PROTOTHEMA

Blogs

Αχ, Λουκιανέ, αχ μωρέ, Λουκιανέ...

ΕκτύπωσηΑποστολήΜέγεθος κειμένου 

Έφηβος, σεμνός, επαναστάτης, διανοούμενος, αθόρυβος. Έτσι τον είχα στον μυαλό μου, γι’ αυτό και η είδηση του θανάτου του είχε ως απόρροια ένα αβίαστο “Δεν γίνεται.

Δεν μπορεί”. Ο Λουκιανός δεν ήταν ακόμη ένας τραγουδοποιός. Ήταν ο τραγουδοποιός που διαμόρφωσε τη συνείδηση μιας ολόκληρης γενιάς ικανής να ειρωνευτεί, να αμφισβητήσει, να ερωτευθεί, να το πάει δέκα βήματα παραπέρα χωρίς να χάσει το δρόμο της μέσα από κουλτουριάρικα νοήματα και δηθενιές του κώλου. Ήταν ο τύπος _ ίσως ο μοναδικός στο μουσικό μας σύμπαν _ που διέθετε την ικανότητα να εκπέμπει με τα τραγούδια του μία αισιόδοξη συγκίνηση. Ήταν ο φτωχός και μόνος καουμπόι που με βοήθησε να καλπάσω ελεύθερη κι ωραία σε όλες τις πτυχές της προσωπικής μου διαδρομής. 


Η πρώτη μου “κούρσα” ήταν κάπου στην εφηβεία όταν άκουσα τη Ρίτα του. Εκεί, στροβιλίστηκα στην πεποίθηση ότι “όχι” δεν γουστάρω να γίνω Ρίτα. Πως πρέπει να την παλέψω για κάτι άλλο, να το τερματίσω για κάτι διαφορετικό, ακόμη κι αν αυτό, μου κόστιζε την άνεση και τα φρου-φρου μιας άνετης ζωής: “Είδα τη Ρίτα νοικοκυρά / Αχ, Ρίτα, αχ μωρέ Ρίτα ξέχασες ποια ήσουν μια φορά / Είδα τη Ρίτα κι ήταν καλά /  Αχ, Ρίτα, αχ μωρέ Ρίτα κάποτε μιλούσες για πολλά / Μα συ παντρεύτηκες, νοικοκυρεύτηκες, με λίγα λόγια, έγινες μαντάμ / Μα συ παντρεύτηκες, νοικοκυρεύτηκες τώρα βολεύτηκες και κάνει μπαμ”

Η επόμενη κούρσα ήρθε όταν καβαλίκεψα το άλογο της πρωτιάς, του θριάμβου και της υπεροχής μέσα σε μια καθημερινότητα τρέλας και σκληρού ανταγωνισμού. Και ξάφνου, οι στίχοι του από το τραγούδι “Κάπου την έχουμε πατήσει κι οι δυό” έφταναν για να με βγάλουν από το τρυπάκι μιας πορείας που σε ανεβάζει σε επαγγελματικό βάθρο τσακίζοντας σε ταυτόχρονα σε Καιάδα προσωπικής ανεπάρκειας: ““Έχουμε και λέμε - 5, 6/2+8 / 20 φορές το 15, 11+7 18 / σύνολο 16, σίγουρα είν’ εντάξει / δεν έχω λάθος μ’ ας τα ξαναδώ / 10 -5 -5, 6/2+8 / 20 φορές το 15, 11+7 18 / κι όμως κατά βάθος κάπου υπάρχει λάθος / κάπου την έχουμε πατήσει κι οι δυό...”  


Στο μεθεπόμενα αγώνα μέσα από τον “Ύμνο των μαύρων σκυλιών” έμαθα πως “Στα τσακάλια λέμε ναι, και στους έτσι λέμε ναι / Στους τζαζίστες λέμε ναι, στους μπλουζίστες λέμε ναι / Στις ζηλιάρες λέμε ναι, στις τρελιάρες λέμε ναι /  Όχι παιδιά στις ψόφιες, όχι και στους κρυόκωλους / Όχι παιδιά στις ψόφιες, όχι στους σοβαρούς". 

Πιο μετά, στη μάχη του έρωτα, κατέβασα στην υγεία του κούπες ουίσκι με τους στίχους: “Ετούτη τη νύχτα δε θέλω κανένα / Ετούτη τη νύχτα δε θέλω ψυχή / Ετούτη τη νύχτα περιμένω εσένα / και για ότι γίνει θα φταις εσύ / Και ξέρω πως τώρα θ’ αρχίσω να πίνω / και ξέρω σε λίγο πως θα είμαι στουπί / πως θα `μαι πια λιώμα και ακόμα θα πίνω / και για ότι γίνει θα φταις εσύ” 


Κι ύστερα, ξεφάντωσα, χόρεψα, πάλεψα, κι έβγαλα μια γλώσσα “Να” σε κλισέ και κατεστημένα τραγουδώντας μαζί του: “Αν ήτανε μαύρος ο Θεός που μας κυβερνούσε / η φυλή μας θα `ταν αλλιώς θα πρωτοπορούσε / Θα `χε μαύρους κρίνους, μαύρους χριστιανούς / μαύρους καπουτσίνους, μαύρους Γερμανούς και πάει. Αν ήτανε μαύρος ο Θεός που μας κυβερνούσε /  η φυλή μας θα `ταν αλλιώς και θα σας πηδούσε...”. 

Κι αργότερα, όταν έγινα μάνα, νανούρισα χιλιάδες φορές την κόρη μου με το ““Τζιν τζιν τζιν, τζιν τζιντζιν / Πως του πάν’ καλέ τα τζιν / Πως του πάν’ τα τζιν, τζιν τζιντζιν / 
Πως του πάν’ τα τζιν. / Λα λα λα, λα λαλα / Το κορίτσι μου γελά / Δες το που γελά, λα λαλα Δες το που γελά / Δες το πώς γελά και πως μοσχοβολά / Το κορίτσι μου αξίζει πολλά / Πω πω πω, πω πωπω / Θεέ μου πόσο τ’ αγαπώ / Πόσο τ’ αγαπώ πω πωπω / Πόσο τ’ αγαπώ...”  

Και στο τέλος, μέσα στο χάος και την ανασφάλεια από τη σφαλιάρα της κρίσης, παραζαλισμένη από τις κομπίνες και τις αρπαχτές ματσωμένων λαμόγιων, κράτησα και κρατώ πάντα στην άκρη των χειλιών μου τους στίχους-μάθημα ζωής από το: «Ένα γουρούνι λιγότερο»: «Έχει αμάξι, έχει σπίτι, όλα τα’ χει κι όμως πλήττει και ξαφνικά παθαίνει συγκοπή./ Ξέρει κόλπα, έχει θέσεις, μετοχές και καταθέσεις και ξαφνικά παθαίνει συγκοπή. / Γι’ αυτό σου λέω μη μου λες εμένα για όλα αυτά τα μεγαλεία, τα παλάτια, τα λεφτά./ Γι’ αυτό σου λέω εγώ είμαι χαρά να κλαις τον άλλονε λοιπόν το φουκαρά»   

Λουκιανέ, σ' ευχαριστώ. Πολύ...   

όλα εδώ θα μείνουν.........09/02/201710:31

μωρέ μωρέ μωρέ...

Απάντηση
Constance09/02/201709:50

Καλο ταξιδι εφηβεια. Καλό ταξιδι ατελειωτες διαδρομές με γελιο για το ντροπη τετοιο παιδι και καζουρα στον πατέρα μου γιατι θα μπορουσε να το τραγουδάει η μανα του(επαναστάτη βγαλαμε στην οικογενια μας.....) Πες μου γιατι δεν κράτησες την υποσχεσή σου( Ακομα και αμα τυχει να ακουσω το πυρ καθολου πια δεν φοβηθω να το θυμασαι μια για πάντα θα δραπετευσω και θα ρθω) Και ομως πραγματικα μου φτανει που μεγάλωσα με σενα... Που εζησα το παρτυ.. Και ας θελουνε ακομα να με χωσουνε σε ενα βαδυ μπουντρουμι και να με κανουν ριτα....

Απάντηση
τι κριμα...08/02/201715:39

θα γινει σταχτη ο λουκιανος.

Απάντηση
POOR AND LONESOME COWBOY08/02/201711:35

Καλο Παραδεισο Λουκιανε...

Απάντηση

Προσθέστε το δικό σας σχόλιο

2500  χαρακτήρες απομένουν

* Υποχρεωτικά πεδία