Η ακριβή κηροζίνη αλλάζει τον παγκόσμιο χάρτη των πτήσεων: Περικοπές δρομολογίων και αυξήσεις στα εισιτήρια
13.05.202618:07
Βασίλης Τσακίρογλου
Οι ταξιδιώτες πληρώνουν ακριβά τον πόλεμο στο Ιράν - Εκτίναξη των jet fuel στα 150-200 δολάρια - Μείωση 2 εκατ. αεροπορικών θέσεων διεθνώς - Η Lufthansa έκοψε 20.000 πτήσεις και κλείνει τη CityLine - Οι low cost εταιρείες δέχονται το ισχυρότερο πλήγμα
Εως τον περασμένο Φεβρουάριο η τιμή του αεροπορικού καυσίμου κυμαινόταν μεταξύ 85-90 δολάρια ανά βαρέλι. Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν οι τιμές υπερδιπλασιάστηκαν, φτάνοντας στο αστρονομικό κόστος των 150-200 δολαρίων το βαρέλι. Παρακάμπτοντας τα ενδιάμεσα στάδια, το τελικό αποτέλεσμα αυτής της εκρηκτικής ανόδου των τιμών στα καύσιμα έχει ήδη προκαλέσει την ελάττωση της επιβατικής κίνησης κατά 2 εκατομμύρια αεροπορικές θέσεις, ως απότοκο της κατάργησης χιλιάδων δρομολογίων.
Η ιδιαιτερότητα της τρέχουσας κρίσης ακρίβειας στο jet fuel, το στοιχείο δηλαδή που τη διαφοροποιεί αρκετά από πολλές προηγούμενες, είναι ότι η όλη κατάσταση επιδεινώνεται έτι περαιτέρω εξαιτίας του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ. Ετσι, η ροή εφοδιασμού, πέρα από τη διατάραξη της κανονικότητας στην αλυσίδα εξόρυξης - διύλισης - επεξεργασίας - διάθεσης, στραγγαλίζεται για αμιγώς πρακτικούς λόγους. Με απλά λόγια, επειδή το Ιράν απαγορεύει στα δεξαμενόπλοια να διασχίσουν ένα γεωγραφικό πέρασμα-κλειδί για την τροφοδοσία πολύ μεγάλων τμημάτων της παγκόσμιας αγοράς με ορυκτά καύσιμα, παράγωγα του πετρελαίου, όπως το jet fuel, κοινώς η κηροζίνη. Το γεγονός αυτό προκαλεί δυσοίωνες σκέψεις στους ειδικούς αναλυτές του αεροπορικού κλάδου, με προβλέψεις για επικείμενη εξάντληση των αποθεμάτων στη Δύση και καθήλωση των αεροπλάνων στο έδαφος λόγω γενικευμένης έλλειψης καυσίμων.
Δύο κρίσιμοι παράγοντες
Το ζήτημα του jet fuel, σε συνάρτηση με την παράταση των εχθροπραξιών στο Ιράν, είναι διφυές καθώς αναλύεται σε δύο κρίσιμους παράγοντες: την τιμή διάθεσης του jet fuel και την επάρκειά του στην πραγματική αγορά. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ προκαλεί αυτομάτως πανικό και αγωνία για τη ροή του πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς τη Δύση και τον υπόλοιπο κόσμο. Ως φυσικό επακόλουθο της έλλειψης, όπως συμβαίνει με κάθε πολύτιμο υλικό αγαθό που σπανίζει, η αυξημένη ζήτηση οδηγεί σε ανεξέλεγκτη τιμαριθμική απογείωση.
Το κόστος του αεροπορικού καυσίμου είναι μία από τις μεγαλύτερες δαπάνες του κλάδου και από αυτό εξαρτάται εν πολλοίς η ύπαρξη κάθε αεροπορικής εταιρείας. Κάτι που επιβεβαιώθηκε για μία ακόμη φορά με τα μέτρα προστασίας που έσπευσαν να λάβουν όσοι πλήττονται άμεσα από αυτή τη νέα κρίση, ανεβάζοντας τις τιμές των εισιτηρίων και καταργώντας δρομολόγια, ενίοτε κατά χιλιάδες. Επίσης, για την εξασφάλιση επαρκούς ποσότητας αεροπορικών καυσίμων στη χαμηλότερη δυνατή τιμή κ.λπ., διεξάγεται ένας διαρκής, αθέατος και αναίμακτος παγκόσμιος πόλεμος συμφερόντων. Γι’ αυτό και λόγω των επιπτώσεων της μείζονος αναταραχής που εξ ορισμού προκάλεσε ο πόλεμος στη διεθνή αγορά του jet fuel καταδικάστηκαν κάποιες αεροπορικές εταιρείες ακόμη και στη χρεοκοπία, όπως ο γιγαντιαίος αμερικανικός low cost αερομεταφορέας Spirit Airlines. Ορισμένες άλλες αεροπορικές αποφάσισαν να αναθεωρήσουν δραστικά τις πρακτικές τους, όπως συνέβη στην περίπτωση της Ryanair, η οποία εγκαταλείπει τη βάση της στη Θεσσαλονίκη επικαλούμενη την ανάγκη περικοπής δαπανών. Παρόμοια μέτρα λαμβάνουν λίγο πολύ όλες οι αεροπορικές ανά τον κόσμο.
Αγρια περικοπή
Ξεκινώντας από την Ευρώπη, η Lufthansa, μια εμβληματική αεροπορική εταιρεία και η 4η μεγαλύτερη στον κόσμο βάσει συνολικών εσόδων (ως όμιλος των εταιρειών Lufthansa και Austrian Airlines, Swiss, Brussels Airlines, Discover, Lufthansa City Airlines, Air Dolomiti), κατάργησε διαμιάς 20.000 πτήσεις τον Απρίλιο. Αιτία αυτής της άγριας περικοπής δρομολογίων ήταν η αύξηση στο κόστος των καυσίμων και η συνακόλουθη ανησυχία για την έλλειψή τους, η οποία εκτιμάται πως θα επιβαρύνει το λειτουργικό κόστος της εταιρείας για φέτος κατά 1,7 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, η Lufthansa έκλεισε εντελώς τη CityLine, μια μικρή θυγατρική της με στόλο 27 αεροσκαφών, η οποία είχε ως βάση της τα αεροδρόμια του Μονάχου και της Φρανκφούρτης, εκτελώντας δρομολόγια προς και από έναν εκτενή κατάλογο προορισμών ανά την Ευρώπη. Ασφαλώς, η ματαίωση πτήσεων συνεπάγεται την καταβολή αποζημίωσης σε όσους επιβάτες έχουν ήδη αγοράσει εισιτήρια με προκράτηση. Το συνολικό ύψος αυτού του κονδυλίου είναι άγνωστο, οπωσδήποτε όμως έχει συνεκτιμηθεί από τη διοίκηση της εταιρείας προτού ληφθεί η απόφαση για το κόψιμο των δρομολογίων.
Η περίπτωση της Lufthansa είναι χαρακτηριστική κυρίως για τα αντανακλαστικά της και την προσπάθεια να εξουδετερώσει, όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά, τις επιζήμιες συνέπειες από την κρίση στην αγορά των αεροπορικών καυσίμων. Διότι, τυπικά, η κερδοφορία της δεν έχει ανακοπεί, εφόσον για το α’ τρίμηνο του έτους ο όμιλος Lufthansa ανακοίνωσε αύξηση εσόδων κατά 8% συγκριτικά με το ίδιο διάστημα πέρυσι, φτάνοντας στα 8,7 δισ. ευρώ.
Παρ’ όλα αυτά, καθώς η τιμή της κηροζίνης σχεδόν διπλασιάστηκε με την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων στο Ιράν και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, η Lufthansa εφάρμοσε αμέσως ένα σχέδιο έκτακτων περικοπών - επί του παρόντος, σε δρομολόγια. Στο ίδιο σχέδιο προστασίας της από την ανεξέλεγκτη άνοδο του κόστους περιλαμβάνεται και η λύση των στάσεων για ανεφοδιασμό, ενδιαμέσως των δρομολογίων, είτε επειδή προκύπτει ανάγκη έκτακτης τροποποίησης της συνήθους πορείας που ακολουθούν τα αεροσκάφη για να αποφύγουν τον εναέριο χώρο των εμπολέμων, είτε επειδή στον αερολιμένα του τελικού προορισμού δεν υπάρχουν επαρκή αποθέματα καυσίμων.
Εντούτοις, δυσοίωνη εντύπωση, σχεδόν εξίσου έντονη με την κατάργηση χιλιάδων πτήσεων και το κλείσιμο της CityLine, προκαλεί η απόφαση της Lufthansa να χρεώνει τη χειραποσκευή στους επιβάτες που επιλέγουν την πιο οικονομική θέση, την Economy Basic. Σε αυτήν, η δωρεάν μεταφορά προβλέπεται μόνο για έναν φορητό υπολογιστή ή ένα μικρό σακίδιο πλάτης. Οι αποσκευές καμπίνας από τις 19 Μαΐου, αρχικά σε πτήσεις μικρής και μεσαίας διάρκειας με τις εταιρείες του ομίλου Lufthansa, θα χρεώνονται ξεχωριστά.
Εξαρτημένη από το Ιράν
H ιταλική ITA Airways, μολονότι ανήκει στον όμιλο Lufthansa, ανακοίνωσε πως δεν σκοπεύει να καταργήσει δρομολόγια. Θα επιχειρήσει να αντισταθμίσει τη ζημία από το αυξημένο κόστος του jet fuel με τη γνωστή και δοκιμασμένη οδό, δηλαδή τη μετακύλιση του προβλήματος στον καταναλωτή. Η ITA Airways, λοιπόν, σχεδιάζει αύξηση των ναύλων κατά 5%-10%.
Η Air France -μαζί με τον ολλανδικό βραχίονά της, την KLM- εκτιμώντας ότι θα υπάρξει κάμψη της επιβατικής κίνησης της τάξης του 2%-4%, προχωρά στην εφαρμογή μιας δέσμης έκτακτων μέτρων: αύξηση στην τιμή του ναύλου κατά 50 ευρώ κατά μέσο όρο στα μετ’ επιστροφής δρομολόγια μεγάλης διάρκειας, ενώ η KLM καταργεί περίπου 160 πτήσεις ανά την Ευρώπη.
Ο όμιλος International Airlines Group, ως ιδιοκτήτης των British Airways, Iberia, Vueling και Aer Lingus, επί του παρόντος διατηρεί ψύχραιμη στάση, μιλώντας απλώς για μειωμένα προσδοκώμενα κέρδη λόγω της επιπλέον δαπάνης 2 δισ. ευρώ φέτος μόνο για το ακριβότερο jet fuel. Η κατάργηση μόλις 111 πτήσεων από το πρόγραμμα της British Airways, κατά τη μητρική εταιρεία, δεν είναι άξια λόγου.
Η Virgin Atlantic έχει προχωρήσει στην ανατίμηση των ναύλων της σε ένα εύρος επιβάρυνσης από 80 έως και 500 ευρώ ανά εισιτήριο. Αντιθέτως, αερομεταφορείς όπως η Ryanair, η easyJet και η TUI τηρούν στάση αναμονής χωρίς σοβαρές τροποποιήσεις στην πολιτική τους, αν και κάνουν λόγο για θεαματικές ζημίες εξαιτίας της ακρίβειας της κηροζίνης.
Η σκανδιναβική SAS περικόπτει 1.000 πτήσεις και η Turkish Airlines προσθέτει 10 ευρώ περίπου ανά εισιτήριο.
Οι αμερικανικές εταιρείες, εν αναμονή μιας δραματικά μειωμένης κερδοφορίας φέτος παρότι οι ΗΠΑ δεν είναι εξαρτημένες από το πετρέλαιο του Περσικού Κόλπου, επιβάλλουν επιπλέον χρεώσεις για τις αποσκευές. Ετσι, η American Airlines κοστολογεί 10 δολάρια για τις δύο πρώτες αποσκευές και 150 δολάρια αν ο επιβάτης τολμήσει να πάρει μαζί του και τρίτη βαλίτσα. Η Delta ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με την American, αλλά με περισσότερη επιείκεια, χρεώνοντας μόνο 50 δολάρια για την τρίτη αποσκευή, ενώ η United προειδοποιεί για ενδεχόμενη αύξηση ναύλων έως και 15%-20% το επόμενο διάστημα. Οσο για τις κινεζικές αερογραμμές Air China, China Southeastern και China Eastern αυξάνουν λελογισμένα την τιμή των εισιτηρίων τους αναλόγως της απόστασης. Αλλά σε ό,τι αφορά στις αεροπορικές εταιρείες της Ασίας, ακριβώς επειδή αυτές εξαρτώνται κατεξοχήν από την κηροζίνη της Μέσης Ανατολής, οι επιπτώσεις της κρίσης αναμένεται να πλήξουν καίρια τα οικονομικά τους μεγέθη στην προοπτική των επερχόμενων μηνών.
Πλήγμα από τη Ryanair
Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αναμφίβολα η πιο δυσάρεστη εξέλιξη που λογίζεται γενικά ως παράπλευρη απώλεια της πολεμικής σύρραξης στη Μέση Ανατολή είναι η αποχώρηση της Ryanair από τη Θεσσαλονίκη. Πέρα από το συμβολικό πλήγμα που δέχεται η χώρα, και μάλιστα στην αυγή της φετινής τουριστικής περιόδου καθώς ο πιο ισχυρός αερομεταφορέας της Ευρώπης κλείνει τη βάση του στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», οι υπηρεσίες που παρέχει η εταιρεία στη χώρα μας τίθενται σε τροχιά συρρίκνωσης και υποβάθμισης. Χωρίς τα τρία αεροσκάφη που στάθμευαν μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, προορισμοί και δρομολόγια περιορίζονται. Οι τουρίστες που μετέφερε η Ryanair στην Ελλάδα μειώνονται επίσης, ενώ ακόμη και οι ώρες των πτήσεων θα πάψουν να δημιουργούν την ιδέα ότι η χώρα μας είναι ένας hot τουριστικός προορισμός, αλλά ένα ακόμη σημείο στον χάρτη που απλώς συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα της συγκεκριμένης εταιρείας.
Από την άλλη, ο μεγαλύτερος αερομεταφορέας του ελλαδικού χώρου, η Aegean Airlines, σύμφωνα με την εκτίμηση του προέδρου της Ευτύχη Βασιλάκη, ενδέχεται να επιβαρυνθεί έως και με 110-115 εκατ. ευρώ φέτος εξαιτίας του ακριβού jet fuel. Ο κ. Βασιλάκης ανέφερε ότι οι επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά του αεροπορικού καυσίμου, σε πολύ μεγάλο βαθμό, απορροφώνται από την Aegean χάρη στην έγκαιρη εξασφάλιση επαρκών αποθεμάτων καυσίμου, αξιοποιώντας την τακτική του hedging, δηλαδή της προαγοράς μεγάλων ποσοτήτων jet fuel με όρο τη διατήρηση μιας σταθερής εκ των προτέρων συμφωνημένης τιμής. Η πρακτική αυτή, η οποία είναι κοινή στον αεροπορικό κλάδο, επιτρέπει στην Aegean να αφήνει εκτεθειμένο στις απότομες μεταβολές της τιμής των καυσίμων μόνο ένα μερίδιο (της τάξης του 40%) της συνολικής ποσότητας κηροζίνης που χρειάζεται για τη λειτουργία του στόλου της.
Στις ΗΠΑ
Ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, οι πολιτικές επιπτώσεις που προξενεί η κρίση ακρίβειας στα αεροπορικά καύσιμα αποτελούν ένα όλο και πιο σοβαρό πρόβλημα. Σύμφωνα με πρόσφατες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, το 63% των Αμερικανών πολιτών επιρρίπτει απευθείας στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άνοδο της τιμής των καυσίμων - και όχι μόνο της κηροζίνης. Συναφώς, το κλίμα εναντίον του Τραμπ βαραίνει ακόμη περισσότερο, καθώς περίπου 8 στους 10 Αμερικανούς δηλώνουν ότι η ακρίβεια στα καύσιμα ασκεί τεράστια πίεση στα οικονομικά τους.
Την ίδια στιγμή, ο πρώην κυβερνήτης του Νιου Χαμσάιρ Κρις Σουνούνου, αν και Ρεπουμπλικανός, σχεδόν από την έναρξη της επέμβασης των ΗΠΑ στο Ιράν ασκεί δριμεία κριτική κατά των υπουργών του Τραμπ, ειδικά για το ζήτημα των αεροπορικών καυσίμων. Και καθώς ο Σουνούνου είναι πρόεδρος της Ενωσης Αμερικανικών Αεροπορικών Εταιρειών, ο λόγος του έχει ξεχωριστή βαρύτητα. Λειτουργώντας ως η «ένοχη συνείδηση» του Λευκού Οίκου, υπενθυμίζει διαρκώς ότι οι αμερικανικές αερογραμμές αναγκάστηκαν να δαπανήσουν πάνω από 5 δισ. δολάρια για καύσιμα και μόνο για τον Μάρτιο. Αυτό σημαίνει ότι το λειτουργικό κόστος τους αυξήθηκε κατά 30%, το οποίο μοιραία μετακυλίεται στους επιβάτες. Με άμεσο αποτέλεσμα την εκτίναξη της τιμής του εισιτηρίου κατά 21% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά για πτήσεις εσωτερικού σε δρομολόγια μετ’ επιστροφής. Οταν λοιπόν εκατομμύρια Αμερικανοί αναγκάζονται να πληρώσουν κατά μέσο όρο 570 δολάρια αντί για τα 450 δολάρια που πλήρωναν έως και πριν την έκρηξη των εχθροπραξιών στο Ιράν, τότε οι επιτελείς και σύμβουλοι του Τραμπ έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν για τη δημοτικότητά του στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Πάντως, οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες αναφέρουν ότι παρά την αύξηση των τιμών δεν έχουν παρατηρήσει κάμψη στη ζήτηση εισιτηρίων - τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Ο Σουνούνου, ωστόσο, προειδοποιεί ότι ακόμη κι αν ο πόλεμος στο Ιράν τερματιστεί σύντομα, οι τιμές δεν προβλέπεται να πέσουν εξίσου γρήγορα. Πιθανότατα, μάλιστα, θα χρειαστεί να περάσουν μήνες προτού ξεπεραστεί αυτή η τιμαριθμική καθήλωση στο ανώτατο επίπεδο. Κάτι που σημαίνει ότι ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστικών μετακινήσεων αυτό το καλοκαίρι θα κοστίσει πολύ περισσότερο στις αεροπορικές εταιρείες, με δεδομένο ότι οι επιβάτες έχουν προαγοράσει τα εισιτήριά τους. Ωστόσο, είναι αναπόφευκτο ότι η συμπίεση του κέρδους που προκύπτει για τις αεροπορικές αργά ή γρήγορα θα καλυφθεί από τις αυξήσεις στους ναύλους και την περικοπή όσων δρομολογίων κρίνονται ασύμφορα.
Δύο επιβάτες περιμένουν μάταια να κάνουν check-in σε πτήση με τη Spirit Airlines προς το Τέξας. Λίγες ώρες πριν η εταιρεία ανέστειλε τη λειτουργία της και ανακοίνωσε ότι ακύρωσε όλες τις προγραμματισμένες πτήσεις
Spirit Airlines
Ενα από τα παράδοξα στοιχεία στις μεθόδους διαχείρισης της κρίσης που χρησιμοποιεί η αμερικανική κυβέρνηση είναι το γεγονός ότι δεν αιφνιδιάστηκε από τις επιπτώσεις του πολέμου στον αεροπορικό κλάδο ή έστω αυτό διατείνεται. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Τέιλορ Ρότζερς, αποπειράθηκε να πείσει τους ρεπόρτερ σε πρόσφατη συνέντευξη ότι «τόσο ο πρόεδρος Τραμπ όσο και σύσσωμη η ομάδα των συμβούλων του επί θεμάτων ενέργειας είχαν προβλέψει τις βραχυπρόθεσμες αναταράξεις που θα προξενούσε στην παγκόσμια αγορά η επιχείρηση “Επική Οργή”. Και φυσικά, έχουν καταστρώσει σχέδιο για την αντιμετώπιση αυτών των επιπτώσεων».
Ο Ντόναλντ Τραμπ, όταν δεν ανακοινώνει ότι το Ιράν είναι έτοιμο να παραδοθεί, ότι ο πόλεμος τελειώνει από στιγμή σε στιγμή (αν δεν έχει ήδη τελειώσει) κ.λπ., υπερασπίζεται την απόφασή του να εκστρατεύσει κατά του Ιράν προτάσσοντας το εξής επιχείρημα: «Η άνοδος στην τιμή των καυσίμων είναι πολύ χαμηλό τίμημα που πληρώνουμε για να ξεφορτωθούμε ένα πυρηνικό οπλοστάσιο που βρίσκεται στα χέρια ατόμων πνευματικά διαταραγμένων». Παρ’ όλα αυτά, ενώ εμφανίζεται απολύτως βέβαιος για τις επιλογές του και υποβαθμίζει τις συνέπειές τους, δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο στην πραγματική αγορά. Υπό αυτό το κλίμα, η Spirit Airlines έγινε ο πρώτος γίγαντας της διεθνούς πολιτικής αεροπορίας που κατέρρευσε και κονιορτοποιήθηκε, έχοντας δεχτεί τη χαριστική βολή από την αύξηση των καυσίμων. Διότι η χρεοκοπία και το οριστικό λουκέτο της θεωρήθηκαν επιβεβαίωση των χειρότερων φόβων: ότι μετά τον πόλεμο στο Ιράν το τοπίο του αεροπορικού κλάδου δεν θα είναι ποτέ πια ίδιο.
Η Spirit Airlines, η πιο ισχυρή εταιρεία χαμηλού κόστους των ΗΠΑ, με ιστορία 34 ετών, έφτασε πριν από περίπου δύο μήνες να εκλιπαρεί την κυβέρνηση Τραμπ για ένα δάνειο-σωσίβιο 500 εκατ. δολαρίων. Η απόφαση της ιδιοκτησίας να μη σηκώσει ξανά τα διάσημα κατακίτρινα αεροπλάνα της από το έδαφος καθόσον δεν ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει στο αυξημένο κόστος της κηροζίνης σήμαινε ότι 9.000 πτήσεις ματαιώθηκαν και κυρίως 17.000 άνθρωποι έμειναν άνεργοι.
Εκκλήσεις
Από την πλευρά της αμερικανικής κυβέρνησης, η περίπτωση της Spirit Airlines δεν είναι χαρακτηριστική της κρίσης και πιθανότατα δεν ήταν αυτή η αιτία της κατάρρευσής της. Αντιθέτως, σύμφωνα με την κυβερνητική εκδοχή, η αεροπορική ήταν ήδη καταδικασμένη σε θάνατο από το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο της, αλλά και από το γεγονός ότι ο προκάτοχος του Τραμπ, Τζο Μπάιντεν, δεν της είχε επιτρέψει να προχωρήσει σε συγχώνευση με την επίσης low cost εταιρεία JetBlue.
Εντούτοις, το κλείσιμό της μοιάζει περισσότερο με την αρχή παρά με το τέλος των δυσάρεστων για την κυβέρνηση Τραμπ εξελίξεων στον αεροπορικό κλάδο. Κάποιες από τις μικρότερης εμβέλειας αμερικανικές εταιρείες έχουν απευθύνει δραματικές εκκλήσεις στον Αμερικανό πρόεδρο για έκτακτη οικονομική στήριξη. Τα 2,5 δισ. δολάρια που ζητούν σε καμία περίπτωση δεν είναι ευκαταφρόνητα. Από την άλλη, όμως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι, ακόμη κι αν η χρηματοδότησή τους εγκρινόταν, οι εταιρείες θα κατόρθωναν να επιβιώσουν από την κρίση ακρίβειας των καυσίμων.