Αθηνά Μαξίμου: Η ζωή είναι μια συμφιλίωση

Η Αθηνά Μαξίμου δεν γνωρίζει αν η ζωή της περιστρέφεται γύρω από το θέατρο, ξέρει, όμως, ότι το θέατρο είναι ένας υπέροχος τρόπος για να ζεις τη ζωή

Μπορεί στη σκηνή ως Ιρίνα στις εμβληματικές «Τρεις Αδελφές» του Αντον Τσέχοφ να αντιστέκεται στο άγνωστο και στο καινούριο, εθελοτυφλώντας για τον κόσμο που αλλάζει με κεκτημένη φρενήρη ταχύτητα, όμως στη ζωή της η Αθηνά Μαξίμου έχει επιλέξει όχι μόνο να καλωσορίζει την αλλαγή, αλλά μάλλον να την επιδιώκει. Και μάλιστα χωρίς να συμβιβάζεται. Επιλέγει συνειδητά να συμφιλιώνεται με τα πράγματα, με τους ανθρώπους, με την ίδια τη ζωή.

Αλλωστε και στη δουλειά της είχε όλες τις προϋποθέσεις μετά τη σαρωτική ερμηνεία της στο φιλμ «Αυτή η νύχτα μένει» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, πριν από 20 χρόνια, να συμβιβαστεί και να εξαργυρώσει τη ματαιοδοξία της στην τηλεόραση και την πολλή συνάφεια του κόσμου. Δεν το έπραξε. Και κυρίως δεν το μετάνιωσε. Η καριέρα της στο θέατρο είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους πιστεύουν πως δεν υπάρχει ζωή πέραν και εκτός της μικρής οθόνης. Και της έχει εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη πολυτέλεια στους καιρούς μας: να απασχολεί αποκλειστικά για τους σωστούς λόγους. Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αγωνία γι’ αυτή τη νέα φιλόδοξη προσπάθεια στο Θέατρο Βεάκη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.
Maxi φόρεμα από δέρμα και τούλι, Pinko, Μπότες με πούπουλα Steve Madden, NAK Shoes

GALA: Τρεις εβδομάδες παραστάσεων είναι αρκετές ώστε να απαλλαγεί ένας ηθοποιός από τον φόβο ενός ακόμα άγνωστου, που για την περίπτωση συμπυκνώνεται σε μια νέα πρεμιέρα;

Αθηνα Μαξιμου: Πάντα υπάρχει αγωνία και άγχος για το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης εργασίας πάνω σε ένα έργο. Αυτό ανήκει και αφορά σε όλους τους συντελεστές. Οχι μόνο τον ηθοποιό. Ο μεγαλύτερος φόβος επί της ουσίας είναι να μπορέσει κανείς να έχει σωστή λειτουργία σκηνικά. Να μην τον καταβάλλει το στρες ή το άγχος έτσι ώστε να είναι αποτελεσματικός και να πράττει αυτό που ζητήθηκε.

G.: Είστε από τους ηθοποιούς που υπακούν τυφλά τον σκηνοθέτη ή γίνεστε πιο παρεμβατική;

Α.Μ.: Αναλόγως την περίπτωση και τη συνθήκη. Θεωρώ πως όταν ένας ηθοποιός λέει «ναι» σε μια συγκεκριμένη δουλειά και σε αυτό που οραματίζεται κάθε σκηνοθέτης κάθε φορά οφείλει να το εμπιστευτεί. Εξάλλου αυτή είναι η δουλειά μας. Ευτυχώς αυτό το κατάλαβα από πολύ νωρίς. Ηδη από το 1997, όταν συνεργάστηκα με έναν πολύ σημαντικό σκηνοθέτη, τον Ματίας Λάνχοφ, για τις «Βάκχες» στην Επίδαυρο με το ΚΘΒΕ. Κατάλαβα πως ο σκηνοθέτης δίνει το παράθυρο από το οποίο κοιτάζει μια ομάδα ανθρώπων και κάθε ηθοποιός οφείλει να βρει τον τρόπο για να κοιτάξει από αυτό το παράθυρο και να το υπερασπιστεί.

G.: Υπάρχει όμως και η ματαιοδοξία.

Α.Μ.: Φυσικά και υπάρχει ματαιοδοξία. Οχι μόνο στους ηθοποιούς. Και στους σκηνοθέτες. Είναι πάντα κατά συνθήκη τα πράγματα. Ομως οφείλω να ομολογήσω ότι στην παράσταση των «Τριών Αδελφών» συμβαίνει κάτι που σπάνια συναντάς στο θέατρο. Και αυτό οφείλεται στην ενέργεια και στον τρόπο του Δημήτρη Καραντζά. Είμαστε τόσο σκηνικά γενναιόδωροι και ανοιχτοί ο ένας στον άλλον... Είναι υπέροχο.

G.: Είναι δύσκολη η δουλειά του ηθοποιού;

Α.Μ.: Οταν ένας άνθρωπος αγαπά αυτό που κάνει και θέλει να το κάνει σωστά και αποτελεσματικά ποτέ δεν είναι εύκολο. Είτε είσαι γιατρός, είτε δημοσιογράφος, είτε δημόσιος υπάλληλος. Οταν ένας άνθρωπος θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του αντιμετωπίζει δυσκολίες. Χρειάζεται φροντίδα και προσωπική κατάθεση.

G.: Πώς αποφασίσατε λοιπόν να κάνετε αυτή τη δύσκολη δουλειά;

Α.Μ.: Ο πατέρας μου ήταν ζωγράφος και η μητέρα μου διακοσμήτρια. Σίγουρα τους πρώτους σπόρους τούς πήρα από αυτούς. Παρακολουθούσαν θέατρο, ακούγαμε πολλή μουσική στο σπίτι, οπότε πολύ γρήγορα, πολύ μικρή, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν καταλάβαινα τι είναι ακριβώς αυτό που ονομάζουμε τέχνη ή έκφραση, αλλά αντιλήφθηκα ότι αυτή η περιοχή που αργότερα αρθρώθηκε λογικά μέσα μου ως τέχνη είναι κάτι πολύ σημαντικό για το μέσα του ανθρώπου.

Μεταξωτό body με κρόσια Elisabetta Franchi, Eponymo Μαύρο δερμάτινο παντελόνι καμπάνα Wyou, Notos Μαύρα μποτάκια με μεταλλική λεπτομέρεια, Steve Madden, NAK Shoes


G.: Οπότε δεν συναντήσατε αντιδράσεις από την οικογένειά σας;

Α.Μ.: Οχι, αντίδραση δεν υπήρχε. Γενικά οι γονείς μου ήταν δύο άνθρωποι που δεν είχαν τέτοιου τύπου ταμπού.

G.: Η τέχνη ήταν το ίδιο γοητευτική και όταν πια γίνατε επαγγελματίας ηθοποιός;

Α.Μ.: Οταν κανείς είναι νέος και βρίσκεται σε μια σχολή όλα φαντάζουν αλλιώς: πως όταν τελειώσεις όλες οι πόρτες θα είναι ανοιχτές για σένα, πως είσαι καταπληκτικός, υπέροχος, πως τα πράγματα τα κατέχεις και τα ορίζεις. Είναι η αλαζονεία της νεότητας. Οταν όμως μπαίνεις σιγά-σιγά στην πραγματικότητα και ενηλικιώνεσαι καταλαβαίνεις ότι τίποτα δεν είναι εύκολο, ότι τίποτα δεν κατέχεις, ότι για όλα χρειάζεται προσπάθεια και δουλειά και, επίσης, ότι αυτό είναι κάτι που δεν σταματάει ποτέ. Εξελίσσεσαι, αντιλαμβάνεσαι, κατατάσσεις τις εμπειρίες σου, αναθεωρείς, μετακινείσαι.

G.: Πάντως δεν σας πλάνεψε η φωτογενής πλευρά της δουλειάς σας. Επιλέξατε να είστε πιο ουσιαστική. Πώς έγινε αυτό;

Α.Μ.: Δεν με πλάνεψε από φόβο. Ομως κατάλαβα μετά από χρόνια ότι αυτός ο φόβος ήταν μια πολύ σωστή προστασία γι’ αυτό που είμαι εγώ. Κάποιος άλλος μπορεί να έκανε το αντίθετο και να είχε καταπληκτικά αποτελέσματα. Αυτός ο φόβος ήταν προφανώς αποτέλεσμα μιας πραγματικής βαθιάς μου ανάγκης για κάτι άλλο.

G.: Τον πρώτο ρόλο που ερμηνεύσατε ποτέ τον θυμάστε;

Α.Μ.: Βεβαίως τον θυμάμαι. Ηταν σε μια παιδική παράσταση, την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων». Εκανα την κάμπια, η οποία μεταμορφωνόταν σε πεταλούδα. Ηταν φοβερή εμπειρία. Μόλις είχα τελειώσει τη σχολή και είχα μπει στο δυναμικό του ΚΘΒΕ και θυμάμαι ότι έλεγα: «Χριστέ μου, έγινα ηθοποιός για να παίζω το βράδυ και να μην ξυπνάω από τα άγρια χαράματα» και ξαφνικά είχε συμβεί το εντελώς αντίθετο. Μετά κατάλαβα ότι αυτή η δουλειά δεν έχει ώρες. Ούτε βράδια, ούτε χαράματα. Δουλεύεις συνέχεια. Και στον ξύπνιο σου και στον ύπνο σου.

Μεταξωτό pinstripe ανθρακί σακάκι Marella, Attica Δερμάτινο ανθρακί παντελόνι Max Mara, Attica Μαύρα μποτάκια με μεταλλική λεπτομέρeια, Steve Madden, NAK Shoes


G.: Στην Αθήνα σάς έφερε το σινεμά, σωστά;

Α.Μ.: Ηρθα στην Αθήνα για το φιλμ «Αυτή η νύχτα μένει» του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Ηταν μια πολύ ισχυρή αφορμή. Ο τρόπος που γίνονταν τότε τα πράγματα στο ΚΘΒΕ δεν ήταν για μένα ικανοποιητικός. Αναζητούσα μια διέξοδο, απλώς ο τρόπος που ήρθε η ταινία έγινε η αφορμή για να εδραιωθώ στην Αθήνα.

G.: Πώς γεννήθηκε αυτή η συνεργασία;

Α.Μ.: Είναι μια πολύ παλιά και πολύ συγκινητική ιστορία. Ενας φίλος και συνάδελφος που δεν υπάρχει πια -κάναμε πολλή παρέα τότε- μου τηλεφώνησε και μου είπε για την οντισιόν του Παναγιωτόπουλου. Δεν ήξερα καν ποιος είναι. Ημουν νέο παιδί, άσχετο. Οντως κατέβηκα στην Αθήνα, άργησα μιάμιση ώρα στο κάστινγκ γιατί δεν είχα ιδέα πόσο χρόνο θες να μετακινηθείς από το ένα σημείο της πόλης στο άλλο, έκανα την οντισιόν και γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Μετά από μια εβδομάδα χτύπησε το τηλέφωνο. Ηταν ο Παναγιωτόπουλος και ήθελε να με δει ξανά. Ετσι κατέβηκα, κάναμε μια συζήτηση, μας διάβασε το σενάριο και έγινε η ταινία. Πολύ αναπάντεχα.

G.: Πάντως την επιτυχία της ταινίας δεν την εξαργυρώσατε με τον αναμενόμενο τρόπο. Κάνατε, ας πούμε, ελάχιστη τηλεόραση.

Α.Μ.: Εχω κάνει ελάχιστα πράγματα στην τηλεόραση, είναι αλήθεια. Ηταν καθοριστική μια συνάντηση που είχα κάνει με μια κυρία της τηλεόρασης τότε, η οποία με ήθελε πρωταγωνίστρια για μία σειρά της. Οταν συναντήθηκα μαζί της της είπα: «Μα καλά, πώς είναι δυνατόν να θέλετε εμένα; Εγώ δεν νομίζω ότι ταιριάζω σε αυτό. Γιατί δεν παίρνετε γυναίκες με τις οποίες έχετε συνεργαστεί ξανά και έχουν κάνει τηλεοπτική επιτυχία;». Η απάντησή της ήταν: «Μα αυτές έχουν καεί πια». Η φράση αυτή ήταν τρομακτική. Σκέφτηκα μετά από πέντε χρόνια την ίδια κυρία ή κάποιον άλλον να λέει αυτή τη φράση για μένα. Σκέφτηκα ότι τελικά σ’ αυτή τη δουλειά -που έχει την ευτυχία κανείς να μπορεί να γεράσει μέσα σε αυτήν- το σημαντικότερο είναι η πορεία και η διάρκεια από το να κάνει ένα πυροτέχνημα και να εξαφανιστεί. Μέλημά μου από τότε έγινε η αντοχή και η πορεία μου μέσα στη δουλειά. Το αν το πετύχω; Θα δείξει. Ποτέ κανείς δεν ξέρει. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου επιθυμία και με αυτήν πορεύομαι. Μέχρι τώρα τα έχω καταφέρει με βάση αυτό που αναζητώ και αυτό που αποζητώ.

G.: Σας αγχώνει ο χρόνος, το πέρασμα του οποίου λογικά βλέπετε πια να καθρεφτίζεται και στους ρόλους που ερμηνεύετε;

Α.Μ.: Θεωρώ πως αυτός είναι ένας νόμος της φύσης. Κανείς δεν νίκησε τον χρόνο. Χρειάζεται κανείς να εξοικειωθεί και να συμφιλιωθεί με αυτό. Η ζωή, ξέρετε, είναι πολύ σοφή. Μπορεί καθώς μεγαλώνει κανείς να χάνει τη φρεσκάδα της νιότης, αλλά κερδίζει τόσα ουσιαστικά πράγματα. Αντιλαμβάνεται πράγματα για τη ζωή την ίδια, για τις σχέσεις, για τους ανθρώπους. Αυτός είναι πολύ μεγάλος θησαυρός. Ετσι κι αλλιώς στη ζωή κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Τη στιγμή που κάνεις ένα βήμα μπροστά χάνεις αυτό που αφήνεις πίσω.

G.: Είναι ένας συμβιβασμός;

Α.Μ.: Δεν είναι συμβιβασμός. Είναι συμφιλίωση. Ο συμβιβασμός εμπεριέχει την παραίτηση. Δεν χρειάζεται να παραιτηθεί κανείς για να μεγαλώσει, για να ενηλικιωθεί. Χρειάζεται συμφιλίωση με αυτό που αλλάζει μέσα του και έξω του.

G.: Η ζωή σας περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το θέατρο;

Πράσινο βινίλ φόρεμα, Pinko


Α.Μ.: Το θέατρο, ξέρετε, και η τέχνη γενικότερα είναι μια λειτουργία, ένας τρόπος να ζεις, να σκέφτεσαι, να παρατηρείς τα πράγματα, να καταλαβαίνεις το πώς είμαστε εμείς οι άνθρωποι, να βλέπεις τα κενά και τα προβλήματά μας. Αν αύριο κάποιος μου πει ότι θα πάψω να κάνω θέατρο, δεν νομίζω ότι αυτό θα αλλάξει μέσα μου. Οπότε δεν ξέρω να απαντήσω αν η ζωή μου κινείται γύρω από το θέατρο, μπορώ όμως να σας πω με σιγουριά ότι το θέατρο μου έχει δώσει έναν τρόπο να βλέπω τη ζωή.

G.: Θα μπορούσατε να κάνετε κάποια άλλη δουλειά από αυτή του ηθοποιού;

Α.Μ.: Φυσικά και το έχω σκεφτεί. Οταν ήμουν νεότερη, πολλές φορές από πράγματα που με πλήγωσαν, από συμπεριφορές, από δυσκολίες, είχα σκεφτεί «μήπως να τα παρατήσω, μήπως δεν κάνω γι’ αυτή τη δουλειά», μήπως, μήπως, μήπως... Οσο μεγαλώνω όμως αυτό δεν μου συμβαίνει συχνά ή όταν μου συμβαίνει δεν γίνεται επειδή πληγώνομαι, αλλά επειδή χρειάζομαι ξεκούραση. Ερχεται από επιλογή, όχι από απελπισία. Σκέφτομαι πολλές φορές τι ωραία που θα ήταν να πάω σε ένα σπίτι στην εξοχή και να φυτέψω ντομάτες, να ασχολούμαι με τα φυτά, να κοιτάζω τη θάλασσα, να ασχοληθώ με τη γη.

G.: Την Αθήνα την έχετε πια συνηθίσει;

Α.Μ.: Η αλήθεια είναι πως έχω ξεχάσει πώς είναι να ζει κανείς στη Θεσσαλονίκη. Ζω εδώ από το 1999. Η Αθήνα για μένα δεν είναι η πατρίδα μου, αλλά η πόλη στην οποία ξέρω πώς να ζω πια. Χαίρομαι πολύ όταν μου δίνεται η ευκαιρία να πηγαίνω στη Θεσσαλονίκη, να ξανακοιτάζω αυτή την πόλη. Ζω όμως στην Αθήνα με όλα τα προβλήματα που έχει αυτή πόλη. Και δεν τα βλέπω να λύνονται. Είναι πολύ δυσάρεστο να βλέπεις γύρω σου ανθρώπους άστεγους, βρομιά, ζώα που περιφέρονται στην απόλυτη μοναξιά, όπως και οι άνθρωποι, κτίρια που ρημάζουν. Είναι κρίμα. Δεν είναι ωραία όψη αυτή.

G.: Τι αναπολείτε από την παιδική σας ηλικία;

Α.Μ.: Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο. Είναι πάρα πολλά. Οταν έρχονται αυτές οι μνήμες, ακόμα κι όταν είναι οδυνηρές, έχουν μια μορφή ευτυχίας μόνο και μόνο γιατί τις θυμάσαι - αναπολείς ή προσπαθείς να ξαναθυμηθείς την όψη των προσώπων, τη μυρωδιά τους.

G.: Εχετε κάποια μικρή καθημερινή ιεροτελεστία;

Α.Μ.: Το πρωινό μου ξύπνημα. Παλιά δεν χρειαζόμουν χρόνο. Αν είχα κάποια δουλειά, θα ξυπνούσα μισή ώρα νωρίτερα. Τώρα οφείλω στον εαυτό μου χρόνο να σηκωθώ, να πιω τον καφέ μου με ησυχία, να βάλω τα πράγματα στη θέση τους, να ακούσω μουσική, να δω τι γίνεται στον κόσμο. Να ξεκινήσω τη μέρα μου με ηρεμία. Παλιά αυτό δεν το χάριζα στον εαυτό μου. Τη φροντίζω πια αυτή την ιεροτελεστία.

G.: Εχετε κι ένα σκυλάκι που φροντίζετε.

Α.Μ.: Εχω δύο σκυλάκια. Ασχολούμαι εγώ με αυτά κι αυτά με μένα. Είναι ο Μπιμπ και η Φούσκα. Δύο μαλτεζάκια. Πραγματικά, όσοι δεν έχουν συναναστραφεί ζώα ίσως δεν έχουν έρθει σε επαφή με αυτή την περιοχή της ανιδιοτελούς αγάπης. Και απορώ πολλές φορές πώς κάποιοι άνθρωποι μπορούν και κάνουν κακό σε αυτά τα αθώα πλάσματα


Ενδυματολόγος: Λίζη Παπάζογλου Μακιγιάζ/Μαλλιά: Μόρφη Μενεμενόγλου Βοηθός Ενδυματολόγου: Ελένη Εξάρχου
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr