Υπνοθεραπεία ή κλινική ύπνωση; Πού τελειώνει η επιστήμη και αρχίζει ο τσαρλατανισμός
29.09.202609:03
Βασίλης Τσακίρογλου
Πώς διαχωρίζονται και τι ακριβώς σημαίνει ο όρος «κλινική ύπνωση» - Υπό ποιες προϋποθέσεις πρέπει να χρησιμοποιείται και γιατί χρειάζεται προσοχή - Τι υπόσχονται οι κάθε λογής κομπογιαννίτες με υπνοθεραπείες διά πάσαν νόσον
Ενδεχομένως δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απλή ονομαστική αναφορά στην «υπνοθεραπεία» για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε έναν κοινό κομπογιαννίτη και έναν επιστήμονα.
Αποδεκτός εντός του φάσματος της ιατρικής επιστήμης ή ευρύτερα των επιστημών υγείας, σωματικής και ψυχικής, είναι μόνο ο όρος «κλινική ύπνωση», ο οποίος χρονολογείται τουλάχιστον στον 19ο αιώνα και τις έρευνες των τότε πρωτοπόρων ιατρών που εν τέλει οδήγησαν στην ψυχανάλυση του Σίγκμουντ Φρόιντ. Και δεν υπάρχει υπνοθεραπεία ως αυτόνομη προσέγγιση ίασης ασθενειών, ακριβώς επειδή η κλινική ύπνωση είναι ένα εργαλείο ανάμεσα σε άλλα.
Ενα μέσο το οποίο χρησιμοποιούν ορισμένοι γιατροί, ψυχοθεραπευτές (ακόμη και οδοντίατροι), αλλά υπό δύο θεμελιώδεις προϋποθέσεις: α) ότι έχουν εκπαιδευτεί και πιστοποιηθεί στην κλινική ύπνωση, συνήθως με μεταπτυχιακές σπουδές και σειρά σεμιναρίων σε έγκυρους επιστημονικούς φορείς, ΑΕΙ με εξειδικευμένα τμήματα και διδάσκοντες, με συσσωρευμένη τεχνογνωσία κ.ο.κ., β) χρησιμοποιούν την κλινική ύπνωση σε συνδυασμό με άλλες, επιστημονικά έγκυρες, μεθόδους διάγνωσης και θεραπείας. Αντιθέτως, ο τσαρλατανισμός διαλαλεί ότι η υπνοθεραπεία είναι από μόνη της μια μυστικιστική διαδικασία, η οποία υποτίθεται πως καλύπτει το κενό ανάμεσα στην επιστήμη και τη μεταφυσική. Οι υπνοθεραπευτές ευαγγελίζονται ότι μέσω του υπνωτισμού μπορούν να γιατρέψουν λίγο πολύ τα πάντα, από αγχώδεις διαταραχές έως χρόνιους πόνους στις αρθρώσεις. Συν, βεβαίως, την πρόσβαση σε προηγούμενες ζωές, αποκατάσταση επικοινωνίας με τα πνεύματα τεθνεώτων συγγενών και φίλων κ.ο.κ.
Προφανώς εξ αφορμής της θλιβερής περίπτωσης Μαζωνάκη, η υπνοθεραπεία και η (μη) αξιοπιστία της βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης - αλλά και μιας τεράστιας απορίας για το τι πραγματικά είναι. Επιστήμη ή ψευδοεπιστήμη; Πανάκεια ή μια παρακινδυνευμένη, χαμηλής αποτελεσματικότητας μέθοδος στην καλύτερη εκδοχή της; Οπως έχει επικρατήσει λόγω της διάδοσης της φιλολογίας περί την ψυχανάλυση, είναι άραγε η ύπνωση η «βασιλική οδός» προς το ασυνείδητο, δηλαδή την περιοχή όπου ο εγκέφαλος φυλάσσει τα πλέον μύχια μυστικά του, τα οποία και αποκαλύπτονται μόνο όταν ο ασθενής χάνει τον συνειδητό έλεγχο όσων σκέφτεται και εξωτερικεύει; Τυπικά, πάντως, κλινική ύπνωση ορίζεται γενικώς η επίτευξη μιας κατάστασης συνείδησης, η οποία χαρακτηρίζεται από εστιασμένη προσοχή, μειωμένη περιφερική επίγνωση και αυξημένη ικανότητα ανταπόκρισης του υπνωτιζόμενου στην υποβολή.
Λόγω της ευρύτατης δημοσιότητας που απέκτησε αιφνιδίως η υπνοθεραπεία σε ΜΜΕ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάποιοι αποπειράθηκαν να διαφωτίσουν το κοινό να ξεχωρίσει την αλήθεια από την πλάνη, ιδιαίτερα την εσκεμμένη.
Ο Κωνσταντίνος-Ρωμανός Ζησιμόπουλος, επί παραδείγματι, ψυχολόγος και ψυχοθεραπευτής, εκπαιδευμένος στην κλινική ύπνωση, σε τηλεοπτική παρέμβασή του εξήγησε ότι «η ύπνωση μπορεί να είναι πάρα πολύ βοηθητική στη διαχείριση του άγχους, καθώς και σε ορισμένα από τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Εχουμε δει επίσης ότι η κλινική ύπνωση συμβάλλει στην ανακούφιση του χρόνιου πόνου, αλλά επ’ ουδενί θα λέγαμε πως είναι θαυματουργή. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί παντού και, κυρίως, δεν αποτελεί θεραπεία από μόνη της. Πάντοτε η κλινική ύπνωση πρέπει να χρησιμοποιείται μέσα στο ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο, δηλαδή μαζί με την ψυχοθεραπεία».
Η απαρχή
Μια μικρή αναδρομή στις απαρχές της επιστημονικής κλινικής ύπνωσης, ιδιαίτερα σε συνάφεια με την ψυχανάλυση που ανέπτυξε ο Σίγκμουντ Φρόιντ, χρησιμεύει ως εισαγωγή στη συγκεκριμένη μέθοδο. Οπως αναγράφεται στο βιβλίο αναφοράς του Ανρί Φ. Ελενμπέργκερ «Η ανακάλυψη του ασυνείδητου - Ιστορία και εξέλιξη της Δυναμικής Ψυχιατρικής» (ΗΠΑ 1970), ήδη από το 1870 ο σκαπανέας της ψυχοθεραπείας, ο Γάλλος νευρολόγος και καθηγητής της Παθολογοανατομίας Ζαν-Μαρτέν Σαρκό, ερεύνησε επίπονα μορφές υστερίας σε γυναίκες νοσηλευόμενες στο νοσοκομείο Σαλπετριέρ των Παρισίων. Ανάμεσα στις πιο εντυπωσιακές ανακαλύψεις του Σαρκό ήταν τα ευρήματά του για το πώς λειτουργούσαν κάποιες τραυματικές παραλυσίες, παθήσεις που έως το 1880 αποδίδονταν από τους γιατρούς σε βλάβες του νευρικού συστήματος, ύστερα από ατυχήματα κ.λπ. Το 1884, λοιπόν, τρεις άνδρες που έπασχαν από μονοπληγία (παράλυση σε ένα μέλος του σώματος), φέρ’ ειπείν στο ένα τους χέρι, εισήχθησαν στο Σαλπετριέρ. Ο Σαρκό κατάφερε να αποδείξει, για πρώτη φορά στην ιστορία της σύγχρονης Ιατρικής, ότι τα συμπτώματα αυτής της παράλυσης ήταν ακριβώς όμοια με εκείνα της υστερικής -ήτοι της «κατά φαντασίαν», της ψυχογενούς- παράλυσης. Κατόπιν, ο Σαρκό προχώρησε σε μια πειραματική, εσκεμμένη και ελεγχόμενη αναπαραγωγή παρόμοιων παραλύσεων χρησιμοποιώντας την ύπνωση. Ο Σαρκό έπεισε, δηλαδή, υγιείς ανθρώπους τους οποίους υπνώτισε ότι το ένα χέρι τους θα παρέλυε.
Οι παραλυσίες που προέκυψαν από την ύπνωση και την υποβολή του Σαρκό αποδείχθηκαν πανομοιότυπες ως προς τα συμπτώματά τους τόσο με τις υστερικές παραλύσεις των νοσηλευόμενων γυναικών ασθενών στη Σαλπετριέρ όσο και με τις μετατραυματικές παραλύσεις των τριών ανδρών ασθενών, οι οποίοι όμως είχαν υποστεί πραγματικό σωματικό τραυματισμό. Αναπαράγοντας αυτές τις παραλυσίες, βήμα προς βήμα, ο Σαρκό συνειδητοποίησε πως μπορούσε να τις θεραπεύσει κιόλας, ακολουθώντας την αντίστροφη διαδικασία.
Και όταν το πέτυχε και αυτό, αποφάσισε να κάνει μια επίδειξη των ανακαλύψεών του σε συναδέλφους του. Ο Σαρκό επέλεξε άτομα που ανταποκρίνονταν καλύτερα στον υπνωτισμό και τους εμφύτευσε στο μυαλό την ιδέα ότι, όταν θα ξυπνούσαν από την ύπνωση, με ένα ελαφρύ χτύπημα στην πλάτη, το χέρι τους θα παρέλυε. Μόλις λοιπόν τα άτομα του πειράματος βγήκαν από την κατάσταση του ύπνου παρουσίασαν τη συνήθη μεταϋπνωτική αμνησία, αλλά αμέσως μόλις ένιωσαν χτύπημα στην πλάτη, προσβλήθηκαν αυτομάτως από μονοπληγία του χεριού, ακριβώς του ίδιου τύπου με τη μετατραυματική μονοπληγία. Ο Σαρκό ήταν ένας μεγαλοφυής γιατρός και δεν αναζητούσε τον πρόσκαιρο κι ακόμη λιγότερο τον πλαστό εντυπωσιασμό. Ούτε οι ασθενείς του υποκρίνονταν, βάσει κάποιας σκηνοθεσίας. Απλώς η μέθοδός του απέφερε θεαματικά αποτελέσματα. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και ο ίδιος ο Σαρκό εξέφρασε πολύ σοβαρές επιφυλάξεις για τα περιθώρια δράσης της κλινικής ύπνωσης. Επιπλέον, σε κατοπινές έρευνές του εισηγήθηκε τον διαχωρισμό ανάμεσα στη «δυναμική αμνησία», στην οποία οι χαμένες αναμνήσεις μπορούν να ανακτηθούν με την κλινική ύπνωση, και την «οργανική αμνησία», κατά την οποία το αποτύπωμα γεγονότων, προσώπων, συναισθημάτων κ.λπ. στη μνήμη του ασθενούς έχουν διαγραφεί διά παντός.
Από τον ύπνο στον λόγο
Καταγοητευμένος από τις επαναστατικές ανακαλύψεις του Σαρκό, ο Φρόιντ μετέβη στο Παρίσι την περίοδο 1885-1886, προκειμένου να μελετήσει επισταμένως την ύπνωση υπό την καθοδήγηση του μεγάλου Γάλλου δασκάλου. Και όντως, αναζητώντας μια εναλλακτική οδό στην αποκωδικοποίηση των μυστηρίων του ανθρώπινου ψυχισμού, ο Φρόιντ αφοσιώθηκε με πάθος στη διερεύνηση των δυνατοτήτων της κλινικής ύπνωσης. Για ένα ανήσυχο πνεύμα όπως ο Φρόιντ, ο οποίος τότε ήταν μόλις 30 ετών, με μεγάλη εμπειρία στη μελέτη του ανθρώπινου εγκεφάλου, τη σύγκρισή του με άλλων ειδών από ανατομικής πλευράς κ.λπ., η διαπίστωση ότι μια υστερική παράλυση μπορεί να ταυτίζεται ως προς τα συμπτώματα με μια πραγματική νευρολογική βλάβη τον συγκλόνισε. Ηταν η απόλυτη ανατροπή, καθώς μέχρι την έλευση του Σαρκό η ιατρική κοινότητα πίστευε το αντίστροφο, ότι δηλαδή η υστερία οφείλεται σε νευρολογικές παθήσεις. Μετά τον Σαρκό, ο Φρόιντ συνέχισε τη διερεύνηση της ύπνωσης δίπλα σε έναν άλλο διαπρεπή γιατρό, τον συμπατριώτη του Αυστριακό Γιόζεφ Μπρόιερ. Ο οποίος χρησιμοποιούσε την κλινική ύπνωση όχι μόνο για τη θεραπεία συμπτωμάτων υστερίας, αλλά και για την περαιτέρω ανίχνευση των αιτίων της εκάστοτε υστερίας.
Ο Φρόιντ αφοσιώθηκε με πάθος στη διερεύνηση των δυνατοτήτων της κλινικής ύπνωσης
Ο Μπρόιερ, ακριβώς όπως το περιγράφει, έστω και εκλαϊκευμένα, ο Ιρβιν Γιάλομ στο περίφημο μπεστ σέλερ του «Οταν έκλαψε ο Νίτσε», άνοιξε τον δρόμο στον Φρόιντ, ξεπερνώντας ακόμη και τα όρια της κλινικής ύπνωσης. Διότι στην προσπάθειά του να θεραπεύσει μια βαριά υστερική περίπτωση με πολλαπλά συμπτώματα (από παράλυση στο πρόσωπο μέχρι ανεμογκάστρι), την περίφημη «Αννα Ο.» -κατά κόσμον Βέρθα Παπενχάιμ-, ο Μπρόιερ δοκίμασε την «ομιλούσα θεραπεία», μια νέα μέθοδο που βασιζόταν στην εκδίπλωση νοητικών συνειρμών σε τυχαία και φαινομενικά μη ορθολογική αλληλουχία. Κάπως έτσι, μέσα από τις πολύωρες συζητήσεις με τον Μπρόιερ για την πρόοδό του στη θεραπεία της Αννας Ο., ο Φρόιντ ξεγέννησε την ψυχανάλυση μέσα από τα σπλάχνα της κλινικής ύπνωσης.
Για την ιστορία, ο Φρόιντ εστίασε αποκλειστικά στην ανάλυση του λόγου του ασθενούς, εγκαταλείποντας ολοκληρωτικά τη μέθοδο της ύπνωσης. Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς της ψυχοθεραπείας, αυτό συνέβη, σε πολύ μεγάλο βαθμό, επειδή πιθανότατα ο Φρόιντ, ασχέτως εάν ήταν ένας ιδιοφυής διανοητής, ήταν ανεπαρκής στην άσκηση της ψυχοθεραπείας καθαυτής, ιδίως στην εγκατάσταση ενός διαύλου αποδοτικής επικοινωνίας με τον θεραπευόμενό του. Επιπλέον, δε, ο μέγας Φρόιντ ήταν κάκιστος υπνωτιστής.
Η βιολογική άποψη
Επιστρέφοντας στη σημερινή πραγματικότητα, ο υπνωτισμός ενός ασθενούς και η εργασία που εκτελεί ο ειδικός ο οποίος τον οδηγεί, βάσει συγκεκριμένης μεθοδολογίας, σε κατάσταση ύπνωσης δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και την εξουδετέρωση ή έστω την άμβλυνση των όποιων συμπτωμάτων.
Ωστόσο, όπως αναλύει σε εκτενείς δημοσιεύσεις του ο ερευνητής Νευροεπιστήμης και Νευροτεχνολογίας δρ Δημήτριος Γ. Κίμογλου, «η κλινική ύπνωση αποτελεί μια πλήρως αναγνωρισμένη, επιστημονικά τεκμηριωμένη ιατρική και ψυχοθεραπευτική μέθοδο, η οποία αξιοποιεί τη νευροβιολογία του εγκεφάλου για θεραπευτικούς σκοπούς. Η εγκυρότητα της κλινικής ύπνωσης κατοχυρώνεται θεσμικά από κορυφαίους διεθνείς οργανισμούς, όπως η Αμερικανική Ιατρική Ενωση (AMA) από το 1958, η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία (APA), ο Βρετανικός Ιατρικός Σύλλογος (BMA) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO). Μάλιστα, σύμφωνα με τα απεικονιστικά δεδομένα, η νευροφυσιολογική υπόσταση της υπνωτικής κατάστασης αποδεικνύεται περίτρανα μέσω προηγμένων μεθόδων νευροαπεικόνισης υψηλής ευκρίνειας, οι οποίες καταγράφουν συγκεκριμένες τοπογραφικές μεταβολές στην εγκεφαλική λειτουργία». Ο δρ Κίμογλου απαριθμεί μία σειρά από εμφανείς διαφοροποιήσεις στην εικόνα που παρουσιάζουν συγκεκριμένες ζώνες του εγκεφάλου, ανάμεσα στην κατάσταση συνείδησης και σε εκείνη της ύπνωσης.
Με αποτελέσματα όπως η μείωση στα επίπεδα έκκρισης κορτιζόλης, επινεφρίνης και νοραδρεναλίνης στον ορό του αίματος, ανατρέποντας τα παθολογικά φορτία του χρόνιου στρες, η ελάττωση της καρδιακής συχνότητας και η σταθεροποίηση της αρτηριακής πίεσης κ.ά.
Ο υπνοθεραπευτής Νάσος Κομιανός που θα έβλεπε
τον Γιώργο Μαζωνάκη
μετά την πλασμαφαίρεση
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εν τέλει, η κλινική ύπνωση, πάντα υπό τον όρο ότι εφαρμόζεται κατά την ορθή επιστημονική μεθοδολογία, είτε ως συμπληρωματική είτε και ως αυτόνομη θεραπευτική παρέμβαση, αξιοποιείται σε κλινικά πεδία όπως η διαχείριση του χρόνιου και οξέος πόνου (ημικρανίες, διαχείριση αγχογόνων καταστάσεων στην οδοντιατρική, αλλά και σε καρκινοπαθείς μέσω της τροποποίησης της κεντρικής αντίληψης του πόνου), σε αγχώδεις διαταραχές και φοβίες, ψυχοσωματικές παθήσεις που επιδεινώνονται από το στρες, στη διακοπή εξαρτήσεων και τις διαταραχές του ύπνου.
Ωστόσο, ακόμη και πεπειραμένοι, επιστημονικά καταρτισμένοι και πιστοποιημένοι θεραπευτές που τη συμπεριλαμβάνουν στις μεθόδους φροντίδας των ασθενών τους επαναλαμβάνουν ότι η κλινική ύπνωση συνιστά μεν μια ψυχολογική και ψυχοφυσιολογική παρέμβαση, η οποία εξακολουθεί, δε, να μελετάται πειραματικά και κλινικά επί πολλές δεκαετίες. Τα αποτελέσματα αυτής της εν εξελίξει έρευνας αφενός επιβεβαιώνουν τη χρησιμότητά της, αφετέρου όμως προειδοποιούν από μόνα τους για την αυξημένη προσοχή στο ποιος υπνωτίζει ποιον και με ποιον τρόπο.