήκοντα διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών;
Η πρόταση έγινε μέσω ενός συνεργάτη μου, του σκηνοθέτη Θόδωρου Τερζόπουλου. Είναι ένας άνθρωπος που εκτιμώ βαθιά και ο οποίος διδάσκει στο εργαστήριό μου στην Αμβέρσα. Πρόκειται για έναν μεγάλο μάστορα της θεατρικής τέχνης, με διεθνή αναγνώριση. Ήρθε να διδάξει στο εργαστήριό μου, στο πλαίσιο ενός προγράμματος με τίτλο «Μεγάλοι δάσκαλοι του 20ου αιώνα». Μου μετέφερε την πρόσκληση του Έλληνα υπουργού Πολιτισμού να αναλάβω διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών. Υπήρχε ανάγκη αντικατάστασης, καθώς ο προηγούμενος είχε απολυθεί. Μιλήσαμε με τον υπουργό τηλεφωνικώς, κατόπιν ο κ. Μπαλτάς ήρθε στην Αμβέρσα και συναντηθήκαμε. Έθεσα έναν όρο: Να έχω πλήρη καλλιτεχνική ελευθερία, ειδάλλως δεν θα αναλάμβανα καθήκοντα. Ο υπουργός ήταν απολύτως σύμφωνος σε αυτό.

Σας πλήγωσε η εξέλιξη της ιστορίας με το Φεστιβάλ Αθηνών;
Λυπάμαι, γιατί με την παραίτησή μου περίπου 50-60 νέοι Βέλγοι καλλιτέχνες έχασαν την ευκαιρία να δείξουν τη δουλειά τους -ηθοποιοί, σκηνοθέτες, εικαστικοί κ.λπ. Οι Ελληνες ηθοποιοί που διαμαρτυρήθηκαν, στέρησαν τη δουλειά από αυτά τα παιδιά. Πάντως, δεν φαντάζομαι ότι θα συνέβαινε ποτέ στο Βέλγιο να αποκαλέσουμε έναν Ελληνα καλλιτέχνη persona non grata. Το θεμελιώδες στοιχείο στην τέχνη είναι το ότι είναι ανοιχτή και ελεύθερη, χωρίς προκαταλήψεις. Να υπάρχει αλληλεγγύη ανάμεσα στους καλλιτέχνες. Αν δεν υπάρχει στην πολιτική, θα πρέπει να υπάρχει στο χώρο της τέχνης.

Είναι αλήθεια ότι σκοπεύατε να «βελγοποιήσετε» το Φεστιβάλ Αθηνών, όπως κατηγορηθήκατε;
Η υποτιθέμενη «βελγοποίηση» του Φεστιβάλ ήταν μια υπεραπλουστευτική αντίδραση. Γιατί αυτό που εννοούσα ήταν το να ανοιχτεί το Φεστιβάλ σε πολλές κουλτούρες, να γίνει πολυπολιτισμικό, όχι βελγικό. Και πάνω από όλα, να συνεχίσει να δίνει έμφαση στις παραστάσεις αρχαίου θεάτρου, διότι για εμένα έχουν τεράστια σημασία. Το δικό μου όραμα είχε να κάνει με τον συγκερασμό του νέου με το παραδοσιακό, ο στόχος μου ήταν να διευκολύνω τη συνάντηση του κλασικού με το σύγχρονο, με τη συνδρομή ποιητών, φιλοσόφων, επιστημόνων, θεατρανθρώπων, χορευτών, ηθοποιών κ.λπ. Με το υπουργείο είχαμε συμφωνήσει σε ένα πρόγραμμα τετραετίας, απλώς την πρώτη χρονιά ο θεματικός άξονας του Φεστιβάλ θα ήταν το Βέλγιο -αλλά για πρακτικούς λόγους, επειδή οι Βέλγοι καλλιτέχνες είναι αυτοί που γνωρίζω προσωπικώς καλύτερα. Στην ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού ανέλυσα το σχέδιό μου δείχνοντας μια χαρακτηριστική εικόνα: Την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Βελγίου, η οποία αποτελείται από παίκτες με διάφορες καταγωγές, από την Αφρική, την Ασία κ.λπ. Είναι μια πολυπολιτισμική ομάδα. Η ιδέα μου ήταν να φέρω στην Ελλάδα Βέλγους με χριστιανικές, μωαμεθανικές, εβραϊκές κ.ο.κ. ρίζες. Όμως αυτό δεν άρεσε καθόλου σε μια ομάδα καλλιτεχνών που διαμαρτυρήθηκαν.

Η ελληνική πολιτική ηγεσία δεν προσπάθησε να σας μεταπείσει, δεν σας πίεσαν να αποσύρετε την παραίτησή σας; Δεν είχατε κάποιο συμβόλαιο;
Εγώ είμαι καλλιτέχνης, εκείνοι είναι πολιτικοί, κάνουμε διαφορετικές δουλειές. Κι εγώ ως καλλιτέχνης κάνω επιλογές, όχι συμβιβασμούς. Ακόμη και εάν είχα συμβόλαιο δεν θα είχε καμία σημασία, για την ιστορία όμως, η συμφωνία που είχα με το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού ποτέ δεν κατεγράφη σε κάποιο κείμενο. Θα ήθελα να τονίσω όμως ότι δεν έχω κανένα παράπονο από την ελληνική πολιτική ηγεσία. Ο υπουργός Πολιτισμού και ο πρωθυπουργός ήταν πολύ σωστοί απέναντί μου. Προσπάθησαν, βέβαια, να με μεταπείσουν, αλλά η απόφασή μου ήταν αμετάκλητη. Δεν τους ζήτησα να με υποστηρίξουν. Όμως, θεώρησα αγένεια εκ μέρος εκείνων που με χαρακτήρισαν ανεπιθύμητο το να γράψουν και να δημοσιοποιήσουν την επιστολή διαμαρτυρίας τους στα ελληνικά. Εγώ δεν χρησιμοποιώ υπολογιστή, έχω όμως συνεργάτες στο γραφείο μου, οι οποίοι την μετέφρασαν αμέσως και με πληροφόρησαν για το τι ακριβώς έλεγε. Εξάλλου, η έκφραση «persona non grata» είναι λατινική, οπότε δεν χρειάστηκα καμία βοήθεια για να την κατανοήσω.

Θα ανεβάζατε στην Επίδαυρο την 24ωρη παράστασή σας «Ορος Ολυμπος», αυτήν που στην Ελλάδα έγινε γνωστή με το παρωνύμιο «παλλόμενα πέη»;
Το «Ορος Ολυμπος - Για να εξυμνήσουμε το καλτ της τραγωδίας» όπως είναι ο πλήρης τίτλος της παράστασης, δεν είναι εφικτό να ανέβει στην Επίδαυρο, στο Ηρώδειο ή σε υπαίθριο θέατρο γενικώς από τεχνικής άποψης. Υπάρχουν σκηνικά μέσα, επίπεδα που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, μηχανήματα κ.λπ. τα οποία λειτουργούν μόνο σε κλειστό χώρο. Ωστόσο, θα ήθελα πολύ να δημιουργήσω μια παράσταση, ένα θέαμα ειδικά για ένα αρχαίο θέατρο όπως η Επίδαυρος ή το Ηρώδειο. Και μπορεί να γίνει, αρκεί να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή.

Στην Ελλάδα υπάρχει ο αιώνιος διαξιφισμός ανάμεσα σε αυτούς που πιστεύουν ότι η Επίδαυρος μπορεί να φιλοξενήσει ακόμη και σύγχρονες παραστάσεις και σε εκείνους που απορρίπτουν οποιοδήποτε άλλο θέαμα εκτός από τη διδασκαλία αρχαιοελληνικού ρεπερτορίου. Η δική σας άποψη ποια είναι;
Θεωρώ πανέμορφο το θέατρο της Επιδαύρου, όπως και την τοποθεσία όπου βρίσκεται. Το έχω δει όμως μόνο άδειο, δεν έχω παρακολουθήσει παράσταση εκεί. Σέβομαι απόλυτα την παράδοση, είμαι ένθερμος υποστηρικτής της τήρησης των παραδόσεων. Χωρίς αυτές δεν υπάρχει συνέχεια, ακόμη και για την πρωτοπορία. Αν δεν διδάξεις αρχαίο δράμα στους καλλιτέχνες σου, δεν μπορείς να περάσεις στην αβάν-γκαρντ.

Το λέτε αυτό εσείς, ένας κατεξοχήν πρωτοποριακός, αντισυμβατικός, συχνά εικονοκλάστης καλλιτέχνης;
Εκτιμώ βαθιά την αρχαία παράδοση, πιστεύω όμως ότι το κλασικό δράμα μπορεί να παρουσιαστεί με διάφορους σύγχρονους τρόπους. Εχω διαβάσει όλες τις τραγωδίες και τις κωμωδίες, γιατί από αυτές εμπνεύστηκα το «Ορος Ολυμπος» και θεωρώ ότι ο πλούτος του υλικού που υπάρχει σε αυτά τα έργα είναι ανεκτίμητος. Όμως σέβομαι απόλυτα την παραδοσιακή προσέγγιση στις τραγωδίες και τις κωμωδίες, διότι οι νεότερες γενιές πρέπει να έχουν πρότυπα. Ειδάλλως δεν υπάρχει σημείο αναφοράς, κάτι εναντίον του οποίου να επαναστατήσει κανείς ώστε να υπάρξει πρόοδος. Αυτή τη στιγμή στο Βέλγιο αλλά και σε πολλές χώρες της Ευρώπης τα εθνικά θέατρα έχουν εκμοντερνιστεί υπερβολικά, σε βαθμό που έχουν χάσει τον χαρακτήρα τους. Δεν υπάρχουν πλέον παραστάσεις κλασικού ρεπερτορίου. Και αυτό είναι κακό για τις νεότερες γενιές. Όταν εγώ ήμουν νέος πήγαινα από την Αμβέρσα στις Βρυξέλλες για να δω κλασικό θέατρο, το οποίο ήταν πολύ συντηρητικό, πολύ παραδοσιακό. Αυτό όμως ήταν για εμένα ένα πρότυπο, το οποίο είτε θα το υιοθετούσα, είτε θα το πολεμούσα.

Περί Ελλάδος και ελληνικής στύσης

Χρησιμοποιείτε πολύ συχνά ελληνικά μοτίβα στα έργα σας. Επίσης, στο βιβλίο σας «Είμ' ένα λάθος» γράφετε χαρακτηριστικά «ενίοτε είμ’ ένας ήρωας/μ’ ελληνική στύση/που σώζει τον κόσμο/και ταυτόχρονα αποτραβιέμαι/στην κοιλιά ενός μεγάλου ψαριού». Τι το ιδιαίτερο έχει μια ελληνική στύση;
Νομίζω ότι η αρχαιοελληνική είναι μια ωραία στύση. Είναι η πλέον εμβληματική στύση στον κόσμο. Τη βλέπουμε παντού στην αρχαία εικονογραφία -και σήμερα την βλέπουν εξίσου συχνά και όλοι οι τουρίστες στην Ελλάδα, με τα αγαλματάκια των Σατύρων, τα καρτ-ποστάλ με τον Πρίαπο κ.λπ. Πέραν αυτού, στην αρχαία Ελλάδα γίνονταν τα Διονύσια, που διαρκούσαν τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, ήταν ο απόλυτος εορτασμός του ανθρώπινου σώματος, της περηφάνειας για τη σεξουαλικότητα κ.λπ. Πολύ περισσότερο από ό,τι ισχύει σήμερα, που έχουμε γίνει τόσο συντηρητικοί. Γι' αυτό όμως μού αρέσει η αρχαιοελληνική κοινωνία και η εικονογραφία της.

Φαίνεται ότι έχετε αδυναμία στην Ελλάδα. Πώς το εξηγείτε αυτό;
Η ιδιαίτερη σχέση μου με την Ελλάδα οφείλεται στις χελώνες μου: Οταν ήμουν μικρός, είχα δύο χελώνες σαν κατοικίδια, μία αρσενική και μία θηλυκή. Η μητέρα μου, η οποία ήταν πολύ καλλιεργημένη, μου είπε ότι οι αρχαίοι Ελληνες χρησιμοποιούσαν τις χελώνες για να προμαντεύουν το μέλλον. Τα όστρακά τους είναι οι αρχαιότερες μαντικές πέτρες στην ιστορία του κόσμου. Στους Δελφούς διάβαζαν οιωνούς στα καβούκια από τις χελώνες. Με τις διηγήσεις της η μητέρα μου με ενέπνευσε, επισημαίνοντάς μου την Ελλάδα και την ιστορία της. Το 1976 έκανα την πρώτη μου μικρού μήκους ταινία, τη γύρισα μόνος μου με μια κάμερα 8mm. Παρουσίαζε το πώς καίγεται ένα σπίρτο, αφήνοντας πίσω του μόνο στάχτη. Είχε τον τίτλο «Πώς ο Προμηθέας φτιάχνει τον δικό του πνιγμό». Ο συγκεκριμένος μυθολογικός ήρωας κλέβει τη φωτιά από τους θεούς και τη δίνει στους ανθρώπους. Στην ουσία, το ίδιο κάνουν και οι καλλιτέχνες: Παίρνω τη φωτιά του Μποντλέρ, ή του Ρούμπενς, για να την προσφέρω στις νεότερες γενιές.

Μάθατε κάτι για τους Ελληνες από τη σύγχρονη περιπέτειά σας με το Φεστιβάλ Αθηνών;
Αυτό που διαπίστωσα για τους Ελληνες είναι ότι έχετε μια βαθιά, γενετική τάση προς την εξέγερση. Σας αρέσει να διαμαρτύρεστε. Από μια άποψη, βρίσκω την αναρχία της διαμαρτυρίας θετική -αρκεί να προσέξεις να μην καταστρέψεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Οπότε θεωρώ ότι είναι καλό που οι καλλιτέχνες ύψωσαν τη δική τους φωνή. Δεν βρίσκω όμως ότι είναι εποικοδομητική η μέθοδός τους, το ότι με αποκάλεσαν ανεπιθύμητο. Δεν είναι τρόπος αυτός να κάνεις διάλογο. Η διαμαρτυρία, κανονικά, δεν αποκλείει τον διάλογο.

Πιστεύετε ότι η ένταση που δημιουργήθηκε έχει σχέση με την κρίση την οποίαν βιώνει η ελληνική κοινωνία;
Το να επικαλείσαι την οικονομική κρίση είναι κάτι πολύ εύκολο. Κι εγώ όταν σπούδαζα δεν είχα λεφτά, ήμουν υποχρεωμένος να δουλεύω μέρα-νύχτα για να επιβιώσω. Στη Νέα Υόρκη πχ επί δύο χρόνια ζούσα με ένα σακουλάκι τσιπς και τέσσερα αβγά την ημέρα. Ελάτε τώρα, πρέπει να είστε ειλικρινείς εσείς οι Ελληνες. Ξαφνικά διοργανώσατε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ενώ ο πληθυσμός της Ελλάδας είναι μικρότερος από αυτόν του Βελγίου. Κι εμείς είμαστε στο κέντρο της Ευρώπης. Η Ολυμπιακή Επιτροπή έχει επισκεφτεί το Βέλγιο περίπου 30 φορές. Εχουμε διεκδικήσει τη διοργάνωση των Αγώνων επανειλημμένα, ποτέ όμως δεν έκαναν δεκτή την αίτησή μας. Κι αυτό διότι είμαστε πολύ μικρή χώρα και πολύ φτωχή. Ενώ η Ελλάδα πήρε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Και ύστερα απορείτε για το πώς βρεθήκατε σε οικονομική κρίση. Δεν μου κάνει καμία εντύπωση που τώρα καλείστε να πληρώσετε για όλα αυτά.

Έχετε μάθει κάποια ελληνική λέξη;

Πολλές, αλλά μία από τις πιο όμορφες λέξεις που γνωρίζω είναι το «φάρμακον». Και νομίζω ότι η δουλειά μου στην τέχνη είναι ένα «φάρμακον»: Κάτι που μπορεί να σε σώσει ή να σε δηλητηριάσει. Ας πούμε ότι πήρα κι εγώ λίγο δηλητήριο από την ελληνική εμπειρία μου με το Φεστιβάλ. Κατόπιν όμως αυτό το ίδιο με θεράπευσε. Γιατί κέρδισα σε αυτογνωσία.


Τα βιβλία του Γιάν Φαμπρ που εκδόθηκαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νήσος:






Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr