Δήλωσε κέρδη από crypto και βρέθηκε με λογαριασμό €49.000 στην εφορία: Οι παγίδες της μετακίνησης χρημάτων από μια επένδυση σε άλλη

Ο έλεγχος αποκάλυψε αγορές ομολόγων και άλλων επενδυτικών προϊόντων που δεν είχαν δηλωθεί ως τεκμήρια - Τι δεν δέχθηκε η ΔΕΔ για τις παλιές ρευστοποιήσεις και τα κρυπτονομίσματα

Μια φορολογική δήλωση με κέρδη από crypto κατέληξε σε έναν λογαριασμό σχεδόν 49.000 ευρώ από την εφορία. Στη διαδρομή μπήκαν στο μικροσκόπιο ομόλογα και άλλα επενδυτικά προϊόντα, αποκαλύπτοντας τις παγίδες που μπορεί να κρύβονται πίσω από τη μετακίνηση χρημάτων από τη μία επένδυση στην άλλη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η φορολογούμενη είχε αναγράψει στη δήλωση για το 2024 ποσό 42.830,48 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι προερχόταν από υπεραξία κρυπτονομισμάτων. Ο έλεγχος, όμως, ανέδειξε ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: αγορές επενδυτικών προϊόντων συνολικού ύψους 323.869 ευρώ, οι οποίες δεν είχαν δηλωθεί ως δαπάνες απόκτησης.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν αγορά ομολόγου αξίας 100.325 ευρώ, τοποθετήσεις 64.000 ευρώ σε Grayscale Bitcoin Trust και 65.980 ευρώ σε Grayscale Ethereum Trust, καθώς και αγορά iShares MSCI India ύψους 93.564 ευρώ. Για την εφορία, τα ποσά αυτά δεν ήταν απλώς χρήματα που μετακινήθηκαν από μια επένδυση σε μια άλλη. Αποτελούσαν αγορές τίτλων που έπρεπε να έχουν αποτυπωθεί στη φορολογική δήλωση και να μπορούν να καλυφθούν από τα εισοδήματα ή τα κεφάλαια της φορολογούμενης.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα που αφορά πολύ περισσότερους από τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η αγορά μετοχών, ομολόγων, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και άλλων τίτλων θεωρείται δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Τα ποσά δηλώνονται στους κωδικούς 743-744 και συμμετέχουν στον υπολογισμό των τεκμηρίων. Επομένως, δεν αρκεί να υπάρχουν τα χρήματα στον λογαριασμό. Πρέπει να μπορεί να δικαιολογηθεί φορολογικά και η προέλευσή τους.

Η φορολογούμενη προσπάθησε ακριβώς αυτό. Υποστήριξε ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει νέα χρήματα για τις αγορές, αλλά κεφάλαια που προέρχονταν από ρευστοποίηση προηγούμενων επενδύσεων και συγκεκριμένα ομολόγων. Με απλά λόγια, πούλησε παλιούς τίτλους και χρησιμοποίησε τα χρήματα για να αγοράσει νέους.

Η εξήγηση, ωστόσο, δεν ήταν αρκετή για τη ΔΕΔ. Όπως έκρινε, η επίκληση των προηγούμενων ρευστοποιήσεων δεν αποτελεί από μόνη της την προβλεπόμενη μέθοδο ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών. Για να καλυφθεί το τεκμήριο απαιτείται να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία και να προκύπτουν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια.

Η ίδια υπόθεση έχει όμως και μια δεύτερη πλευρά, αυτή των crypto. Η φορολογούμενη υποστήριξε ότι τα 42.830,48 ευρώ που είχε δηλώσει αποτελούσαν υπεραξία από κρυπτονομίσματα και ζήτησε να αντιμετωπιστούν σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την υπεραξία από μεταβίβαση τίτλων.

Και εδώ η απάντηση της ΔΕΔ ήταν αρνητική. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, οι διατάξεις των άρθρων 42 και 42Α του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες τίτλων, στις οποίες δεν εντάσσονται τα κρυπτονομίσματα με τον τρόπο που επικαλέστηκε η φορολογούμενη.

Η απόφαση έρχεται έτσι να προστεθεί σε μια σειρά υποθέσεων που αναδεικνύουν το φορολογικό κενό γύρω από τα crypto. Χωρίς ένα ειδικό και ξεκάθαρο πλαίσιο, οι φορολογούμενοι που εμφανίζουν σημαντικά ποσά από αγοραπωλησίες κρυπτονομισμάτων μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με προβλήματα ως προς τον τρόπο δήλωσης, τη φορολογική μεταχείριση των κερδών αλλά και τη δυνατότητα χρησιμοποίησης αυτών των χρημάτων για την κάλυψη τεκμηρίων.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μετά τα ευρήματα του ελέγχου υποβλήθηκε τροποποιητική δήλωση για το φορολογικό έτος 2024 και εκδόθηκε νέα πράξη προσδιορισμού φόρου. Ο τελικός λογαριασμός διαμορφώθηκε περίπου στις 48.865 ευρώ, ενώ η προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απορρίφθηκε.

Η υπόθεση φωτίζει όμως και το τι πρέπει να εμφανίζεται στη φορολογική δήλωση όταν γίνονται τέτοιες κινήσεις. Στους κωδικούς 743-744 του Ε1 αναγράφεται το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε μέσα στο έτος για την αγορά χρεογράφων. Στην έννοια αυτή περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, μετοχές, ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και γενικότερα προϊόντα που διαπραγματεύονται στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Το ποσό που λαμβάνεται υπόψη δεν περιορίζεται μόνο στην καθαρή αξία της αγοράς. Συνυπολογίζονται και τα ποσά που καταβλήθηκαν για προμήθειες και λοιπά έξοδα που συνδέονται με την απόκτηση των τίτλων. Αυτό σημαίνει ότι το ποσό που πρέπει να δικαιολογηθεί μπορεί να είναι μεγαλύτερο από την ονομαστική αξία της ίδιας της επένδυσης.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και όταν μέσα στην ίδια χρονιά πωλούνται παλιοί τίτλοι και αγοράζονται νέοι. Η ύπαρξη μιας προηγούμενης ρευστοποίησης δεν σημαίνει από μόνη της ότι η νέα αγορά παύει να αποτελεί δαπάνη απόκτησης. Στην υπόθεση της ΔΕΔ, η φορολογούμενη επικαλέστηκε ρευστοποιήσεις ομολόγων προκειμένου να δικαιολογήσει τις επόμενες τοποθετήσεις της, όμως ο ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός ως τρόπος κάλυψης μέσω ανάλωσης κεφαλαίου προηγούμενων ετών.

Στην πράξη, επομένως, οι δύο κινήσεις πρέπει να αποτυπώνονται φορολογικά χωριστά: από τη μία η αγορά των νέων τίτλων ως δαπάνη απόκτησης και από την άλλη τα ποσά που μπορούν νόμιμα να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψή της. Εκεί ακριβώς μπορεί να δημιουργηθεί διαφορά τεκμηρίων όταν τα διαθέσιμα εισοδήματα και κεφάλαια που αναγνωρίζονται φορολογικά δεν επαρκούν.

Διαφορετικό παραμένει το ζήτημα των crypto. Στη συγκεκριμένη απόφαση η ΔΕΔ δεν δέχθηκε ότι η υπεραξία από κρυπτονομίσματα μπορούσε να υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 42 και 42Α για τη μεταβίβαση τίτλων. Αυτό σημαίνει ότι η επίκληση κερδών από crypto για την κάλυψη άλλων σημαντικών αγορών εξακολουθεί να συναντά το βασικό εμπόδιο της απουσίας ειδικού φορολογικού πλαισίου.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr