Ποιος θα βγάλει τις μολότοφ από το σακίδιο

Είναι γεγονός πέραν κάθε αμφισβήτησης ότι με την αλλαγή κυβέρνησης, το περασμένο καλοκαίρι, η κατάσταση στους δρόμους της Αθήνας άλλαξε. Ολοι εκείνοι που τα τέσσερα τελευταία χρόνια του τρίτου και πιο σκληρού μνημονίου εξαφανίστηκαν από τις διαδηλώσεις, τις πορείες, τις συγκεντρώσεις, τις μολότοφ, εμφανίστηκαν ξανά.

Οι κατ’ επάγγελμα διαμαρτυρόμενοι, οι πολιτικά καθοδηγούμενοι, «συνδικαλιστές», φοιτητές, μαθητές, οι μπαχαλάκηδες και οι κουκουλοφόροι επέστρεψαν στους κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, καθένας για τον δικό του λόγο και με τον δικό του τρόπο.

Ολες αυτές οι σχεδόν καθημερινές κινητοποιήσεις έχουν δυο-τρία κοινά χαρακτηριστικά. Πρώτον, δημιουργούν χάος στην Αθήνα δυσκολεύοντας τη ζωή στην πόλη, τους επαγγελματίες του κέντρου, τον τουρισμό και την εθνική οικονομία. Δεύτερον, έχουν ως στόχο να μην εφαρμόσει η κυβέρνηση όλα εκείνα τα οποία υποσχέθηκε και για τα οποία οι πολίτες τής έδωσαν ισχυρή πλειοψηφία στη Βουλή. Τρίτον, πυροδοτούν ένα κύμα βίας που καθόλου δεν βοηθάει τη χώρα να πάει μπροστά και τους πολίτες να αφήσουν πίσω τους τη σκοτεινή περίοδο των μνημονίων.

Το σκηνικό που διαμορφώνεται έχει πάντα πολιτική αφετηρία και εξήγηση. Πριν, στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ, οι κεντροδεξιοί ήταν ούτως ή άλλως απόντες. Δεν τους αρέσουν οι συγκεντρώσεις, ούτε οι πορείες και δεν πιστεύουν στην αποτελεσματικότητά τους. Οι κεντροαριστεροί, μεταξύ των οποίων και εκείνοι που δεν ψήφισαν Τσίπρα, ακόμη και όταν έβλεπαν τις κωλοτούμπες του τέως πρωθυπουργού, δεν είχαν το κουράγιο να βγουν στους δρόμους, ίσως από φόβο, ίσως και από ιδεολογική αλληλεγγύη. Και ο λεγόμενος αντεξουσιαστικός χώρος είχε κάθε λόγο να σιωπά, ζούσε στο στοιχείο του και στην ασυδοσία του.

Τώρα που στην εξουσία είναι η Νέα Δημοκρατία, το ΚΚΕ θέλει να κερδίσει το μερίδιο που του αναλογεί από την αντιπολίτευση, οι επαγγελματίες συνδικαλιστές θεωρούν πως γύρισε επιτέλους ο τροχός και τα «δικά μας παιδιά με τις μολότοφ στα σακίδια» («έγραψε» η δήλωση του βουλευτή Λάππα) νιώθουν να απειλείται ο ζωτικός τους χώρος στα Εξάρχεια, ειδικά στο «Βανκούβερ», στην ΑΣΟΕΕ και τα άλλα πανεπιστήμια.

Οπως συμβαίνει πάντα, το πρόβλημα το έχει η κυβέρνηση. Εκείνη πρέπει να υλοποιήσει το πρόγραμμά της, να κρατήσει τους δρόμους της Αθήνας ανοιχτούς, τους τουρίστες χαρούμενους, να επιστρέψει τα Εξάρχεια στην κανονικότητα και να εφαρμοστεί ο νόμος για το άσυλο στα πανεπιστήμια. Η προσπάθεια είναι δύσκολη και όσοι στην κυβερνητική παράταξη πίστευαν το αντίθετο είναι η ώρα να το ξανασκεφτούν. Είναι πολύ εύκολο εκεί που πιστεύεις ότι μπορεί να επιβάλεις τον νόμο και την τάξη να προκαλέσεις την μπαχαλοποίηση. Οι μικρές ομάδες που κλείνουν τους δρόμους, επιτίθενται στα ΜΑΤ, ρίχνουν πέτρες στους αστυνομικούς ή εξακολουθούν να έχουν τον έλεγχο στην ΑΣΟΕΕ έχουν το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Ετσι εξηγείται και η απροθυμία της ΕΛ.ΑΣ. να «εγκατασταθεί» στα πανεπιστήμια, γιατί αν ξεκινήσει θα είναι δύσκολο και κάνει πίσω μετά.

Από την άλλη, η κυβέρνηση θα κριθεί από τους πολλούς και από την υλοποίηση του προγράμματός της. Απαγορεύεται ακόμη και να σκεφτεί να κάνει πίσω στους δρόμους, στα Εξάρχεια, στις πανεπιστημιακές σχολές. Η κοινωνία έχει πιστέψει ότι επιτέλους θα σταματήσει η ανομία και το μπάχαλο και περιμένει από αυτή την κυβέρνηση να κάνει όσα πρέπει για να το επιτύχει.

Από αύριο μέχρι και τα μέσα Δεκεμβρίου θα κριθούν όλα. Η επέτειος του Πολυτεχνείου και της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου που ακολουθεί θα είναι το μεγάλο τεστ. Η πολιτική βούληση στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη υπάρχει. Το ζητούμενο είναι αν υπάρχουν το κατάλληλο επιχειρησιακό σχέδιο και η τόλμη για την εφαρμογή του. Θα το δούμε. Αν κερδηθεί αυτή η μάχη, η κυβέρνηση θα έχει επιτύχει έναν από τους βασικούς στόχους της.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr