Αμπντούλ Ελ Σαγέντ: Ο γιος Αιγύπτιου μετανάστη που έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ

Ο 42χρονος γιατρός με σπουδές στην Οξφόρδη και το Κολούμπια, η σύζυγος και οι δύο κόρες του, η σύγκρουση με τον Τραμπ και η πολιτική διαδρομή που τον οδήγησε στη Γερουσία

Από τις γειτονιές του Μίσιγκαν και τις αίθουσες των πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του Κολούμπια μέχρι τη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ, ο 42χρονος γιατρός αιγυπτιακής καταγωγής, έγραψε ιστορία στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, καθώς έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος που εκλέγεται στην αμερικανική Γερουσία, επικρατώντας του Ρεπουμπλικανού Μάικ Ρότζερς στο Μίσιγκαν.

Η εκλογή του αποτελεί ορόσημο για την πολιτική εκπροσώπηση των μουσουλμάνων στις ΗΠΑ, αλλά και μια σημαντική επιτυχία για την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, η οποία τον στήριξε απέναντι τόσο στους Ρεπουμπλικανούς όσο και σε ισχυρούς αντιπάλους στο εσωτερικό του κόμματός του.

Πίσω από τη νίκη του βρίσκεται η διαδρομή ενός ανθρώπου που αρχικά επέλεξε την ιατρική, ασχολήθηκε με τη δημόσια υγεία και στη συνέχεια στράφηκε στην πολιτική, υποστηρίζοντας ότι πολλά από τα προβλήματα υγείας των Αμερικανών συνδέονται με τις οικονομικές ανισότητες και τις πολιτικές αποφάσεις που επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.


Ο γιος του Αιγύπτιου μετανάστη που μεγάλωσε στο Μίσιγκαν

Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ γεννήθηκε στο Ρότσεστερ Χιλς του Μίσιγκαν και μεγάλωσε στις νοτιοανατολικές περιοχές της πολιτείας. Ο πατέρας του, Μοχάμεντ, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες από την Αίγυπτο, ενώ σημαντικό ρόλο στην ανατροφή του είχε η μητριά του, Τζάκι, η οικογένεια της οποίας ζει στο Μίσιγκαν από τον 19ο αιώνα.

Η παιδική και εφηβική του ηλικία συνδέθηκε με τα δημόσια σχολεία της περιοχής και τον αθλητισμό. Υπήρξε αρχηγός σχολικών ομάδων αμερικανικού ποδοσφαίρου, πάλης και λακρός, ένα άθλημα με το οποίο συνέχισε να ασχολείται και κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών του.

Η οικογενειακή ιστορία του συνδυάζει την εμπειρία της μετανάστευσης με τις βαθιές ρίζες της οικογένειας της μητριάς του στην αμερικανική κοινωνία. Αυτή η διπλή αναφορά στην αιγυπτιακή καταγωγή και στην ανατροφή του στο Μίσιγκαν αποτέλεσε μέρος της δημόσιας εικόνας του κατά την πολιτική του διαδρομή.


Από την Οξφόρδη και το Κολούμπια στη δημόσια υγεία

Πριν ασχοληθεί με την πολιτική, ο Ελ Σαγέντ είχε ήδη διαγράψει μια σημαντική ακαδημαϊκή πορεία. Το 2007 αποφοίτησε με υψηλές διακρίσεις από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Στη συνέχεια εξασφάλισε την υποτροφία Rhodes, μία από τις γνωστότερες διεθνείς ακαδημαϊκές υποτροφίες, η οποία του επέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Το 2011 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στη δημόσια υγεία, ενώ το 2014 απέκτησε πτυχίο Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Το ενδιαφέρον του επικεντρώθηκε στις κοινωνικές αιτίες των ασθενειών, στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και στις ανισότητες που αντιμετωπίζουν οι οικονομικά ασθενέστεροι πολίτες.

Το 2015, σε ηλικία μόλις 30 ετών, ανέλαβε επικεφαλής των υπηρεσιών δημόσιας υγείας του Ντιτρόιτ, μιας πόλης που προσπαθούσε να ανακάμψει από τη σοβαρή οικονομική κρίση και τη χρεοκοπία της δημοτικής διοίκησης.

Στη θέση αυτή ανέλαβε την ανασυγκρότηση υπηρεσιών που είχαν αποδυναμωθεί τα προηγούμενα χρόνια. Μεταξύ των πρωτοβουλιών του περιλαμβάνονταν δράσεις για την προστασία των παιδιών από την έκθεση στον μόλυβδο, η παροχή γυαλιών οράσεως σε μαθητές που τα χρειάζονταν και η βελτίωση της πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας. Παρέμεινε στη συγκεκριμένη θέση έως το 2017, όταν αποφάσισε να διεκδικήσει το αξίωμα του κυβερνήτη του Μίσιγκαν.


Η πρώτη εκλογική ήττα και η επιστροφή

Η πρώτη μεγάλη πολιτική δοκιμασία του ήρθε το 2018, όταν συμμετείχε στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών για το αξίωμα του κυβερνήτη. Η προσπάθειά του δεν είχε επιτυχία, καθώς ηττήθηκε από την Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία στη συνέχεια εξελέγη κυβερνήτης της πολιτείας.

Η ήττα δεν σήμανε το τέλος της πολιτικής του πορείας. Ο Ελ Σαγέντ συνέχισε να ασχολείται με ζητήματα δημόσιας υγείας, αρθρογραφώντας και παρεμβαίνοντας στον δημόσιο διάλογο για το αμερικανικό σύστημα περίθαλψης. Το 2020 συμμετείχε στην ομάδα εργασίας για την υγειονομική πολιτική που συγκροτήθηκε στο πλαίσιο της προσπάθειας ενοποίησης των διαφορετικών τάσεων των Δημοκρατικών γύρω από την προεδρική υποψηφιότητα του Τζο Μπάιντεν.

Παράλληλα, συνέγραψε το βιβλίο «Medicare for All: A Citizen’s Guide», στο οποίο παρουσιάζει την πρότασή του για ένα σύστημα καθολικής υγειονομικής κάλυψης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το 2023 έως το 2025 ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Υγείας, Ανθρωπίνων Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Βετεράνων της κομητείας Γουέιν, η οποία περιλαμβάνει το Ντιτρόιτ και αριθμεί περίπου 1,8 εκατομμύρια κατοίκους.

Σύμφωνα με τον απολογισμό της θητείας του, προώθησε τη διεύρυνση της πρόσβασης στη ναλοξόνη, ένα φάρμακο που μπορεί να αποτρέψει θανάτους από υπερβολική δόση οπιοειδών, ενώ συνέβαλε στην έναρξη προγράμματος διαγραφής ιατρικών χρεών ύψους έως 700 εκατομμυρίων δολαρίων για περίπου 300.000 κατοίκους.


Η σύζυγός του, επίσης γιατρός, και οι δύο κόρες τους

Ο Ελ Σαγέντ είναι παντρεμένος με τη Σάρα Τζουκάκου, ψυχίατρο στο επάγγελμα, την οποία γνώρισε όταν και οι δύο σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Η σχέση τους είχε απασχολήσει ακόμη και τη φοιτητική εφημερίδα «The Michigan Daily» το 2006, όταν το ζευγάρι είχε ήδη αρραβωνιαστεί. Σε εκείνη τη συνέντευξη, ο νεαρός τότε Ελ Σαγέντ είχε περιγράψει την επιθυμία του να γνωρίσει τη γυναίκα με την οποία θα μοιραζόταν τη ζωή του, χωρίς να περάσει από μια μακρά σειρά περιστασιακών σχέσεων.

Η σύζυγός του έχει επίσης συμμετάσχει στην προεκλογική του εκστρατεία, μιλώντας δημόσια για τη σημασία της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης στον χώρο της υγείας. Σε διαφημιστικό μήνυμα είχε αναφερθεί στη βοήθεια που έλαβε από το σωματείο της όταν αντιμετώπισε ιατρικές επιπλοκές μετά τη γέννηση παιδιού τους. Το ζευγάρι ζει στο Αν Άρμπορ του Μίσιγκαν και έχει δύο κόρες, την Έμαλι και τη Σερέν.

Ο ίδιος διατηρεί στενούς δεσμούς με το συνδικαλιστικό κίνημα, έχοντας υπάρξει μέλος οργανώσεων που εκπροσωπούν εκπαιδευτικούς, εργαζομένους στις υπηρεσίες και πανεπιστημιακούς.


Η στήριξη του Σάντερς και η σύγκρουση με το κατεστημένο των Δημοκρατικών

Η επιστροφή του στην εκλογική πολιτική το 2026 αποδείχθηκε καθοριστική. Ο Ελ Σαγέντ διεκδίκησε το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη Γερουσία, με στόχο να καταλάβει την έδρα που άφηνε κενή ο αποχωρών γερουσιαστής Γκάρι Πίτερς.

Στις προκριματικές εκλογές του Αυγούστου επικράτησε της βουλευτού Χέιλι Στίβενς, η οποία είχε την υποστήριξη σημαντικών στελεχών του κομματικού μηχανισμού. Στο πλευρό του τάχθηκαν προσωπικότητες της προοδευτικής πτέρυγας, όπως ο Μπέρνι Σάντερς, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και η βουλευτής του Μίσιγκαν Ρασίντα Τλάιμπ.

Η εκστρατεία του στηρίχθηκε στην υπόσχεση για καθολική υγειονομική περίθαλψη, στην αντιμετώπιση του υψηλού κόστους στέγασης, στην ενίσχυση των εργαζομένων και στον περιορισμό της επιρροής των μεγάλων επιχειρήσεων και των δισεκατομμυριούχων στη χρηματοδότηση της πολιτικής. Ωστόσο, η υποψηφιότητά του ανέδειξε και τις βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό των Δημοκρατικών για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το Ισραήλ και τον πόλεμο στη Γάζα.


Η Γάζα, οι επιθέσεις Τραμπ και η ανατροπή της Στίβενς

Ο Ελ Σαγέντ υπήρξε έντονος επικριτής της στρατιωτικής υποστήριξης των ΗΠΑ προς το Ισραήλ, χαρακτηρίζοντας τις ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα «γενοκτονία» και ζητώντας να τερματιστεί η άνευ όρων αμερικανική στρατιωτική βοήθεια. Οι τοποθετήσεις του προκάλεσαν αντιδράσεις, τόσο από Ρεπουμπλικανούς όσο και από τμήμα των Δημοκρατικών, ιδιαίτερα μεταξύ πολιτικών που υποστηρίζουν τη διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.

Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε λίγο πριν από τις εκλογές, όταν η Χέιλι Στίβενς, την οποία είχε νικήσει στις προκριματικές, ανακοίνωσε ότι υποστηρίζει τον Ρεπουμπλικανό αντίπαλό του, Μάικ Ρότζερς. Η Στίβενς επικαλέστηκε τις ανησυχίες της για τη ρητορική και τις πολιτικές συμμαχίες του Ελ Σαγέντ, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματος.

Την ίδια περίοδο, ο Ντόναλντ Τραμπ και άλλα στελέχη των Ρεπουμπλικανών επιτέθηκαν στον υποψήφιο των Δημοκρατικών, εστιάζοντας μεταξύ άλλων στη μουσουλμανική του ταυτότητα. Κατά την προεκλογική περίοδο διατυπώθηκαν επίσης ισχυρισμοί για δήθεν δεσμούς του με ισλαμιστικές οργανώσεις, τους οποίους ο ίδιος αρνήθηκε και για τους οποίους δεν παρουσιάστηκαν αποδεικτικά στοιχεία.

Ο Ελ Σαγέντ απάντησε ότι οι επιθέσεις στο όνομα και στη θρησκεία του αποτελούσαν προσπάθεια να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από το αυξανόμενο κόστος ζωής και τις οικονομικές δυσκολίες των Αμερικανών.


Η ιστορική νίκη που τον οδηγεί στη Γερουσία

Παρά τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις και τις επιθέσεις που δέχθηκε, ο 42χρονος Δημοκρατικός κατάφερε να επικρατήσει του Μάικ Ρότζερς στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Η νίκη του διατήρησε την έδρα του Μίσιγκαν στα χέρια των Δημοκρατικών και παράλληλα άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της πολιτικής εκπροσώπησης των μουσουλμάνων στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μέχρι σήμερα, μουσουλμάνοι πολιτικοί είχαν εκλεγεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων, αλλά ποτέ στη Γερουσία. Το 2006 ο Κιθ Έλισον έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος που εξελέγη στο αμερικανικό Κογκρέσο, ενώ το 2018 η Ρασίντα Τλάιμπ και η Ιλχάν Ομάρ έγιναν οι πρώτες μουσουλμάνες γυναίκες που εξελέγησαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

Με την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο του 2027, ο Ελ Σαγέντ θα γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος που θα καταλάβει έδρα στην αμερικανική Γερουσία. Για τον γιο του Αιγύπτιου μετανάστη, που ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία με στόχο να θεραπεύει ασθενείς και στη συνέχεια αποφάσισε να ασχοληθεί με τις πολιτικές που καθορίζουν την υγεία και την καθημερινότητα των πολιτών, η εκλογή αυτή αποτελεί το σημαντικότερο μέχρι σήμερα ορόσημο της δημόσιας διαδρομής του.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr