Έναν ισχυρισμό που, αν τεκμηριωθεί, θα ανοίξει μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της διακοινοτικής βίας του 1963 στη
Κύπρο φέρνει στο προσκήνιο ο Τουρκοκύπριος εκδότης και γενικός διευθυντής της εφημερίδας Yeni Bakış, Γιουσούφ Κίσα. Υποστηρίζει ότι έλαβε ως «διαθήκη» μαρτυρία για περίπου 80 Ελληνοκύπριους που αποκεφαλίστηκαν και ρίχτηκαν σε πηγάδι σε χωριό της Κύπρου, χωρίς να έχει παρουσιαστεί μέχρι στιγμής οποιοδήποτε ανεξάρτητα επαληθεύσιμο στοιχείο.
Η «διαθήκη» ενός αυτόπτη μάρτυρα
Σύμφωνα με όσα δημοσιεύει η Yeni Bakış, ο Κίσα αναφέρει ότι ένας ηλικιωμένος, γεννημένος το 1942 και αποβιώσας «κοντά στα δέκα χρόνια» πριν, του εκμυστηρεύτηκε πως είχε δει με τα μάτια του τη
δολοφονία «περίπου 80» Ελληνοκυπρίων το 1963, αποδίδοντας την πράξη στον ίδιο του τον θείο. Ο ίδιος άνθρωπος, όπως ισχυρίζεται ο Κίσα, τον είχε αποτρέψει τότε να το δημοσιοποιήσει και του ζήτησε να το αποκαλύψει μόνο μετά τον θάνατό του, υποδεικνύοντας και το χωριό καθώς και το σημείο του πηγαδιού.
Ο Τουρκοκύπριος εκδότης περιγράφει τη σιωπή ως «βάρος» και λέει ότι η δημοσιοποίηση γίνεται για να τηρήσει την υπόσχεση. Το κρίσιμο, ωστόσο, παραμένει αν η πληροφορία συνοδεύεται από συγκεκριμένα δεδομένα που μπορούν να αξιοποιηθούν για να ελεγχθούν.
«Θα ερευνηθεί η πληροφορία»
Στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος στη Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων (ΔΕΑ), Λεωνίδας Παντελίδης, ανέφερε πως οι Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι της περιόδου 1963-64 είναι 44 έως 45, εκ των οποίων έχουν εντοπιστεί 20, σημειώνοντας ότι η Επιτροπή θα κάνει ό,τι χρειαστεί για να διερευνηθεί η πληροφορία που δημοσιοποιήθηκε για «μαζική δολοφονία 80 Ελληνοκυπρίων γύρω στο 1963».
Η φράση «θα ερευνηθεί» μεταφράζεται πρακτικά σε ένα πράγμα. Αν υπάρξει επαρκής καθοδήγηση για τοποθεσία, χρόνο και συνθήκες, η ΔΕΑ μπορεί να κινηθεί με τη μεθοδολογία που εφαρμόζει εδώ και χρόνια, δηλαδή έρευνα, εκσκαφή, ανθρωπολογική ανάλυση και ταυτοποίηση μέσω DNA.
Η ΔΕΑ είναι δικοινοτικός θεσμός, που συστάθηκε το 1981 με συμμετοχή των Ηνωμένων Εθνών, με σκοπό την εκταφή, ταυτοποίηση και παράδοση λειψάνων στις οικογένειες, βάσει συμφωνημένου καταλόγου 2.002 αγνοουμένων από τις συγκρούσεις 1963-64 και την τουρκική εισβολή του 1974. Από αυτούς, 1.510 είναι Ελληνοκύπριοι και 492 Τουρκοκύπριοι.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στπιχεία της ΔΕΑ με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 2025, έχουν καταγραφεί 1.713 εκταφές, 1.058 ταυτοποιήσεις και 216 «άλλες ταυτοποιήσεις» εκτός του επίσημου καταλόγου. Στους Ελληνοκύπριους, 762 έχουν ταυτοποιηθεί και 748 παραμένουν αγνοούμενοι, ενώ στους Τουρκοκύπριους 296 έχουν ταυτοποιηθεί και 196 παραμένουν αγνοούμενοι.
Η βία του Δεκεμβρίου του 1963 και η κλιμάκωση που ακολούθησε οδήγησαν, τον Μάρτιο του 1964, στη συγκρότηση της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΟΗΕ στην Κύπρο, με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Στην Κύπρο, οι ιστορίες των αγνοουμένων δεν είναι «παρελθόν», είναι ανοικτές υποθέσεις. Αν ο ισχυρισμός του Τουρκοκύπριυ εκδότη συνοδευτεί από συγκεκριμένη τοποθεσία και υλικό που να μπορεί να ελεγχθεί, τότε θα ακολουθηθεί διαδικασία που έχει συμφωνηθεί ώστε να ταυτοποιηθούν λείψανα.