Αλ. Μαρκαντωνάκης : Η μάχη της (γραβιέρας) Κρήτης

Αλ. Μαρκαντωνάκης : Η μάχη της (γραβιέρας) Κρήτης

Ξεκίνησε από τους μύλους, επεκτάθηκε στα… πίτουρα και εδώ και λίγα χρόνια παράγει τυριά, γιαούρτια και κατσικίσιο γάλα. Με το σάλτο αυτό κατάφερε να βγει πέρα από τον Ψηλορείτη πριν από πέντε χρόνια, όταν η κρητική γραβιέρα -το best seller των προϊόντων του νησιού- απέσπασε στο Λονδίνο το πρώτο βραβείο ανάμεσα σε 1.000 τυριά από όλο τον κόσμο.

«Οποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες», λέει η λαϊκή παροιμία.

Ξεκίνησε από τους μύλους, επεκτάθηκε στα… πίτουρα και εδώ και λίγα χρόνια παράγει τυριά, γιαούρτια και κατσικίσιο γάλα. Με το σάλτο αυτό κατάφερε να βγει πέρα από τον Ψηλορείτη πριν από πέντε χρόνια, όταν η κρητική γραβιέρα -το best seller των προϊόντων του νησιού- απέσπασε στο Λονδίνο το πρώτο βραβείο ανάμεσα σε 1.000 τυριά από όλο τον κόσμο.

«Οποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες», λέει η λαϊκή παροιμία. Η ιστορία των «Μύλων Κρήτης», της μεγαλύτερης και πιο παλιάς κρητικής εταιρείας αλεύρων και ζωοτροφών, διδάσκει ακριβώς το αντίθετο. Η «συνταγή» γνωστή: εργατικότητα, συνεχείς επενδύσεις και πίστη στην παράδοση, ακόμα και κάτω από δύσκολες συνθήκες.

Η ιστορία της επιχείρησης ξεκινά το 1928 από το λιμάνι της Σούδας, με ιδρυτές τον Θεόδωρο Σουλάκο, έμπορο σιτηρών από το Γύθειο, και τον συνέταιρό του Πωλογιώργη.

Είχαν ξεκινήσει από τους «Μύλους Αττικής», αλλά βλέποντας ο Σουλάκος την ανάπτυξη που είχαν τα δημητριακά αποφάσισε να πουλήσει τις μετοχές του και να αγοράσει ένα οικόπεδο κοντά στο λιμάνι της Σούδας. Στόχος του ήταν να δημιουργήσει επιλιμένιο μύλο και να προμηθεύεται απευθείας τις πρώτες ύλες από την Κεντρική Ελλάδα, προκειμένου να αποφύγει τα μεγάλα μεταφορικά έξοδα που επιβάρυναν την τιμή των προϊόντων.

Εκείνη την εποχή στην Κρήτη λειτουργούσαν πολλοί μύλοι, ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος και η δραστηριότητα της επιχείρησης περιοριζόταν στον Νομό Χανίων, αφού το κακό οδικό δίκτυο του νησιού της «έκοβε τα φτερά».

Καταστράφηκε το’41 από τις βόμβες και «ξαναγεννήθηκε» από τις στάχτες της

Στη Μάχη της Κρήτης το 1941, το λιμάνι της Σούδας βομβαρδίζεται και οι εγκαταστάσεις της εταιρείας καταστρέφονται σχεδόν ολοσχερώς. Επτά χρόνια αργότερα οι «Μύλοι Κρήτης» θα κάνουν ένα νέο ξεκίνημα.

Με εγγύηση τα οικόπεδα και τις αποθήκες, η εταιρεία θα λάβει τραπεζικό δάνειο και σε αυτό, όπως λένε οι πληροφορίες, θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο και ο τότε βουλευτής των Φιλελευθέρων κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

Η χρηματοδότηση του εγχειρήματος απαιτεί διεύρυνση της μετοχικής βάσης και έτσι στους «Μύλους Κρήτης» μπαίνουν και νέα πρόσωπα, οι κύριοι Μανουσάκης και Γαγάνης.

Ο νέοι μύλοι έχει μεγάλη δυναμικότητα και σταδιακά η επιχείρηση ανακάμπτει, ενώ η κρίση που περνά η αλευροβιομηχανία οδηγεί σε συρρίκνωση τους μικρούς και σε γιγάντωση των μεγάλων επιχειρήσεων. Σταδιακά η εταιρεία εμπλουτίζει την ποικιλία των προϊόντων που παράγει, με την ανάπτυξη ειδικών αλεύρων για την παραγωγή φύλλου και κανταϊφιού. Ετσι ξεκινά η ανάπτυξη: πωλήσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός Κρήτης, αλλά και εξαγωγές σε Γερμανία, Γαλλία και Βέλγιο.

Το επόμενο καθοριστικό βήμα θα γίνει το 1974. Τότε κτίζεται το εργοστάσιο ζωοτροφών από φυτικές πρώτες ύλες και η επιχείρηση, αξιοποιώντας τα υποπροϊόντα της άλεσης του σιταριού, πολύ γρήγορα παίρνει την πρώτη θέση στη παραγωγή ζωοτροφών στο νησί.

Ενα λιμάνι που πλημμυρίζει από το άρωμα του φρέσκου ψωμιού

Η καρδιά των αλεύρων εξακολουθεί να χτυπά στο εργοστάσιο της Σούδας, όπου τα πρώτα πράγματα που γίνονται αντιληπτά στον επισκέπτη είναι η θέα στο λιμάνι και η μυρωδιά του ψωμιού. Κάθε τύπος αλεύρου δοκιμάζεται από την επιχείρηση, γι’ αυτό και σε καθημερινή βάση ξεφουρνίζονται δεκάδες καρβέλια.

Μεγαλώνοντας με τα προϊόντα της γενιές και γενιές και με μετόχους 400 φυσικά πρόσωπα, η πολυμετοχική εταιρεία που ξεκίνησε και παραμένει αγκυροβολημένη στο χανιώτικο λιμάνι γεφυρώνει την Ιστορία αλλά και την κουλτούρα ισχυρών οικογενειών της Κρήτης, κάνοντας πράξη τα… stock options προτού ακόμα οι μελλοντικές γενιές των managers ανακαλύψουν τα οφέλη τους.

Χαρακτηριστική περίπτωση η εξέλιξη που είχε μέσα στην εταιρεία ο αείμνηστος Κλέαρχος Μαρκαντωνάκης. Ο τελευταίος είχε προσληφθεί τη δεκαετία του ’50 ως χημικός μηχανικός στο εργαστήριο ποιοτικού ελέγχου αλεύρων της βιομηχανίας, κατάφερε όμως να βρεθεί στο τιμόνι της επιχείρησης για πολλά χρόνια και να αποκτήσει μετοχές της.

Ένα μετοχολόγιο από μεγάλα τζάκια

Η οικογένεια Μαρκαντωνάκη ελέγχει συνολικά το 35% των μετοχών και συμμετέχει στο management της επιχείρησης μέσω του κ. Αλέξανδρου Μαρκαντωνάκη.

Στο μετοχολόγιο φιγουράρουν επίσης o κ. Γιάννης Σήφη Βαρδινογιάννης, ιδιοκτήτης της ναυτιλιακής εταιρείας ΑΝΕΚ, με 12% και ακολουθούν με μικρότερα ποσοστά οι οικογένειες Μανουσάκη, Βλαχάκη, Σουλάκου, Γαγάνη.

Στενούς δεσμούς με τους «Μύλους Κρήτης» διατηρεί λόγω καταγωγής και συγγενειών και ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Η αδελφή του επίτιμου προέδρου της Ν.Δ. ήταν παντρεμένη με έναν εκ των μετόχων της εταιρείας (τον κ. Λυμπεράκη), ενώ στο μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχει ακόμα και σήμερα ο κ. Μίνως Ζομπανάκης, εκ των συμβούλων του πρώην πρωθυπουργού.

«Κριαράς» Vs διοξινών και τρελών αγελάδων

Το αλεύρι και οι ζωοτροφές θα περάσουν τα τελευταία χρόνια πολλούς κλυδωνισμούς από τα σκαμπανεβάσματα της αγοράς και τις διατροφικές κρίσεις, αλλά θα συνεχίσουν να αποτελούν τη βασική πηγή εσόδων της επιχείρησης σε ποσοστό 60%-40%.

Την ίδια στιγμή στην αγορά της Κρήτης η κτηνοτροφία φθίνει. Οι τυροκομικές μονάδες ήταν πολύ μικρές για να μπορέσουν να μπουν σε νέες αγορές και να προσφέρουν την ανάπτυξη που δικαιούνταν τα κρητικά προϊόντα.

Ετσι οι «Μύλοι Κρήτης» άρπαξαν την ευκαιρία. Με αργό βηματισμό και μετρημένες κινήσεις το «Βέρο Κρητικό» -το σλόγκαν της επιχείρησης, το οποίο τα τελευταία χρόνια έγινε και η εμπορική ονομασία των προϊόντων της- θα αρχίσει να γίνεται γνωστό σε όλη την επικράτεια.

Πώς μπορείς άλλωστε να αντισταθείς στα προϊόντα ενός ευλογημένου τόπου με Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (ΠΟΠ) όταν έχεις τα μέσα και τον τρόπο να ελέγξεις την ποιότητα των πρώτων υλών και όταν η αγορά συγκλονίζεται από διατροφικά σκάνδαλα διοξινών και τρελών αγελάδων;

Το 1998 λοιπόν οι «Μύλοι Κρήτης» παίρνουν το ρίσκο και διεισδύσουν στην αγορά των τυροκομείων εξαγοράζοντας την «Κριαράς», μια νοικοκυρεμένη εταιρεία με παραγωγικές εγκαταστάσεις στους Μαλάδες Ηρακλείου. Στόχος είναι η παραγωγή και εμπορία βιολογικών τυροκομικών προϊόντων από κρητικό αιγοπρόβειο γάλα, με έμφαση στην παραδοσιακή γραβιέρα Κρήτης.

Για τον εκσυγχρονισμό και την αυτοματοποίηση της παραγωγής της επιχείρησης θα πέσουν περίπου 16 εκατ. ευρώ. Στα εργαστήρια του τυροκομείου μπαίνουν μηχανές αναστροφής των τυριών, διαδικασία που μέχρι τότε γινόταν χειροκίνητα, και δίνεται πολύ μεγάλο βάρος στις εγκαταστάσεις ωρίμανσης και περιποίησης του τυριού, μέσω των οποίων αναδεικνύονται τα γευστικά χαρακτηριστικά της γραβιέρας.

«Η γραβιέρα που παράγει η εταιρεία μας είναι 12μηνης ωρίμανσης και αποτελεί ένα γευστικό προϊόν που μπορεί να ανταγωνιστεί επάξια τα διεθνή τυριά όπως η ιταλική παρμεζάνα, που έχει δύο χρόνια ωρίμανσης. Οπως το κονιάκ, έτσι και τυρί χρειάζεται χρόνο για να ωριμάσει και να αποκτήσει εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα το κάνουν ξεχωριστό», λέει ο κ. Μαρκαντωνάκης, πρόεδρος της εταιρείας με σπουδές χημικού μηχανικού στο Λονδίνο και τη Γαλλία.

Υπογραμμίζει μάλιστα ότι τα ελληνικά τυριά υπερτερούν σε σχέση με τα ξένα, δεν έχουν όμως βρει ακόμα τη θέση που τους αξίζει στο εξωτερικό, καθώς οι ενέργειες προώθησής τους ήταν δειλές και αποσπασματικές.

Μια επένδυση στην υγιεινή κρητική διατροφή ποτέ δεν πάει χαμένη

Σήμερα μόνο το 5% της παραγωγικής δραστηριότητας της εταιρείας εξάγεται όταν, όπως αναφέρει ο κ. Μαρκαντωνάκης, «το Πεκορίνο της Σαρδηνίας, ένα τυρί που επίσης παράγεται από αιγοπρόβειο γάλα, εξάγεται σε ποσοστό 70% στην Αμερική. Εκεί όμως υπήρχαν οργανωμένοι σύλλογοι τυροκόμων που βγήκαν επιθετικά στην αγορά και έκαναν αποτελεσματικές κινήσεις».

Σήμερα η επιχείρηση «Βέρο Κρητικό» (πρώην «Cretalat») παράγει ετησίως 500 τόνους γραβιέρας, την οποία διακινεί κυρίως στην Κρήτη και στην υπόλοιπη χώρα, ενώ εμπλουτίζει συνεχώς τα προϊόντα της και με άλλα είδη, όπως είναι η χανιώτικη και η γλυκιά μυζήθρα, τα γιαούρτια και –πρόσφατα- το παγωτό από φρέσκο αιγοπρόβειο γάλα.

Το μεγάλο στοίχημα της εταιρείας, όμως, ξεκίνησε το 2002, όταν έμαθε στους Κρητικούς αλλά και στους Αθηναίους (το προϊόν βρίσκεται σε όλες τις μεγάλες αλυσίδες) να πίνουν κατσικίσιο γάλα, το οποίο θεωρείται αντίστοιχης διατροφικής αξίας με το μητρικό. Μέχρι όμως να φτάσουν να πουν ότι τα έχουν καταφέρει ο δρόμος είναι μακρύς. Αυτό συμβαίνει γιατί το κατσικίσιο γάλα δεν έχει την απήχηση του αγελαδινού στην αγορά, η μυρωδιά παραμένει ένα από τα μειονεκτήματα του προϊόντος ακόμα και για τους λάτρεις του γάλακτος και εμφανίζει εποχικότητα.

«Το Φθινόπωρο, που είναι η περίοδος εγκυμοσύνης των ζώων, έχουμε χαμηλή ποσότητα παραγωγής, με αποτέλεσμα η διαθεσιμότητα να είναι περιορισμένη και ο καταναλωτής να μην μπορεί να το βρει παντού».

Σήμερα το μερίδιο αγοράς της επιχείρησης στο γάλα φτάνει το 15% στην περιοχή της Κρήτης, όμως στην υπόλοιπη Ελλάδα τα ποσοστά παραμένουν πολύ χαμηλά, παρότι ο ανταγωνισμός δεν είναι πολύ μεγάλος.

Αλευρα με σίδηρο,B12 και φολικό οξύ

«Στόχος μας είναι να προωθήσουμε το πρότυπο της κρητικής διατροφής που περιλαμβάνει αγνά προϊόντα που μπορούμε να δώσουμε άφοβα στα παιδιά μας, λιτή διατροφή με βάση το λάδι, το κρητικό παξιμάδι, όσπρια, λίγο κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα, με έμφαση στο κατσικίσιο γάλα», εξηγεί ο κ. Μαρκαντωνάκης, περιγράφοντας τη στρατηγική της επιχείρησης που διοικεί, όπου, παρά την αύξηση του τζίρου, τα κέρδη υστερούν λόγω των μεγάλων επενδύσεων που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια.

Συγχρόνως, η εταιρεία συνεχίζει να διευρύνει το καλάθι των ειδών άλεσης, κάτι που αποτελεί την παραδοσιακή της δραστηριότητα, με ετήσιο τζίρο 30 εκατ. ευρώ. Σήμερα οι «Μύλοι Κρήτης» διαθέτουν πάνω από 300 τύπους αλεύρων, οι οποίοι παράγονται με βάση τις ανάγκες της αγοράς και της κατανάλωσης και περιλαμβάνουν ακόμη και είδη αλεύρων εμπλουτισμένων με βιταμίνες Β12, σίδηρο και φολικό οξύ, που η χρήση τους στο ψωμί μπορεί να προσφέρει το 35% των βιταμινών που χρειάζεται ο ανθρώπινος οργανισμός καθημερινώς.

Πανελλαδικά, το μερίδιο της επιχείρησης στον κλάδο των αλεύρων ανέρχεται στο 6% και φτάνει στο 70% στην αγορά της Κρήτης. Ο κ. Μαρκαντωνάκης υποστηρίζει ότι τα επόμενα πέντε χρόνια η βιομηχανία αλεύρων θα υποστεί ριζικές αλλαγές, ως αποτέλεσμα της έντασης των συγχωνεύσεων και των εξαγορών που θα γίνουν στον κλάδο για την ισχυροποίηση των επιχειρήσεων.

Οι «Μύλοι Κρήτης» δίνουν το «παρών» στο νέο σκηνικό που θα διαμορφωθεί, ενώ πολύ σύντομα μπαίνει σε εφαρμογή και το σχέδιο αξιοποίησης σημαντικών εκτάσεων-φιλέτων που ανήκουν στην εταιρεία. Μεταξύ αυτών είναι 135 στρέμματα στην κοσμοπολίτικη Ελούντα, τα οποία βρίσκονται πλησίον των μεγάλων τουριστικών υποδομών της περιοχής, ένα ακίνητο 100 στρεμμάτων στο λιμάνι της Σούδας και ένα οικόπεδο 3 στρεμμάτων στο Ηράκλειο. Η εμπορική αξία και των τριών ακινήτων υπολογίζεται σε 30-35 εκατ. ευρώ.

ΣΧΟΛΙΑ

ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
Απομένουν χαρακτήρες
* Υποχρεωτικά πεδία

Δείτε Επίσης