Πώς η νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές αλλάζει το τοπίο στα αμερικανικά πανεπιστήμια, τι σημαίνει για τους Έλληνες φοιτητές
Από την ακαδημαϊκή ελευθερία και τη χρηματοδότηση της έρευνας μέχρι τις ευκαιρίες των ξένων φοιτητών – Τα νέα δεδομένα για την αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών
Βασιλική Χρυσοστομίδου
Η επόμενη ημέρα των αμερικανικών εκλογών δεν αφορά μόνο στον συσχετισμό δυνάμεων στην Ουάσιγκτον αλλά και το μέλλον ενός από τα ισχυρότερα πανεπιστημιακά συστήματα στον κόσμο, το οποίο τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στη δίνη μιας πρωτοφανούς πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης.
Η νίκη των Δημοκρατικών, τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων, όσο και στη Γερουσία, σύμφωνα με τα αποτελέσματα, συνιστά σημαντική ανατροπή για την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Για πρώτη φορά κατά τη δεύτερη προεδρική του θητεία, ο Αμερικανός πρόεδρος θα χρειαστεί να διαχειριστεί ένα Κογκρέσο με αντίθετη πολιτική πλειοψηφία. Και αν υπάρχει ένας τομέας, στον οποίο η σύγκρουση αυτή έχει ήδη αφήσει ισχυρό αποτύπωμα, είναι η ανώτατη εκπαίδευση.
Τα αμερικανικά πανεπιστήμια, εκτός από εκπαιδευτικά ιδρύματα, αποτελούν κέντρα παραγωγής γνώσης, επιστημονικής καινοτομίας, τεχνολογικής ανάπτυξης και διεθνούς επιρροής. Η δυνατότητά τους να προσελκύουν ταλαντούχους φοιτητές και ερευνητές από κάθε γωνιά του πλανήτη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των ΗΠΑ.
Αυτό ακριβώς το μοντέλο βρίσκεται σήμερα υπό επαναδιαπραγμάτευση.
Τι σημαίνει για τους Έλληνες φοιτητές
Για τους Έλληνες, οι εξελίξεις στην Αμερική δημιουργούν τέσσερα βασικά πεδία ενδιαφέροντος αναφορικά με τις σπουδές:
Πρώτον, το κόστος και οι υποτροφίες, αφού η πιθανή αναδιάταξη των χρηματοδοτικών προτεραιοτήτων μπορεί να επηρεάσει τη διαθεσιμότητα υποτροφιών, ερευνητικών θέσεων και βοηθημάτων. Περισσότερο αναμένεται να επηρεαστούν τα μεταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα, όπου η χρηματοδότηση συνδέεται συχνά με συγκεκριμένα ερευνητικά έργα.
Δεύτερον, η δυνατότητα επαγγελματικής παραμονής, καθώς οι αλλαγές στο πρόγραμμα Optional Practical Training (OPT) και στις μεταναστευτικές διαδικασίες μπορεί να επηρεάσουν τον σχεδιασμό τους.
Τρίτον, η ερευνητική συνεργασία για τους Έλληνες επιστήμονες, που επιδιώκουν μεταδιδακτορικές σπουδές ή συμμετοχή σε αμερικανικά εργαστήρια, με την πολιτική αβεβαιότητα να δημιουργεί καθυστερήσεις στη χρηματοδότηση των προγραμμάτων ή περιορισμό στις διαθέσιμες θέσεις.
Τέταρτον, η επιλογή πανεπιστημίου. Η διεθνής κατάταξη ενός ιδρύματος δεν αρκεί πλέον ως μοναδικό κριτήριο αλλά πρέπει να δίνεται βαρύτητα και στην οικονομική του σταθερότητα, την ερευνητική του δραστηριότητα, την πολιτική υποστήριξης διεθνών φοιτητών και τη δυνατότητα παροχής υποτροφιών.
Ένα πανεπιστήμιο ανάμεσα στην ακαδημαϊκή αυτονομία και την πολιτική παρέμβαση
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επιδιώξει να αναδιαμορφώσει τη λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, αμφισβητώντας πτυχές της διοίκησης, της χρηματοδότησης και των ιδεολογικών προσανατολισμών των πανεπιστημίων.
Ζητήματα, όπως οι πολιτικές διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης (DEI), η επιλογή και αξιολόγηση του ακαδημαϊκού προσωπικού, τα προγράμματα σπουδών, η διαχείριση των πανεπιστημιακών διαδηλώσεων, αλλά και η ίδια η σχέση των Ιδρυμάτων με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, βρέθηκαν όλα υπό συζήτηση επί Τραμπ.
Επιπλέον, η αντιπαράθεση με κορυφαία πανεπιστήμια, όπως το Harvard ή το Columbia μεταξύ άλλων, ανέδειξε μια βαθύτερη διαφωνία σχετικά με τα όρια της ομοσπονδιακής εξουσίας στο να καθορίζει τους όρους λειτουργίας ενός πανεπιστημίου, που χρηματοδοτείται εν μέρει από δημόσιους πόρους. Η κυβέρνηση υποστηρίζει, ότι επιδιώκει μεγαλύτερη διαφάνεια, λογοδοσία, αξιοκρατία και προστασία της ελευθερίας της έκφρασης.
Κλείσιμο
Από την άλλη πλευρά, πανεπιστημιακές διοικήσεις και ακαδημαϊκές ενώσεις προειδοποιούν για τον κίνδυνο πολιτικοποίησης της επιστημονικής δραστηριότητας και περιορισμού της θεσμικής αυτονομίας.
Η αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανατροπή αυτής της πολιτικής.
Δημιουργεί, ωστόσο, νέες δυνατότητες ελέγχου. Με τους Δημοκρατικούς να αναλαμβάνουν τον έλεγχο και της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας, αναμένεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυνατότητα να οργανώσουν κοινοβουλευτικές ακροάσεις, να ζητήσουν εξηγήσεις για τις κυβερνητικές αποφάσεις, να ελέγξουν τη διαχείριση των ομοσπονδιακών επιχορηγήσεων και να ασκήσουν πίεση για την προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας.
Όπως επισημαίνει και η ανάλυση του Inside Higher Ed πριν από τις εκλογές, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά την εποπτεία της κυβερνητικής πολιτικής για τα πανεπιστήμια και τη μεταχείριση των διεθνών φοιτητών. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι αν αυτή η πολιτική αντιπαράθεση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη θεσμική ισορροπία ή σε ακόμη εντονότερη αβεβαιότητα για τα ίδια τα Ιδρύματα.
Το διακύβευμα της χρηματοδότησης της έρευνας
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά στη χρηματοδότηση της πανεπιστημιακής έρευνας. Σημειώνεται, ότι τα αμερικανικά πανεπιστήμια στηρίζονται σε ένα σύνθετο σύστημα χρηματοδότησης, στο οποίο συμμετέχουν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι πολιτειακές αρχές, ιδιωτικά ιδρύματα, εταιρείες, δωρεές αποφοίτων και διεθνείς συνεργασίες.
Οι ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την έρευνα κυρίως στις φυσικές επιστήμες, την ιατρική, τη βιοτεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική επιστήμη και τις νέες τεχνολογίες. Και η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τις περικοπές ή την ανακατανομή ερευνητικών κονδυλίων έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία στην ακαδημαϊκή κοινότητα.
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο σε περαιτέρω περιορισμούς, καθώς η έγκριση των ομοσπονδιακών προϋπολογισμών και η διάθεση των δημόσιων πόρων περνούν σε σημαντικό βαθμό από το νομοθετικό σώμα. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα ερευνητικά προγράμματα, που απαιτούν πολυετή χρηματοδότηση και διεθνείς επιστημονικές συνεργασίες.
Για έναν Έλληνα υποψήφιο διδάκτορα, που επιθυμεί να ενταχθεί σε ένα ερευνητικό εργαστήριο αμερικανικού πανεπιστημίου, για παράδειγμα, η διαθεσιμότητα χρηματοδότησης μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντική με την ακαδημαϊκή φήμη του Ιδρύματος. Μια ερευνητική θέση μπορεί να εξαρτάται από ένα ομοσπονδιακό πρόγραμμα, μια επιχορήγηση του National Institutes of Health (NIH) ή του National Science Foundation (NSF). Εάν τα σχετικά κονδύλια περιοριστούν ή καθυστερήσουν, επηρεάζεται όχι μόνο η ερευνητική δραστηριότητα αλλά και ο αριθμός των διαθέσιμων θέσεων για νέους επιστήμονες. Η πολιτική αλλαγή, επομένως, μπορεί να έχει συνέπειες πολύ πέρα από τα αμερικανικά σύνορα.
Φοιτητικά δάνεια και κόστος σπουδών: Ποιος θα μπορεί να πληρώνει το αμερικανικό πανεπιστήμιο;
Ένα ακόμη «μέτωπο» αφορά στο κόστος της ανώτατης εκπαίδευσης καθώς οι ΗΠΑ διαθέτουν ορισμένα από τα ακριβότερα πανεπιστημιακά προγράμματα διεθνώς. Για τις αμερικανικές οικογένειες, η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση συνδέεται συχνά με τη λήψη φοιτητικών δανείων, ένα ζήτημα που αποτελεί διαχρονικά πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η νομοθεσία, που προώθησαν οι Ρεπουμπλικανοί το 2025, στο πλαίσιο του λεγόμενου «One Big Beautiful Bill Act», επέφερε σημαντικές αλλαγές στο σύστημα ομοσπονδιακής φοιτητικής χρηματοδότησης.
Μεταξύ άλλων, προβλέπει περιορισμούς στα διαθέσιμα δάνεια για μεταπτυχιακές και επαγγελματικές σπουδές, καθώς και αλλαγές στα προγράμματα αποπληρωμής. Η εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων αποτελεί ήδη θέμα συζήτησης αναφορικά με το μέλλον της φοιτητικής χρηματοδότησης. Η νέα Δημοκρατική πλειοψηφία αναμένεται να επιδιώξει αλλαγές σε ορισμένες από τις προβλέψεις, χωρίς όμως να διαθέτει απεριόριστη δυνατότητα ανατροπής τους.
Αξίζει, πάντως, να διευκρινιστεί ότι όσον αφορά στους Έλληνες ενδιαφερομένους, οι περισσότεροι διεθνείς φοιτητές με φοιτητική βίζα δεν δικαιούνται τα συνήθη ομοσπονδιακά φοιτητικά δάνεια και τις επιχορηγήσεις, που διατίθενται στους Αμερικανούς πολίτες και στους επιλέξιμους μόνιμους κατοίκους. Επομένως, οι αλλαγές στα αμερικανικά φοιτητικά δάνεια δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε οικονομική ελάφρυνση για έναν Έλληνα φοιτητή. Μπορούν, όμως, να επηρεάσουν έμμεσα το συνολικό κόστος και τη λειτουργία των πανεπιστημίων, αλλά και την πολιτική τους απέναντι στους διεθνείς φοιτητές.
Βίζα, παραμονή και εργασία μετά τις σπουδές – Πώς επηρεάζονται οι Έλληνες
Ίσως το πιο άμεσο ζήτημα για όσους σχεδιάζουν να σπουδάσουν στις ΗΠΑ είναι η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ. Τα τελευταία χρόνια, η έκδοση φοιτητικών θεωρήσεων, οι διαδικασίες ελέγχου και οι δυνατότητες παραμονής μετά την ολοκλήρωση των σπουδών έχουν υποστεί αλλαγές στο πλαίσιο της αμερικανικής διοίκησης. Για έναν αλλοδαπό φοιτητή, η εισαγωγή σε ένα πανεπιστήμιο δεν είναι παρά το πρώτο βήμα.
Εξίσου σημαντικό είναι να γνωρίζει εάν θα μπορέσει να ταξιδέψει εγκαίρως, να διατηρήσει το νόμιμο καθεστώς παραμονής του και, εφόσον το επιθυμεί, να αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία στις ΗΠΑ.
Η βασική κατηγορία θεώρησης για πανεπιστημιακές σπουδές είναι η F-1, ενώ η J-1 χρησιμοποιείται κυρίως για προγράμματα εκπαιδευτικών και ερευνητικών ανταλλαγών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το πρόγραμμα Optional Practical Training (OPT), το οποίο επιτρέπει σε επιλέξιμους διεθνείς φοιτητές να αποκτήσουν επαγγελματική εμπειρία στις ΗΠΑ σε αντικείμενο σχετικό με τις σπουδές τους.
Για τους αποφοίτους προγραμμάτων STEM (Science, Technology, Engineering, Mathematics) προβλέπεται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δυνατότητα επέκτασης της περιόδου πρακτικής εργασίας.
Αυτός είναι ένας από τους σημαντικότερους λόγους, για τους οποίους οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προσελκύουν νέους επιστήμονες από όλο τον κόσμο.
Ωστόσο, οι προοπτικές αυτές δεν είναι ανεπηρέαστες από τις κυβερνητικές αποφάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσπάθεια του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας να καταργήσει το υφιστάμενο καθεστώς παραμονής για τη διάρκεια των σπουδών (Duration of Status) και να το αντικαταστήσει με συγκεκριμένα χρονικά όρια εισόδου και παραμονής.
Η σχετική ρύθμιση δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026 και επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 15 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, στις 14 Σεπτεμβρίου, ομοσπονδιακό δικαστήριο εξέδωσε προσωρινή διαταγή, που μπλοκάρει την εφαρμογή της, έπειτα από προσφυγή της NAFSA και άλλων οργανώσεων της πανεπιστημιακής κοινότητας. Κατά συνέπεια, το προηγούμενο καθεστώς εξακολουθεί να ισχύει όσο διαρκεί η δικαστική διαδικασία.
Η εξέλιξη είναι ενδεικτική του πόσο ρευστό έχει γίνει το περιβάλλον για τους διεθνείς φοιτητές.
Η νέα σύνθεση του Κογκρέσου ενδέχεται να ενισχύσει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της μεταναστευτικής πολιτικής, χωρίς όμως να μπορεί να ακυρώσει αυτομάτως τις αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Για τους Έλληνες υποψηφίους, αυτό σημαίνει ότι η επιλογή των ΗΠΑ παραμένει εφικτή, αλλά απαιτεί πλέον μεγαλύτερη προσοχή στον προγραμματισμό, στις προθεσμίες και στις μεταβολές της νομοθεσίας.
Οι ξένοι φοιτητές ως πολύτιμο κεφάλαιο για την αμερικανική οικονομία
Υπάρχει και μια άλλη πλευρά της συζήτησης, που συχνά υποτιμάται. Οι διεθνείς φοιτητές δεν αποτελούν απλώς μια πληθυσμιακή ομάδα, που φιλοξενείται στα αμερικανικά πανεπιστήμια αλλά – όπως συμβαίνει και σε κάθε χώρα που επενδύει στη διεθνοποίηση - συνεισφέρουν σημαντικά στην οικονομία, στη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, στην επιστημονική παραγωγή και στην ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Institute of International Education (IIE), κατά το ακαδημαϊκό έτος 2024-2025 σπούδαζαν σε αμερικανικά ιδρύματα 1.177.766 διεθνείς φοιτητές, προερχόμενοι από περισσότερες από 200 χώρες. Η παρουσία τους αντιστοιχούσε σε οικονομική συνεισφορά δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και στη στήριξη εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας.
Ωστόσο, οι προβλέψεις για το φθινόπωρο του 2026 είναι λιγότερο ενθαρρυντικές. Η NAFSA, η μεγαλύτερη αμερικανική ένωση επαγγελματιών της διεθνούς εκπαίδευσης, εκτιμά ότι ο αριθμός των διεθνών φοιτητών μπορεί να υποχωρήσει αισθητά. Στα σενάρια που εξετάζει, η μείωση μπορεί να φθάσει ακόμη και τις 120.000 θέσεις σε σχέση με τα προηγούμενα επίπεδα, με απώλειες που ενδέχεται να αγγίξουν τα 3,4 δισ. δολάρια σε άμεση οικονομική συνεισφορά.
Η πτώση συνδέεται με τη δυσκολία έκδοσης θεωρήσεων, τις καθυστερήσεις στα προξενεία, την αβεβαιότητα γύρω από το μεταναστευτικό καθεστώς και την ανησυχία για τις δυνατότητες επαγγελματικής παραμονής μετά την αποφοίτηση.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο αφού, την ώρα που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους στην επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία, η πολιτική αβεβαιότητα ενδέχεται να απομακρύνει ένα μέρος του διεθνούς επιστημονικού δυναμικού. Και οι ανταγωνιστές τους, από τον Καναδά και τη Βρετανία μέχρι την Αυστραλία και τις ευρωπαϊκές χώρες, δεν μένουν αμέτοχοι.
Πού βρίσκονται οι Έλληνες φοιτητές σε αυτή την εξίσωση; Η εκπαιδευτική σχέση Ελλάδας και ΗΠΑ έχει βαθιές ρίζες και δεν περιορίζεται στην κινητικότητα φοιτητών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας Open Doors 2024, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2023-2024 συνολικά 2.561 Έλληνες φοιτητές παρακολουθούσαν προγράμματα σπουδών σε αμερικανικά εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
Πρόκειται για έναν αριθμό, που αποτυπώνει το διαρκές ενδιαφέρον των Ελλήνων για την αμερικανική ανώτατη εκπαίδευση, είτε πρόκειται για προπτυχιακές σπουδές είτε για μεταπτυχιακά, διδακτορικά και ερευνητικές συνεργασίες.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι για τους νέους στην Ελλάδα, η επιλογή ενός αμερικανικού πανεπιστημίου συνδέεται συχνά με την πρόσβαση σε εξειδικευμένα προγράμματα, σύγχρονες ερευνητικές υποδομές, διεθνή δίκτυα και επαγγελματικές δυνατότητες που δεν είναι πάντοτε διαθέσιμες στη χώρα τους.
Θα επωφεληθούν τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια;
Μια ακόμη διάσταση των εξελίξεων αφορά στο διεθνή εκπαιδευτικό ανταγωνισμό. Εάν η αβεβαιότητα στις ΗΠΑ συνεχιστεί, ευρωπαϊκά πανεπιστήμια θα μπορούσαν να προσελκύσουν φοιτητές και ερευνητές, που διαφορετικά θα επέλεγαν την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Γαλλία και οι σκανδιναβικές χώρες διαθέτουν ήδη ισχυρά διεθνή προγράμματα και επενδύουν στην προσέλκυση νέων επιστημόνων.
Για την Ελλάδα, η συγκυρία θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία διεθνοποίησης. Η ανάπτυξη αγγλόφωνων προγραμμάτων, η ενίσχυση των μεταπτυχιακών σπουδών, η προσέλκυση ξένων ερευνητών και η δημιουργία σταθερών συνεργασιών με αμερικανικά πανεπιστήμια θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη διεθνή θέση των ελληνικών Ιδρυμάτων.
Υπάρχει, μάλιστα, ένα ενδιαφέρον στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση, δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει ήδη αναδειχθεί σε ελκυστικό προορισμό για Αμερικανούς φοιτητές.
Εν αναμονή των φετινών αποτελεσμάτων της έκθεσης Open Doors προς το τέλος Νοεμβρίου, που φαίνεται πως θα είναι ιδιαίτερα θετικά, σύμφωνα με τα αντίστοιχα στοιχεία του Open Doors 2024, περισσότεροι από 6.000 Αμερικανοί φοιτητές επέλεξαν την Ελλάδα για σπουδές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2022-2023, σημειώνοντας αύξηση σχεδόν 34% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η εκπαιδευτική κινητικότητα, επομένως, δεν είναι μονόδρομος. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει τη θέση της στον διεθνή ακαδημαϊκό χάρτη, αξιοποιώντας τη γεωγραφική, πολιτιστική και επιστημονική της ταυτότητα.
Σε κάθε περίπτωση, η αλλαγή στο Κογκρέσο δεν αλλάζει αυτομάτως την πολιτική του Λευκού Οίκου. Παρά τις προσδοκίες που δημιουργεί το εκλογικό αποτέλεσμα, χρειάζεται να αποφευχθεί μια εύκολη εξίσωση. Η νίκη των Δημοκρατικών δεν σημαίνει ότι όλες οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ για την εκπαίδευση θα ανατραπούν.
Ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί την εκτελεστική εξουσία και τη δυνατότητα άσκησης βέτο σε νομοσχέδια. Σημειώνεται, ότι για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, κάτι που δεν εξασφαλίζεται από το εκλογικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, αρκετές από τις αλλαγές στην ανώτατη εκπαίδευση προωθούνται μέσω υπουργικών αποφάσεων, διοικητικών ρυθμίσεων και εκτελεστικών εντολών, οι οποίες δεν ακυρώνονται αυτομάτως με την αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Αυτό σημαίνει πρακτικά, ότι η νέα πολιτική πραγματικότητα ενδέχεται να οδηγήσει περισσότερο σε ελέγχους, διαπραγματεύσεις, δικαστικές αντιπαραθέσεις και καθυστερήσεις παρά σε άμεση και συνολική ανατροπή του υφιστάμενου πλαισίου. Η ανώτατη εκπαίδευση θα παραμείνει, τουλάχιστον για το επόμενο διάστημα, ένα από τα σημαντικότερα πεδία πολιτικής σύγκρουσης στις ΗΠΑ.
Με πρωτοβουλίες που κάνουν τη διαφορά και συνδέουν την καινοτομία με την υπευθυνότητα, η ROLEX Ελλάδας υποστηρίζει έμπρακτα όσους εργάζονται για τη διαφύλαξη της φυσικής κληρονομιάς της χώρας, υλοποιώντας έτσι τη διαχρονική της δέσμευση για κοινωνική ευθύνη και υποστήριξη δράσεων με ουσιαστικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο.
Ο RACK και η LILA ετοιμάζονται για μια ξεχωριστή μουσική αναμέτρηση, με την Ντορέττα Παπαδημητρίου στην παρουσίαση, secret guests και το κοινό να αποφασίζει τον νικητή.