Μαίρη Λίντα: Η φωνή που «πάντρεψε» το λαϊκό τραγούδι με το μάμπο και το μπουζούκι του Χιώτη με τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη
22.07.202616:30
Αναστασία Κουκά
Η πρώτη εμφάνιση στο πάλκο στα 7 της χρόνια, ο κεραυνοβόλος έρωτας, οι κακοποιητικές σχέσεις και η άγρια δολοφονία της μητέρας της
Είναι Φθινόπωρο του 1956 και στο «Πίγκαλς», ένα από τα πιο δημοφιλή νυχτερινά κέντρα της εποχής, κοντά στην Ομόνοια, ένα 12χρονο κορίτσι περιμένει, μαζί με τους μουσικούς της ορχήστρας, τον μαέστρο για να κάνουν πρόβα. Λίγη ώρα αργότερα μπαίνει στην αίθουσα ένας 24χρονος άνδρας, γοητευτικός, με πράσινα μάτια και μουστάκι, φορώντας ένα καμηλό παλτό και ένα μπεζ καπέλο. Η άγουρη τραγουδίστρια μένει με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Τον ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Εκείνη τη μέρα, εκείνη τη στιγμή άνοιξε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σπουδαία κεφάλαια του ελληνικού τραγουδιού. Γιατί εκείνη ήταν η Μαίρη Λίντα κι εκείνος ο Μανώλης Χιώτης…
Ο σημερινός θάνατος της Μαίρης Λίντα, σε ηλικία 91 ετών, αποτελεί, αδιαμφισβήτητα, ένα τέλος εποχής. Της περιόδου που άλλαξε ολοκληρωτικά το λαϊκό τραγούδι, του ήχου του, της παρουσίασής του αλλά και της νυχτερινής διασκέδασης. Γιατί η εξαιρετικά ευέλικτη φωνή της και το μοναδικό ταμπεραμέντο της έγιναν τα ιδανικά μέσα για το μουσικό πάντρεμα της ανατολής με τη δύση, του λαϊκού με το ελαφρύ, του τοπικού με το ευρωπαϊκό, του μπουζουκιού με το μάμπο.
«Περασμένες μου Αγάπες», «Ηλιοβασιλέματα», «Δε Θέλω πια να Ξαναρθείς», «Εσύ είσαι η Αιτία που Υποφέρω», «Τέτοια Χαρά δε θα τη Δεις», «Λαός και Κολωνάκι», «Το Τελευταίο Ποτηράκι»…: Τραγούδια που γεννήθηκαν σε μια μεταπολεμική Ελλάδα που είχε ανάγκη να εκφράσει δημόσια τις χαρές και τις λύπες της, να διασκεδάσει με ένα λαϊκό τραγούδι πιο ανοιχτό, πιο φωτεινό, που αγάπησαν εξίσου και οι φτωχοί και οι πλούσιοι.
Και το δίδυμο Χιώτη – Λίντα τους το πρόσφεραν απλόχερα όλο αυτό. Εκείνος μέσα από τις συνθέσεις του και το αριστοτεχνικό παίξιμο μπουζουκιού του κι εκείνη μέσα από τις γεμάτες συναίσθημα ερμηνείες της και τη δυναμική σκηνική της παρουσία. Μην ξεχνάμε ότι η Μαίρη Λίντα ήταν από τις πρώτες γυναίκες τραγουδίστριες που στάθηκαν όρθιες στο πάλκο, τραγουδώντας και χορεύοντας. Η επανάστασή της λοιπόν ήταν διπλή: και μουσική και σκηνική.
Στη φωνή της βρήκαν ωστόσο ιδανική έκφραση κι άλλοι σημαντικοί συνθέτες. Μεταξύ αυτών ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης αλλά και ο Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, που τής εμπιστεύθηκε την «Απαγωγή», τον κύκλο τραγουδιών «Αρχιπέλαγος» με τα πολυαγαπημένα κομμάτια «Αν θυμηθείς τ΄ όνειρό μου» και «Μυρτιά» και το «Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός» στον ανεπανάληπτο «Επιτάφιο» με την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου.
«Η Λίντα τραγουδά με το σώμα και την ψυχή, όχι μόνο με τη φωνή» είχε δηλώσει, εύστοχα, ο Γιάννης Σπανός.
Η πρώτη εμφάνιση
Από πολύ νωρίς φαινόταν πως η Μαρία Δημητροπούλου, το 17ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας της, που γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας και μεγάλωσε στον Κολωνό, ήταν γεννημένο για το πάλκο. Πρωταγωνιστούσε με το τραγούδι, τον χορό και το μπρίο της στις οικογενειακές μαζώξεις και τις σχολικές γιορτές.
Ήταν μόλις επτά ετών όταν άκουσε στο ραδιόφωνο πως ο Ορέστης Λάσκος έψαχνε νέα ταλέντα και έκανε οντισιόν τα Σάββατα στο κινηματοθέατρο Αλκαζάρ. Και τι δεν έκανε για να πείσει τους γονείς της να την πάνε. Και τα κατάφερε. Όταν έφθασε, χωρίς ίχνος φόβου, ανέβηκε στη σκηνή, έπιασε και με τα δυο της χέρια το βαρύ μικρόφωνο για να μην τής πέσει και τραγούδησε μπροστά σε πλήθος κόσμου το «Το Αϊ Αϊ Μαρία» κερδίζοντας τις εντυπώσεις και το χειροκρότημα. Σε εκείνη τη σκηνή γεννήθηκε η Μαίρη Λίντα, όπως τη βάφτισε, την ίδια εκείνη βραδιά, ο Λάσκος, μαγεμένος από το ταλέντο της. «Ήμουν παιδί, αλλά δεν φοβόμουν. Σαν να ήξερα πως αυτό ήταν το πεπρωμένο μου» θα εξομολογηθεί δεκαετίες αργότερα η ίδια.
Κι είχε απόλυτο δίκιο καθώς, όπως περίτρανα αποδείχτηκε, το τραγούδι ήταν το ταλέντο της, το πάθος της, η μοίρα της. Μια μοίρα την οποία η ίδια δέχτηκε με ευγνωμοσύνη, κρατώντας μόνο τα καλά κι αφήνοντας πίσω τα άσχημα. «Υπήρχαν δυσκολίες αλλά ήταν η δουλειά που αγαπούσα. Τα ευχαριστιόμουν όλα. Δε θα μπορούσα να κάνω καμία άλλη δουλειά» παραδεχόταν με ειλικρίνεια.
Το κεφάλαιο Χιώτης
Το όνομα, η καριέρα και η ζωή της Μαίρης Λίντα συνδέθηκαν άρρηκτα με τον Μανώλη Χιώτη καθώς συμπορεύτηκαν, για πολλά χρόνια, καλλιτεχνικά και προσωπικά.
Μαζί δημιούργησαν ένα λαϊκό τραγούδι πιο εκλεπτυσμένο, ποτισμένο με δυτικές επιρροές αλλά και ένα νέο είδος λαϊκής διασκέδασης στο οποίο ο πρωταγωνιστούσαν επί ίσοις όροις και οι δύο: εκείνος κάνοντας τα μαγικά του στο μπουζούκι και εκείνη τραγουδώντας, χορεύοντας, με μοναδικό μπρίο, φορώντας φουρό φορέματα και κομψές γόβες και αναφωνώντας στο φινάλε με ενθουσιασμό «Χιώτης μάμπο…», ξεσηκώνοντας τα πλήθη όχι μόνον στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό όπου περιόδευαν, από την Κωνσταντινούπολη και την Αίγυπτο μέχρι την Αμερική.
«Με τον Χιώτη κάναμε τα μπουζούκια πραγματικά λαϊκά» έλεγε χαρακτηριστικά η ίδια.
Οι δυο τους έλαμψαν και στη μεγάλη οθόνη, τη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, συμμετέχοντας, ως καλλιτεχνικό ζευγάρι, σε περισσότερες από 20 ταινίες μεταξύ των οποίων και οι ταινίες «Φτωχαδάκια και Λεφτάδες», «Μην Είδατε τον Παναή», «Πολυτεχνίτης κι Ερημοσπίτης», «Τύφλα να χει ο Μάρλον Μπράντο», «Σχολή για σωφερίνες».
Εκτός από το καλλιτεχνικό έτερόν της ήμισυ, όμως, ο Χιώτης, υπήρξε παράλληλα, και ο μεγάλος της έρωτας, ο άνδρας της ζωής της.
«Μικρή, όταν μεγαλώσεις και με φτάσεις στον ώμο, τότε θα σε παντρευτώ» τής είχε πει στις αρχές της συνεργασίας τους. Και την τήρησε αυτήν του την υπόσχεση. Δύο χρόνια αργότερα πήγε και την ζήτησε από τον πατέρα της. Η ίδια είχε διηγηθεί: «Εγώ δούλευα τότε στην Κομπαρσίτα. Συναντηθήκαμε μια μέρα και μου λέει: «θα σε πάω εγώ στη δουλειά σου». Ήρθε μαζί μου, τέλειωσε το πρόγραμμα και μου λέει «θα σε πάω εγώ στο σπίτι σου». Τους γονείς μου τους ήξερε. Ξημέρωσε λοιπόν και μου λέει «πάμε να πιούμε ένα γάλα στη «Γαλλία», ένα γαλατάδικο στη Σταδίου και περιμέναμε να περάσει η ώρα να μη τους ξυπνήσουμε. Μπαίνουμε σπίτι και λέει στον πατέρα μου «Κυρ Αλέκο από σήμερα θα σε λέω πατέρα. Εγώ θα παντρευτώ τη Μαίρη». Αυτό ήτανε. Ξεκάθαρα πράγματα. Εγώ ήμουνα ακόμα ανήλικη. Να μην τα πολυλογώ πήραμε ειδική άδεια και παντρευτήκαμε».
Ο γάμος τους έγινε το 1957 με κουμπάρα τη Ρένα Βλαχοπούλου και διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία. Αυτά τα δέκα χρόνια πέρασαν πολύ δημιουργικά αλλά και με ακατάπαυστη δουλειά και τεράστια κούραση. Σύμφωνα με τη Μαίρη Λίντα ήταν το εξαιρετικά φορτωμένο πρόγραμμά τους ο λόγος που δεν απέκτησαν ένα παιδί παρότι το ήθελαν και οι δύο.
Η σχέση τους είχε πολλή αγάπη αλλά και πολλές εντάσεις κυρίως λόγω της δουλειάς αλλά και της ζήλιας του Χιώτη. Οι εκρήξεις ανάμεσά τους ήταν συχνές. Ένας καυγάς, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στην Αμερική, στάθηκε ικανός να τούς χωρίσει για πάντα: «Μαλώσαμε μια μέρα και μου λέει «Τελείωσε, χωρίζουμε». Του λέω «να χωρίσουμε, κι εγώ θέλω να χωρίσουμε». «Ωραία», μου λέει, «φέρε μου τα μπιζού μου». Είχε κάποιους σταυρούς, μανικετόκουμπα τα κοσμήματά του. «Και φέρε μου», μου λέει, «και το βραχιόλι μου». Ήταν ένα βραχιόλι με μπριγιάν που μου είχε κάνει δώρο στη γιορτή μου.Λέω «Ποιο, αυτό που μου έκανες δώρο στη γιορτή μου»; «Ναι», μου λέει «δε το είχα για τα μούτρα σου, για την κόρη μου το είχα πάρει». Αυτό με σκότωσε. Ο τρόπος, ήταν ο τρόπος που μου το είπε. Έφερα το βραχιόλι και του είπα «Από σήμερα έχεις και το διαζύγιο».
Οι άλλες σχέσεις και η κακοποίηση
Λίγα χρόνια αργότερα η Μαίρη Λίντα ξαναπαντρεύτηκε, με τον Αλέξανδρο Θεοχάρη, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, την Εύα. Η κακοποίηση που υφίστατο, όμως, μέσα σε αυτόν τον γάμο, την ανάγκασε να δραπετεύσει. «Έτρωγα ξύλο κάθε μέρα. Έφυγα, γιατί δεν άντεχα άλλο. Και μεγάλωσα το παιδί μου μόνη μου» είχε εξομολογηθεί η ίδια.
Η τρίτη και τελευταία μεγάλη σχέση της ζωής της ήταν αυτή με τον γνωστό χορευτή – χορογράφο Τάκη Σαγιώρ. Οι δυο τους έζησαν μαζί από το 1970 έως το 1976 αλλά οι απιστίες του, όπως η ίδια είχε αποκαλύψει, την ώθησαν στο να δώσει τέλος.
Η δολοφονία της μητέρας της
Η πιο σκοτεινή σελίδα της μακράς ζωής της Μαίρης Λίντα γράφτηκε το 1970 όταν η μητέρα της, Βασιλική Δημητροπούλου, εντοπίστηκε νεκρή και απανθρακωμένη, στο σπίτι της στο Μπουρνάζι. Οι έρευνες της αστυνομίας κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η άτυχη γυναίκα έπεσε θύμα άγριων ληστών οι οποίοι την χτύπησαν θανάσιμα με ένα ξυπνητήρι ενώ στη συνέχεια έκαψαν το νεκρό σώμα της αφού το περιέλουσαν με οινόπνευμα. Το γεγονός ήταν σοκαριστικό και η Μαίρη Λίντα, που επιδείκνυε πάντα μεγάλη ψυχική ανθεκτικότητα στα εμπόδια της ζωής, το κουβαλούσε ως ένα βαθύ, αγιάτρευτο τραύμα.
Ούτε αυτό, ωστόσο, κατάφερε να τη λυγίσει. Για μία ακόμη φορά βρήκε καταφύγιο και παρηγοριά στο τραγούδι. Συνέχισε να τραγουδά και να εργάζεται σε νυχτερινά κέντρα μέχρι μεγάλη ηλικία ενώ τα τελευταία χρόνια φιλοξενούνταν στο Γηροκομείο Αθηνών. Ακόμη κι εκεί ζέσταινε την ατμόσφαιρα με την έμφυτη θετικότητά της και το μπρίο της.
Η Μαίρη Λίντα ήταν μια γυναίκα, που παρότι βίωσε αρκετές δυσκολίες, δεν παραπονέθηκε ποτέ και για τίποτα: «Όλα ήρθαν στη ζωή μου όπως τα έφερε ο θεός και όπως τα ήθελα κι εγώ. Γιατί να έχω παράπονο; Τη ζωή μας εμείς τη φτιάχνουμε. Τα δύσκολα τα έχω ξεχάσει. Η ζωή έχει λουλούδια και αγκάθια. Δεν υπάρχει κάτι που δεν έκανα, δε μου έλειψε τίποτα και τα έχω χαρεί όλα. Και ευχαριστώ τους ανθρώπους που ήταν δίπλα μου σε στιγμές δύσκολες» έλεγε.
Κι ίσως αυτό το διαχρονικό αίσθημα ευγνωμοσύνης που την διακατείχε, ήταν και το μυστικό της μακροζωίας της.