Η Europol ξήλωσε διεθνές κύκλωμα επενδυτικής απάτης με πλοκάμια σε 50 χώρες, πάνω από 4 εκατομμύρια ευρώ τα κέρδη τους

Πώς αποκαλύφθηκε η απάτη από ένα ζευγάρι Γερμανών - Η εταιρεία σε Κύπρο και Ισραήλ και τα τηλεφωνικά κέντρα στα Βαλκάνια

Επτά συλλήψεις, περισσότερους από 100 κατασχεμένους διακομιστές (servers) και ένα διεθνές δίκτυο διαδικτυακών απατών με πιθανά θύματα σε τουλάχιστον 50 χώρες περιλαμβάνει ο απολογισμός μεγάλης αστυνομικής επιχείρησης με την υποστήριξη της Europol και της Eurojust.

Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται εταιρεία που παρείχε ψεύτικες επενδυτικές πλατφόρμες σε εγκληματικές ομάδες, οι οποίες χρησιμοποιούσαν τηλεφωνικά κέντρα για να αποσπούν χρήματα από ανυποψίαστους πολίτες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ερευνητών, η λεία των απατεώνων ξεπερνά τα 4 εκατομμύρια ευρώ.

Η επιχείρηση, υπό την καθοδήγηση της γερμανικής Εισαγγελίας του Ιτσεχόε, πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή αρχών από την Αλβανία, την Κύπρο, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, το Ισραήλ, το Κόσοβο και τη Βόρεια Μακεδονία.

Οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν έρευνες σε 17 τοποθεσίες, προχωρώντας στην κατάσχεση ηλεκτρονικού εξοπλισμού, αποδεικτικών στοιχείων και περιουσιακών στοιχείων. Οι επτά συλληφθέντες αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο έκδοσης στη Γερμανία.


Η εταιρεία με έδρα την Κύπρο και το Ισραήλ και τα τηλεφωνικά κέντρα στα Βαλκάνια

Η επιχείρηση αποτελεί αποτέλεσμα τετραετούς έρευνας των Ευρωπαϊκών Αρχών, η οποία αποκάλυψε ένα οργανωμένο σύστημα παροχής υπηρεσιών σε εγκληματικές ομάδες, γνωστό ως «crime-as-a-service».

Σύμφωνα με την Europol, η εταιρεία που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης λειτουργούσε από την Κύπρο και το Ισραήλ, προσφέροντας την τεχνολογική υποδομή για τη δημιουργία και λειτουργία ψεύτικων επενδυτικών ιστοσελίδων.

Παράλληλα, οι ερευνητές εντόπισαν ύποπτους συνεργάτες της, οι οποίοι διαχειρίζονταν παράνομα τηλεφωνικά κέντρα στην Αλβανία, στο Κόσοβο και στη Βόρεια Μακεδονία.

Μέσω αυτής της συνεργασίας, οι εγκληματικές ομάδες μπορούσαν να προσεγγίζουν πολίτες σε διαφορετικές χώρες, χρησιμοποιώντας κοινές ψηφιακές υποδομές και οργανωμένες μεθόδους εξαπάτησης.



Πώς παγίδευαν τα θύματα με υποσχέσεις για γρήγορα κέρδη

Το κύκλωμα προσέλκυε τους υποψήφιους επενδυτές μέσω παραπλανητικών διαδικτυακών διαφημίσεων, υποσχόμενο υψηλές και γρήγορες αποδόσεις από επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα, ξένα νομίσματα και μετοχές.

Οι ενδιαφερόμενοι στην συνέχεια οδηγούνταν σε ιστοσελίδες που έμοιαζαν με νόμιμες πλατφόρμες συναλλαγών, όπου καλούνταν να καταθέσουν αρχικά μικρά χρηματικά ποσά. Στη συνέχεια, οι προσωπικοί λογαριασμοί τους εμφάνιζαν πλασματικά κέρδη, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι επενδύσεις τους είχαν αποδώσει.

Οι υποτιθέμενοι χρηματιστές αξιοποιούσαν αυτή την εικόνα για να ασκήσουν ψυχολογική πίεση στα θύματα, πείθοντάς τα να επενδύσουν ολοένα μεγαλύτερα ποσά.

Όταν οι πολίτες ζητούσαν να αποσύρουν τα χρήματά τους, οι χειριστές των πλατφορμών προέβαλλαν δικαιολογίες και καθυστερούσαν τις πληρωμές. Τελικά, διέκοπταν την επικοινωνία, αφήνοντας τους επενδυτές χωρίς δυνατότητα ανάκτησης των κεφαλαίων τους.


Πουλούσαν προσωπικά δεδομένα σε απατεώνες

Η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι οι εμπλεκόμενοι εκμεταλλεύονταν το λεγόμενο affiliate marketing, χρησιμοποιώντας συνεργαζόμενα διαφημιστικά δίκτυα για να προσελκύουν πιθανά θύματα.

Μέσω των παραπλανητικών διαφημίσεων, οι χρήστες κατευθύνονταν στις ψεύτικες επενδυτικές πλατφόρμες, όπου καταχωρούσαν τα προσωπικά τους στοιχεία. Εκεί τα δεδομένα τους πωλούνταν σε εγκληματικές ομάδες που διαχειρίζονταν τηλεφωνικά κέντρα.

Οι εργαζόμενοι στα κέντρα επικοινωνούσαν με τους πολίτες, εμφανίζονταν ως επενδυτικοί σύμβουλοι και τους παρουσίαζαν υποτιθέμενες ευκαιρίες κέρδους, επιχειρώντας να τους αποσπάσουν επανειλημμένα χρήματα.


Η καταγγελία που αποκάλυψε το κύκλωμα

Η υπόθεση άρχισε να ερευνάται το 2022, όταν ένα ζευγάρι από τη Γερμανία κατήγγειλε ότι δεν μπορούσε να αποσύρει χρήματα που είχε επενδύσει μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας.

Η καταγγελία αυτή οδήγησε στην πρώτη διεθνή αστυνομική επιχείρηση την ίδια χρονιά, κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν δύο συλλήψεις και κατασχέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία.

Η ανάλυση των ευρημάτων, με τη συνδρομή της Europol, επέτρεψε στους ερευνητές να ταυτοποιήσουν επτά επιπλέον υπόπτους, μεταξύ των οποίων και πρόσωπα που φέρονται να διηύθυναν τηλεφωνικά κέντρα.

Το 2025 ακολούθησε και δεύτερη επιχείρηση, με νέες συλλήψεις και κατασχέσεις χρημάτων και ηλεκτρονικών πειστηρίων.

Η επεξεργασία των στοιχείων οδήγησε τελικά στον εντοπισμό του φερόμενου παρόχου των ψηφιακών υποδομών και των διασυνδέσεών του με τα τηλεφωνικά κέντρα.

Η Europol παρείχε αναλυτική και επιχειρησιακή υποστήριξη, αξιοποιώντας στοιχεία από τις βάσεις δεδομένων της για τη χαρτογράφηση των εμπλεκομένων και τη διασύνδεση των επιμέρους υποθέσεων.

Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης της 3ης Νοεμβρίου, εμπειρογνώμονες της υπηρεσίας αναπτύχθηκαν στην Αλβανία και στο Κόσοβο, προκειμένου να συνδράμουν στην ψηφιακή εγκληματολογική ανάλυση και στον άμεσο έλεγχο των ευρημάτων.

Από την πλευρά της, η Eurojust υποστήριξε την εκτέλεση ευρωπαϊκών εντολών έρευνας, ενταλμάτων σύλληψης και διαταγών δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.

Στο πλαίσιο της έρευνας συγκροτήθηκαν δύο κοινές ομάδες: η πρώτη με τη συμμετοχή της Αλβανίας, της Γερμανίας και της Πολωνίας και η δεύτερη με τη συμμετοχή της Αλβανίας και του Κοσόβου.

Ο συντονισμός των δικαστικών ενεργειών πραγματοποιήθηκε από την έδρα της Eurojust στη Χάγη, με τις έρευνες να συνεχίζονται για τη διαλεύκανση της υπόθεσης και τον εντοπισμό επιπλέον θυμάτων και εμπλεκομένων.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr