Ιράν, Ισραήλ και Ουκρανία: Τι μπορεί να φέρει το «ναυάγιο» Τραμπ στις ενδιάμεσες στη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής
05.11.202614:46
Τα μετρημένα πανηγύρια των Ιρανών, το τέλος εποχής στη σχέση με το Ισραήλ και το Κιέβο που περιμένει έναν κόσμο «μετά τον Τραμπ»
Συνέπειες που μπορεί να ξεπεράσουν κατά πολύ τα σύνορα των ΗΠΑ και τις διατλαντικές τους σχέσεις, ενδέχεται να έχουν για τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών και ο καταποντισμός των Ρεπουμπλικάνων. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ξοδέψει σχεδόν δύο χρόνια ανατρέποντας δόγματα δεκαετιών της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, προκαλώντας αναστάτωση τόσο σε συμμάχους όσο και σε αντιπάλους. Τώρα, όλες οι πλευρές παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα πώς αυτό το εγχώριο εκλογικό πισωγύρισμα θα διαμορφώσει τις κινήσεις του στη διεθνή σκηνή.
Για το Ιράν, το Ισραήλ και την Ουκρανία, το διακύβευμα εκτείνεται πολύ πέρα από το ποιος ελέγχει το Κογκρέσο. Το αποτέλεσμα μπορεί να κρίνει αν ο Τραμπ θα επιδιώξει μια συμφωνία με την Τεχεράνη ή περαιτέρω κλιμάκωση του πολέμου, σε ποιο βαθμό θα διαβρωθεί η διαχρονική στήριξη της Ουάσιγκτον προς το Ισραήλ, αλλά και πόσο έντονα θα πιέσει το Κίεβο να αποδεχθεί δύσκολους όρους για τον τερματισμό του πολέμου με τη Ρωσία.
Οι Δημοκρατικοί αποκτούν πλέον νέα θεσμικά εργαλεία για να περιορίσουν τον Τραμπ. Ωστόσο, ο πρόεδρος διατηρεί σημαντική ελευθερία κινήσεων στην εξωτερική πολιτική, τουλάχιστον στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι την ορκωμοσία της νέας σύνθεσης του Κογκρέσου, φέρνοντας, σύμφωνα με ανάλυση του CNN, τους παγκόσμιους ηγέτες αντιμέτωπους με ένα κρίσιμο ερώτημα: Θα τον καταστήσει η ήττα πιο διαλλακτικό ή πιο αποφασισμένο να επιβάλει τη βούλησή του;
Το Ιράν πανηγυρίζει, αλλά χωρίς καμία εγγύηση ειρήνης
Το Ιράν χαίρεται για το εκλογικό στραβοπάτημα του Τραμπ, αλλά παράλληλα προετοιμάζεται για ό,τι μπορεί να ακολουθήσει: ένα πιθανό νέο αμερικανικό πλήγμα ή μια νέα ώθηση για επίτευξη συμφωνίας.
Έπειτα από οκτώ μήνες χτυπημάτων στις οικονομικές αρτηρίες της περιοχής με στόχο να στρέψει τους Αμερικανούς ψηφοφόρους κατά των επιλογών του προέδρου τους, η Τεχεράνη χαιρέτισε την ήττα των Ρεπουμπλικανών ως λαϊκή ετυμηγορία εναντίον της. Ο Τραμπ παραδέχθηκε ότι οι ανατιμήσεις που προκλήθηκαν από τον πόλεμο διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο.
«Εάν η αμερικανική κυβέρνηση προδώσει τη λαϊκή βούληση για να εξυπηρετήσει διεθνείς χρηματοδότες και εκβιαστές, θα καταλάβει ότι το δικό μας "ΟΧΙ" συνοδεύεται από έναν Εφιάλτη», έγραψε στο X ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, ο οποίος ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ.
Η Τεχεράνη πάντως δεν ποντάρει σε αυτόματη αλλαγή πλεύσης της Ουάσιγκτον. Ο ανώτατος ηγέτης Μοτζτάμπα Χαμενεΐ δήλωσε ότι όποιος πιστεύει πως τα αποτελέσματα θα μεταβάλουν την αμερικανική πολιτική «κάνει βαθύ λάθος». Αξιωματούχοι τονίζουν ότι η στρατηγική του Ιράν δεν εξαρτάται από τις αμερικανικές εκλογές, καθώς η χώρα προετοιμάζεται για συνέχιση των συγκρούσεων, εντείνοντας παράλληλα τις διπλωματικές προσπάθειες.
Ο κίνδυνος κλιμάκωσης παραμένει απόλυτα υπαρκτός. Πληροφορίες που θέλουν τον Τραμπ να εξετάζει νέα, σφοδρότερα πλήγματα τροφοδοτούν την ένταση στην ευρύτερη περιοχή, με την Τεχεράνη να προειδοποιεί ότι τα αντίποινά της θα έχουν πολύ μεγαλύτερο εύρος από τους προηγούμενους γύρους. Αυτή την εβδομάδα, ο Τραμπ δήλωσε σε ορισμένους δημοσιογράφους ότι σκέφτεται να χτυπήσει σκληρά το Ιράν, ενώ σε άλλους ισχυρίστηκε ότι δεν σχεδιάζει άμεση κλιμάκωση.
«Ο πόλεμος στο Ιράν έχει μετατραπεί σε πολιτικό βαρίδι για τον ίδιο, φέρνοντάς τον μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: είτε να κλείσει μια συμφωνία που θα διασώζει τα προσχήματα και να κηρύξει τη νίκη, είτε να διπλασιάσει τα στρατιωτικά στοιχήματα για να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων», δήλωσε στο CNN ο Άλι Βαέζ από το International Crisis Group. «Ο κίνδυνος έγκειται στο ότι ένας πρόεδρος αποδυναμωμένος στην κάλπη ίσως αναζητήσει τη λύτρωση στο πεδίο της μάχης».
Η διπλωματία προσφέρει έναν εναλλακτικό δρόμο. Οι συνομιλίες που είχαν βαλτώσει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ανέκτησαν δυναμική την τελευταία εβδομάδα, με την Τεχεράνη να στέλνει αξιωματούχους σε διαμεσολαβητές του Κατάρ, οι οποίοι διακινούν προτάσεις προς την Ουάσιγκτον. Πριν από τις εκλογές, το Ιράν είχε προτείνει να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ εντός δύο ημερών, εφόσον ο Τραμπ αποδεχόταν τους επτά όρους που έθεσε.
Η Σάναμ Βακίλ από το Chatham House υποστήριξε ότι η ιρανική ηγεσία «μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένη», αλλά αυτό «δεν επιλύει απαραίτητα τα προβλήματά της». Ο Τραμπ χρειάζεται μια διπλωματική νίκη, ωστόσο ενδέχεται να διστάσει μπροστά στον κίνδυνο να φανεί αδύναμος, σημείωσε η ίδια, ενώ η Τεχεράνη θα μπορούσε να ερμηνεύσει την ήττα του ως ευκαιρία για να απαιτήσει μεγαλύτερες υποχωρήσεις. Η ίδια αναμένει εντατικοποίηση της διπλωματίας παράλληλα με στρατιωτικές απειλές, κρίνοντας ότι μια προσωρινή συμφωνία για τα Στενά του Ορμούζ είναι «πιο ρεαλιστική» σε σύγκριση με μια συνολική διευθέτηση.
«Τέλος εποχής» για τις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ
Στο Ισραήλ, η ανακοίνωση του Τραμπ την ημέρα των εκλογών περί αιφνίδιας διακοπής της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας αποτέλεσε την πρώτη ψυχρολουσία. Τα εκλογικά αποτελέσματα, με τους Δημοκρατικούς να σαρώνουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου σε ένα πραγματικό «μπλε τσουνάμι», σήμαναν γενικό συναγερμό.
Η αμερικανική διακομματική στήριξη προς το Ισραήλ βρισκόταν ήδη σε φάση διάβρωσης: οι Δημοκρατικοί εξέφραζαν έντονη οργή για τον αριθμό των νεκρών στον πόλεμο της Γάζας, ενώ ένας αυξανόμενος αριθμός Ρεπουμπλικανών θεωρούσε ότι η χώρα είχε προσφέρει υπερβολικά πολλή βοήθεια.
«Το μόνο πραγματικά διακομματικό ζήτημα αυτή τη στιγμή είναι η κριτική κατά του Ισραήλ», τόνισε ο Μάικλ Όρεν, πρώην πρεσβευτής του Ισραήλ στις ΗΠΑ. «Αποτελεί κεντρική οργανωτική γραμμή για το Δημοκρατικό Κόμμα», δήλωσε στο CNN, «και μετατρέπεται πλέον σε κατευθυντήρια γραμμή και για μεγάλο μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος».
Ο Όρεν υπογράμμισε ότι ο τερματισμός της αμερικανικής βοήθειας είναι μόνο η αρχή μιας πολύπλευρης διαδικασίας, καθώς θεωρεί πιθανό οι ΗΠΑ να διακόψουν ακόμη και την ανταλλαγή πληροφοριών με το Ισραήλ, καθώς και την κοινή ανάπτυξη κρίσιμων στρατιωτικών συστημάτων, όπως η φημισμένη αεράμυνα του «Σιδηρού Θόλου» (Iron Dome). Επεσήμανε επίσης τον ρόλο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου τόσο Ρεπουμπλικανοί όσο και Δημοκρατικοί πρόεδροι προστάτευαν επί δεκαετίες το Ισραήλ ασκώντας το δικαίωμα βέτο. «Βρισκόμαστε στο τέλος μιας εποχής», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Γιαακόβ Κατζ, πρώην αρχισυντάκτης της Jerusalem Post, προειδοποίησε ότι έπονται και άλλα: «Όσα ανακοίνωσε ο Τραμπ για τη στρατιωτική βοήθεια είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου μπροστά σε όσα μπορούν να αλλάξουν — πωλήσεις όπλων μπορεί να μπλοκαριστούν, κυρώσεις θα προταθούν και κοινά οικονομικά προγράμματα θα χάσουν τη χρηματοδότησή τους», έγραψε στο X.
Το αντι-ισραηλινό κλίμα οξύνθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν, καθώς τμήματα του αμερικανικού εκλογικού σώματος είδαν τα κοινά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ ως έναν πόλεμο που ο Νετανιάχου «πούλησε» στον Τραμπ. Ακόμη και τώρα, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός πιέζει για νέες επιθέσεις κατά του Ιράν - κίνηση που θα αναζωπύρωνε έναν πόλεμο, ο οποίος εκτόξευσε τις τιμές των καυσίμων και το κόστος ζωής, συμβάλλοντας καθοριστικά στην εκλογική πανωλεθρία των Ρεπουμπλικανών.
Την ίδια ώρα, ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με πολιτική κρίση και στο εσωτερικό της χώρας του. Στις κάλπες που στήθηκαν μία εβδομάδα πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όμως ο βασικός του αντίπαλος, ο πρώην αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ, δεν διαθέτει αυτοδυναμία και πιθανότατα θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τα αραβικά κόμματα, τα οποία κατέγραψαν ποσοστά-ρεκόρ συμμετοχής.
Ο Γιαΐρ Γκολάν, ηγέτης του αριστερού κόμματος των Δημοκρατικών, προειδοποίησε ότι το Ισραήλ «δεν έχει χρόνο για χάσιμο» όσον αφορά την αντικατάσταση του Νετανιάχου και την απομάκρυνση της χώρας από το φάσμα των κυρώσεων και της διεθνούς απομόνωσης.
Η Ουκρανία προσβλέπει σε έναν «κόσμο μετά τον Τραμπ»
Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ελπίζει ότι το «μπλε κύμα» θα αναζωπυρώσει την αμερικανική υποστήριξη στην άμυνα της χώρας του απέναντι στη ρωσική εισβολή.
«Είμαι ευγνώμων και προς τους Ρεπουμπλικανούς, όμως οι Δημοκρατικοί μιλούν πολύ καθαρά για τη στήριξη και την παροχή βοήθειας προς την Ουκρανία», δήλωσε ο Ζελένσκι σε σχόλιά του προς το γερμανικό δίκτυο ZDF πριν από τη μετάδοση της συνέντευξής του, σύμφωνα με το Reuters. «Μιλούν για την ανανέωση των δεσμών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης... Συνεπώς, υπάρχει η ελπίδα ότι θα διαμορφωθεί μια νέα ισορροπία δυνάμεων και ότι θα λάβουμε μεγαλύτερη υποστήριξη».
Και πρόσθεσε: «Αν το Κογκρέσο ταχθεί τώρα υπέρ της ισχυρής οικονομικής στήριξης ή της στρατιωτικής βοήθειας, όπως πράττει και αποδεικνύει σήμερα η Ευρώπη, τότε αυτό θα αποτελέσει μια θετική εξέλιξη που θα έχει αντίκτυπο στον Πούτιν».
Εδώ και εβδομάδες, οι σχέσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τον Τραμπ βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση. Ο Αμερικανός πρόεδρος απαιτούσε την αντικατάσταση του Ζελένσκι, ανακοίνωνε ενεργειακές συμφωνίες προς όφελος της Ρωσίας και παρακολουθούσε αμέτοχος καθώς η τεχνολογική και πληροφοριακή εξάρτηση της Ουκρανίας από τις ΗΠΑ υπονομευόταν χωρίς επαρκείς εξηγήσεις. Έτσι, το Κίεβο αναγκάστηκε να πάρει θέση από νωρίς: να περιμένει, με αγωνία, έναν κόσμο μετά τον Τραμπ.
Όταν ξημέρωσε η Τετάρτη, υπήρξαν ελάχιστα επίσημα σχόλια από το Κίεβο, με τον Ζελένσκι ίσως να προτιμά να αφήσει τα memes - που τον απεικόνιζαν με μπίρα και ποπ κορν να παρακολουθεί την τηλεοπτική κάλυψη των εκλογών - να μιλήσουν αντί για εκείνον.
Ένας αναπληρωτής του γραφείου του, ο Σεργκέι Κισλίτσια, δεσμεύτηκε στην ουκρανική τηλεόραση ότι η χώρα θα συνεχίσει να «αναπτύσσει γνήσιες, κανονικές και σταθερές σχέσεις» με όποιον βρίσκεται στην εξουσία, να διεκδικεί πυραύλους Patriot και να διαχειρίζεται τόσο το νέο Κογκρέσο όσο και τον αναμενόμενο καταιγισμό προεδρικών διαταγμάτων που μπορεί να επιχειρήσουν να το παρακάμψουν.
Ωστόσο, δεν μπορεί να κρυφτεί το γεγονός ότι ένας αποθαρρυμένος Τραμπ, με το ρολόι να μετρά πλέον αντίστροφα για την κοσμοθεωρία και την προεδρία του, ευνοεί το Κίεβο. Ο Τραμπ ισχυριζόταν ότι η ειρήνη ήταν εύκολη υπόθεση και ζήτημα λίγων ωρών, αλλά κατέληξε να τιμωρεί την Ουκρανία επειδή αρνήθηκε να υποκύψει στις απαιτήσεις του εισβολέα της. Ταπείνωσε, επέπληξε και στη συνέχεια περιστασιακά συμφιλιώθηκε με τον Ζελένσκι, υπό την πίεση των Ευρωπαίων συμμάχων που έμεναν άναυδοι μπροστά στην κατάρρευση συμμαχιών ασφαλείας δεκαετιών.
Υπάρχουν ακόμη πολλά που η Ουκρανία χρειάζεται από τον Τραμπ και τις Ηνωμένες Πολιτείες για να πετύχει μια καλή ειρηνευτική συμφωνία: όπλα, χρήματα και μια ευρύτερη διαβεβαίωση ότι στέκονται στο πλευρό της. Όμως το Κίεβο έχει ήδη προεξοφλήσει ότι δεν μπορεί να βασίζεται απόλυτα στην Ουάσιγκτον, έπειτα από μήνες εχθρικής στάσης.
Υπάρχει, εντούτοις, και η σκοτεινή πλευρά αυτής της αντίστροφης μέτρησης: ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ίσως εκτιμήσει ότι έχει μπροστά του περίπου έναν χρόνο για να επιδιώξει, πάση θυσία, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στον πόλεμο που ο ίδιος επέλεξε να εξαπολύσει, προτού η εκλογική μάχη του 2028 επαναφέρει τη ρεπουμπλικανική γραμμή στο παραδοσιακό φιλο-ουκρανικό ρεύμα. Μέχρι στιγμής, ο Πούτιν δεν έχει καταφέρει να εκμεταλλευτεί τον προφανή μεγάλο σύμμαχό του, τον Τραμπ, για να εξασφαλίσει μια αξιοσημείωτη νίκη στα πεδία των μαχών και ίσως προσπαθήσει να το κάνει τώρα, πριν ξεκινήσει η αντίστροφή μέτρηση και για την τυπική αποκαθήλωση του Αμερικανού προέδρου.