Τα τελευταία σκάνδαλα στις αλυσίδες «Pizza Fan» και «Χωριάτικο» κατακτούν ιδιαίτερα υψηλή θέση στη λίστα με παρόμοιες περιπτώσεις του εξωτερικού - Η μαφιόζικη περιπέτεια της αμερικανικής πίτσας και η κατάρρευση δημοφιλών brands λόγω αντίστοιχων καταστάσεων
Μια διάκριση αρνητικού χαρακτήρα αποκτά η χώρα μας μετά την αποκάλυψη των τεράστιων σκανδάλων γύρω από τις αλυσίδες «Pizza Fan» και «Χωριάτικο», καθώς κατατάσσεται στις κορυφαίες θέσεις της λίστας με αντίστοιχες περιπτώσεις σε διεθνές επίπεδο.
Τόσο το οικονομικό μέγεθος της φοροδιαφυγής και του ξεπλύματος μαύρου χρήματος όσο και η πολυπλοκότητα των μηχανισμών που επέτρεπαν τις απάτεςεπί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα προσφέρουν στους δύο πρωταγωνιστές, τον Κωνσταντίνο Αντάρα και τον Aγγελο Γιαννακόπουλο, αλλά και στην ιεραρχία των επιτελών τους, «ηγετικές» θέσεις στο εν λόγω… παγκόσμιο στερέωμα.
Δεν υπάρχουν, βέβαια, μόνο στην Ελλάδα τέτοια παραβατικά φαινόμενα που κατάφεραν να διαψεύσουν το διάσημο απόφθεγμα «μπορείς να κοροϊδέψεις πολύ κόσμο για λίγο καιρό ή λίγο κόσμο για πολύ καιρό. Δεν μπορείς όμως να κοροϊδέψεις πολύ κόσμο για πολύ καιρό». Tο οποίο λανθασμένα, όπως υποστηρίζουν ιστορικοί αναλυτές, αποδίδεται στον εμβληματικό Αμερικανό Πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν, αλλά σε κάθε περίπτωση μέσα στη διαδρομή του χρόνου έλαβε χαρακτηριστικά «κανόνα», που έχει φυσικά και τις εξαιρέσεις του…
Τα σκάνδαλα γύρω από τις πιτσαρίες «Pizza Fan» και την αλυσίδα φούρνων «Το Χωριάτικο», έχουν υψηλότατο οικονομικό κόστος για το δημόσιο ταμείο, χωρίς καν να έχουν εξιχνιαστεί πλήρως, αλλά και τεράστιο κοινωνικό κόστος, με τις χιλιάδες εργαζομένων που κινδυνεύουν να μείνουν στον δρόμο. Eτσι, από κάθε πλευρά ανήκουν στα πιο… καραμπινάτα διεθνώς.
Το ερώτημα που προβάλλει τόσο στις «δικές» μας περιπτώσεις όσο και σε άλλες σε διάφορες χώρες δεν είναι πώς κατάφεραν να στήσουν αυτά τα περίπλοκα παράνομα κόλπα, αλλά πώς τόσα χρόνια δεν τους πήρε χαμπάρι κανείς και συνέχιζαν το «πάρτυ» ανενόχλητοι.
Οσον αφορά στον χρόνο αντίδρασης, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της γνωστής αλυσίδας καταστημάτων «Folli Follie» στην Ελλάδα, που αποκαλύφθηκε τον Μάιο του 2018 λόγω ενός report από το Quintessential Capital Management (QCM) του Gabriel Grego. Μέχρι τότε και επί δεκαετίες η εταιρεία της οικογένειας Κουτσολιούτσου θεωρείτο μία από τις ισχυρότερες της χώρας και με σημαντικό διεθνές εκτόπισμα.
Η Parmalat
Η ίδια… χρονοκαθυστέρηση υπήρξε και εκτός συνόρων, στο μεγαλύτερο σκάνδαλο της αγοράς ειδών διατροφής, με την περίφημη υπόθεση του ιταλικού γαλακτοκομικού κολοσσού Parmalat.
Επί 15 χρόνια τουλάχιστον, η οικογένεια των βασικών μετόχων και διοικητικά στελέχη του ομίλου είχαν στήσει έναν μηχανισμό εμφάνισης εικονικών κερδών, με τον συνολικό «λογαριασμό» του σκανδάλου, εν προκειμένω το πραγματικό χρέος, να φτάνει το ιλιγγιώδες ποσό των 14 δισ. ευρώ.
Η ιστορική γαλακτοβιομηχανίαπου ιδρύθηκε το 1961 από τον Καλίστο Τάνσι, μετέπειτα πρωταγωνιστή του σκανδάλου, που έφυγε από τη ζωή το 2022, ακολούθησε μια αναπτυξιακή πορεία με αποτέλεσμα να εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους γαλακτοκομικούς ομίλους της Ευρώπης. Ολα αυτά μέχρι τον Δεκέμβριο του 2003, όταν αποκαλύφθηκε ένα τεράστιο σκάνδαλο παραποίησης λογιστικών στοιχείων και… ενθυλάκωσης εκατοντάδων εκατομμυρίων από τον ιδρυτή της. Ετσι, βαφτίστηκε ως η «Enron της Ευρώπης».
Το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται όταν ο όμιλος, αν και εμφάνιζε ότι διαθέτει ισχυρότατο ταμείο, δεν μπόρεσε να αποπληρώσει ομόλογο ύψους 150 εκατ. ευρώ. Πρόβαλε μάλιστα ως δικαιολογία ότι τα κεφάλαια που εμφάνιζε στο ταμείο του ήταν «κλειδωμένα» σε επενδυτικό fund των νήσων Κέιμαν, σε έναν δηλαδή από τους γνωστότερους φορολογικούς παραδείσους και από τις πλέον δημοφιλείς «πρωτεύουσες» των offshore εταιρειών. Αυτό βέβαια έσκασε σαν βόμβα στις χρηματαγορές, με τη Standard & Poor’s να υποβαθμίζει τη μετοχή στην κατηγορία «σκουπίδια» (junk) και τις ιταλικές ρυθμιστικές αρχές να ζητούν εξηγήσεις.
Η διοίκηση της Parmalat επέμεινε στο αρχικό ψέμα και, το χειρότερο, για να πείσει εμφάνισε ένα ολότελα πλαστό έγγραφο της Bank of America, το οποίο δήθεν βεβαίωνε ότι η θυγατρική Bonlat διέθετε στα Κέιμαν λογαριασμό με 3,95 δισ. ευρώ.
Η Bank of America προχώρησε άμεσα σε διάψευση και ακολούθησε η πλήρης κατάρρευση με τον κραταιό, άλλοτε, όμιλο να οδηγείται σε μία από τις μεγαλύτερες πτωχεύσεις στην ευρωπαϊκή οικονομική ιστορία.
Μετά τη σύλληψή του ο Καλίστο Τάνσι ομολόγησε ότι η εταιρεία πλαστογραφούσε τα λογιστικά βιβλία για πάνω από 15 χρόνια, ενώ μετέφερε κεφάλαια σε δικές του οικογενειακές επιχειρήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, υπήρχαν εικονικές πωλήσεις γάλακτος, με πλαστά τιμολόγια, τα οποία δίνονταν στις τράπεζες ως εγγύηση για νέα δάνεια, και παράλληλα είχε στηθεί ένα δίκτυο offshore εταιρειών σε φορολογικούς παραδείσους.
Ετσι, μετά τα αποκαλυπτήρια εμφανίστηκε μια «μαύρη τρύπα» ύψους 14 δισ. ευρώ. Τόσο στον ίδιο τον Τάνσι όσο και σε διοικητικά στελέχη, αλλά και σε στελέχη μεγάλης ελεγκτικής εταιρείας επιβλήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης.
Η Parmalat μετά από επίπονη και ριζική αναδιάρθρωση, το 2011 εξαγοράστηκε από τον γαλλικό πολυεθνικό όμιλο Lactalis.
Οι πίτσες της… Μαφίας
Η αγορά της πίτσας κολοσσιαίου μεγέθους διεθνώς, έχει γίνει πεδίο έκνομων δραστηριοτήτων ιδιαίτερα στις ΗΠΑ όπου για χρόνια υπήρξε συνδεδεμένη με τη μαφία.
Πιο εμβληματική υπόθεση θεωρείται αυτή που έμεινε γνωστή ως «The Pizza Connection» και εξελίχθηκε τη δεκαετία του ’80.
Επρόκειτο για ένα τεράστιο κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών και ξεπλύματος χρήματος μέσω εκτεταμένου δικτύου «ανεξάρτητων», αλλά επί της ουσίας ελεγχόμενων από τη μαφία, καταστημάτων πίτσας τόσο στη Νέα Υόρκη όσο και σε πολλές μεσοαστικές περιοχές και επαρχιακές πόλεις των ΗΠΑ.
Ειδικότερα, σε συνεργασία της σικελικής μαφίας (Cosa Nostra) με τον αμερικανικό βραχίονα, γίνονταν επί χρόνια εισαγωγές μεγάλων ποσοτήτων ηρωίνης που ήταν κρυμμένες μέσα σε κονσέρβες με σάλτσα ντομάτας «San Marzano» και σε συσκευασίες με υλικά πίτσας.
Η επιχείρηση ήταν νομιμοφανής αφού χρησιμοποιούνταν οι άδειες εισαγωγής τροφίμων κι έτσι το εγκληματικό κύκλωμα κατάφερε να μεταφέρει ποσότητες καθαρής ηρωίνης από τη Νοτιοανατολική Ασία μέσω Ιταλίας στην Αμερική, εκτιμώμενης αξίας 1,6 δισ. δολαρίων.
Σε μια εποχή που ακόμη το πλαστικό χρήμα ήταν περιορισμένο και οι συναλλαγές γίνονταν σε μετρητά, μέσω εικονικών πωλήσεων πίτσας τα έσοδα από τα ναρκωτικά «ξεπλένονταν» και κατέληγαν συνήθως σε ειδικές κρυψώνες ή και σε ελβετικές τράπεζες.
Μετά από πολυετή έρευνα του FBI και αφού ο μυστικός πράκτορας Ντόνι Μπράσκο, που έγινε και ταινία του Χόλιγουντ, κατάφερε να εισέλθει στο κύκλωμα της μαφίας, η υπόθεση αποκαλύφθηκε και οδηγήθηκε στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης όταν επικεφαλής της Εισαγγελίας ήταν ο μετέπειτα δήμαρχός της, Ρούντολφ Τζουλιάνι. Η δίκη ξεκίνησε το 1985 και ολοκληρώθηκε μετά από 17 μήνες, το 1987, καταλήγοντας σε βαριές ποινές φυλάκισης για ηγετικά στελέχη της αμερικανικής μαφίας.
Η patisserie «Valerie»
Ενα από τα πιο γνωστά σκάνδαλα στον κλάδο της εστίασης ήταν αυτό της patisserie «Valerie» στο Ηνωμένο Βασίλειο, μιας ιστορικής αλυσίδας bakery, cafe και ζαχαροπλαστικής με περισσότερα από 170 καταστήματα, 2.700 εργαζομένους και ετήσιους τζίρους της τάξης των 100 εκατ. λιρών.
Το πρώτο της κατάστημα άνοιξε στο Soho του Λονδίνου το 1926 από μια Βελγίδα, τη μαντάμ Βαλερί, από την οποία πήρε το όνομά της η επιχείρηση. Με τα χρόνια το brand έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές για τα πολύχρωμα κέικ και τα γευστικά αρτοσκευάσματά του, αποκτώντας παρουσία σε κομβικά σημεία της βρετανικής πρωτεύουσας, όπως η Oxford Street και η Edgware Road.
Η εταιρεία εισήχθη στο χρηματιστήριο το 2014 και λίγα χρόνια μετά, το 2018, αποκαλύφθηκε μια ιδιαίτερα σοβαρή εσωτερική απάτη που οδήγησε στην ξαφνική χρεοκοπία της. Συγκεκριμένα, στελέχη της εταιρείας διόγκωσαν τεχνητά την οικονομική θέση της στα λογιστικά βιβλία κατά 94 εκατ. λίρες, χρησιμοποιώντας πλαστές εγγραφές, ακάλυπτες επιταγές και άλλες μεθόδους.
Παράλληλα, τον Φεβρουάριο του 2018, όταν οι μετοχές της εταιρείας έφτασαν σε ιστορικά υψηλά, ο διευθύνων σύμβουλος, ο οικονομικός διευθυντής και ένα μέλος του Δ.Σ. ρευστοποίησαν μετοχές αξίας σχεδόν 6 εκατ. λιρών. Ακολούθησαν τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς και άλλες πωλήσεις μετοχών (αξίας 7,2 εκατ.) από μέλη του Δ.Σ. Λίγους μήνες μετά, η εταιρεία παραδέχθηκε ότι εντόπισε «λογιστικές παρατυπίες», ο οικονομικός διευθυντής τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ζητήθηκε η αναστολή διαπραγμάτευσης των μετοχών της. Ακόμη, αποκαλύφθηκε ότι η επιχείρηση όφειλε 1,4 εκατ. λίρες στην Εφορία. Λίγες ημέρες αργότερα ανακοίνωσε ότι οδεύει προς πτώχευση, ενώ η χρηματιστηριακή αξία της -έφτανε τα 450 εκατ. λίρες- εκμηδενίστηκε.
Ετσι, τέθηκε υπό ειδική διαχείριση και έκλεισε 70 καταστήματα με 900 από τους υπαλλήλους να χάνουν τη δουλειά τους. Οι έλεγχοι αποκάλυψαν «μαύρη τρύπα» στους λογαριασμούς της ύψους 94 εκατ. λιρών, αλλά και κατάχρηση μεγάλων ποσών άνω των 10 εκατ.
Το 2023 τέσσερα πρώην στελέχη της οδηγήθηκαν στη Δικαιοσύνη και καταδικάστηκαν, ενώ επιβλήθηκε πρόστιμο 2,3 εκατ. λιρών και σε μεγάλο ελεγκτικό-συμβουλευτικό όμιλο σχετικά με ελλείπεις ελέγχους των λογιστικών καταστάσεων μεταξύ 2015 και 2017.
Μετά την εξυγίανσή της η patisserie «Valerie» εξαγοράστηκε από την Causeway Capital και συνεχίζει τη λειτουργία της.
Η… ανθεκτική Luckin Coffee
Μια κινεζική αλυσίδα καφέ, η Luckin Coffee, που στήθηκε και αναπτύχθηκε σε χρόνο ρεκόρ, καταγράφοντας τόση επιτυχία ώστε να θεωρείται ικανή να χτυπήσει ευθέως τα Starbucks στην Ασία, ενεπλάκη σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα του αμερικανικού χρηματιστηρίου.
Τούτο καθώς η διοίκησή της επιστράτευσε ένα ολόκληρο δίκτυο εικονικών εταιρειών, κατασκευάζοντας πλαστές πωλήσεις -κάτι αντίστοιχο με τη Folli Follie- ύψους 310 εκατ. δολαρίων το 2019, και προβάλλοντάς την ως μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες στον κόσμο. Οταν έγιναν τα αποκαλυπτήρια, το 2020, η μετοχή κατέρρευσε κατά 80%, επήλθε διαγραφή από τον Nasdaq και πλήρωσε πρόστιμο 180 εκατ. δολαρίων.
Παρά ταύτα, η εταιρεία όχι μόνο δεν κατέρρευσε, αλλά διαθέτοντας ισχυρά κεφάλαια, προχώρησε σε επιθετική ανάπτυξη στην Κίνα, όπου ξεπέρασε τη Starbucks σε αριθμό καταστημάτων και έσοδα.
Μια πενταετία μετά το σκάνδαλο μάλιστα, το 2025, έκανε την είσοδό της στην αμερικανική αγορά, ξεκινώντας από τη Νέα Υόρκη, όπου τα πρώτα καταστήματά της έγιναν είδηση σε όλα τα ΜΜΕ.
Η U.S. Foodservice και οι άλλοι
Ενα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα με καραμπινάτη εταιρική απάτη ήταν αυτό της U.S. Foodservice στις ΗΠΑ. Η εν λόγω εταιρεία διανομής τροφίμων εξαγοράστηκε το 2000 από τον ολλανδικό όμιλο Royal Ahold, αλλά τρία χρόνια αργότερα, το 2003, κατέρρευσε όταν αποκαλύφθηκε ότι τα κέρδη της ήταν…φουσκωμένα κατά 700-800 εκατ. δολάρια.
Τόσο η αμερικανική εταιρεία όσο και η ολλανδική μητρική εισήλθαν σε βαθιά κρίση, με τη δεύτερη να προχωρά το 2005 σε δικαστικό συμβιβασμό για αγωγές μετόχων, καταβάλλοντας 1,1 δισ. δολάρια και αργότερα, το 2014, άλλα 297 εκατ. δολάρια, ενώ στελέχη της U.S. Foodservice καταδικάστηκαν και φυλακίστηκαν.
Μικρότερες σε μέγεθος, αλλά με σοβαρό πλήγμα για τη φήμη των εταιρειών, ήταν οι υποθέσεις των αλυσίδων καταστημάτων «Subway» και «McDonald’s». Το 2021 στις ΗΠΑ ένας οικονομικός αναλυτής της Subway, εκμεταλλευόμενος τα κενά ασφαλείας, κατάφερε να εκδίδει πλαστές ψηφιακές δωροκάρτες, τις οποίες στη συνέχεια ρευστοποιούσε μέσω διαδικτυακών καναλιών. Κάπως έτσι έκλεψε πάνω από 11 εκατ. δολάρια.
Πολλά χρόνια νωρίτερα, στο στόχαστρο βρέθηκε η διάσημη αλυσίδα φαστ φουντ «McDonald’s», που διοργάνωνε για τους πελάτες της το παιχνίδι «Monopoly». Ενας διευθυντής ασφαλείας σε εξωτερική εταιρεία που τύπωνε τα κουπόνια για το παιχνίδι αποκαλύφθηκε ότι έκλεβε συστηματικά όλους τους μεγάλους νικητήριους λαχνούς με ποσά από 100.000 έως 1 εκατ. δολάρια, τα οποία στη συνέχεια πωλούσε σε κύκλωμα της αμερικανικής μαφίας. Η υπόθεση κόστισε περί τα 25 εκατ. δολάρια στην McDonald’s.