Η Αμερική ψηφίζει, ο Τραμπ δοκιμάζεται: Η μάχη για το Κογκρέσο, οι κρίσιμες πολιτείες και τα 3 σενάρια της επόμενης ημέρας
03.11.2026
07:28
Οι δημοσκοπήσεις, οι αμφίρροπες αναμετρήσεις και οι πιθανές εκβάσεις των ενδιάμεσων εκλογών που θα καθορίσουν τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον
Οι Αμερικανοί προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για τις ενδιάμεσες εκλογές, στην πρώτη πανεθνική εκλογική δοκιμασία της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι Ρεπουμπλικανοί να διατηρήσουν τις πλειοψηφίες τους και εκατομμύρια ψηφοφόροι καλούνται να αποφασίσουν με βασικά κριτήρια την οικονομία, το κόστος ζωής, τη μετανάστευση και την εξωτερική πολιτική.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ψηφίζουν σήμερα σε μία εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον για τα επόμενα δύο χρόνια. Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν την πρώτη πανεθνική εκλογική αποτίμηση της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ και πραγματοποιούνται σε μία περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κοινωνία εμφανίζεται βαθιά διχασμένη για την οικονομία, τη μεταναστευτική πολιτική, τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό και τη λειτουργία των ομοσπονδιακών θεσμών.
Το αποτέλεσμα δεν θα κρίνει ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο. Θα καθορίσει, όμως, σε μεγάλο βαθμό τα περιθώρια που θα διαθέτει ο Αμερικανός Πρόεδρος για να εφαρμόσει την πολιτική του έως το 2028. Για τους Ρεπουμπλικανούς, η διατήρηση του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της νομοθετικής τους ατζέντας. Για τους Δημοκρατικούς, η ανάκτηση έστω και του ενός σώματος θα δημιουργήσει τη δυνατότητα ισχυρότερου κοινοβουλευτικού ελέγχου και θα περιορίσει τη δυνατότητα του Λευκού Οίκου να προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες χωρίς διακομματική συνεννόηση.
Η σημερινή ψηφοφορία αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Ο Τραμπ παραμένει το κεντρικό πρόσωπο της πολιτικής αντιπαράθεσης, παρότι το όνομά του δεν βρίσκεται στα ψηφοδέλτια. Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να μετατρέψουν την εκλογική διαδικασία σε αποτίμηση της προεδρίας του, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί προσπαθούν να αναδείξουν τις τοπικές διαστάσεις των αναμετρήσεων, τη μεταναστευτική πολιτική και τις διαφορές τους με την αντιπολίτευση.
Οι τελευταίες αναλύσεις των αμερικανικών μέσων συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση είναι σημαντική, χωρίς αυτό να σημαίνει πως μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη μεταβολή της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Η γεωγραφική κατανομή των ψηφοφόρων, η συμμετοχή και η συμπεριφορά των ανεξάρτητων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες, ιδιαίτερα στις περιφέρειες όπου οι δύο παρατάξεις εμφανίζουν μικρές διαφορές.
Η τελευταία δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, η οποία ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα, καταγράφει την αποδοχή του Ντόναλντ Τραμπ στο 32%, κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα της πολιτικής του διαδρομής. Στην πανεθνική ερώτηση για την κομματική προτίμηση στις εκλογές του Κογκρέσου, οι Δημοκρατικοί συγκεντρώνουν 46% έναντι 38% των Ρεπουμπλικανών.
Πρόκειται για διαφορά οκτώ ποσοστιαίων μονάδων, μικρότερη πάντως από τις έντεκα μονάδες που είχαν καταγραφεί την προηγούμενη εβδομάδα. Η μεταβολή υπογραμμίζει ότι οι τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου δεν χαρακτηρίστηκαν από πλήρη ακινησία των συσχετισμών.
Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο εντοπίζεται στους ανεξάρτητους εγγεγραμμένους ψηφοφόρους. Σύμφωνα με την ίδια μέτρηση, οι μισοί δηλώνουν ότι η επιλογή τους στρέφεται εναντίον του Τραμπ, ενώ μόλις το 13% αναφέρει ότι ψηφίζει υπέρ του. Το εύρημα αποτυπώνει τον βαθμό στον οποίο η προεδρία επηρεάζει την εκλογική συμπεριφορά ακόμη και σε αναμετρήσεις για το Κογκρέσο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η οικονομία και ειδικότερα το κόστος ζωής. Το 78% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει την αύξηση των καθημερινών δαπανών πολύ ή εξαιρετικά σημαντικό κριτήριο για την ψήφο του. Στη διαχείριση του συγκεκριμένου ζητήματος, το 43% προτιμά τους Δημοκρατικούς και το 32% τους Ρεπουμπλικανούς.
Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν γιατί η συζήτηση για την οικονομία κυριαρχεί στην προεκλογική αντιπαράθεση. Η αύξηση του κόστους κατοικίας, οι τιμές των τροφίμων, οι μετακινήσεις και η επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών επηρεάζουν την καθημερινότητα των Αμερικανών περισσότερο από τη συνολική εικόνα των μακροοικονομικών δεικτών.
Οι Ρεπουμπλικανοί προβάλλουν τις οικονομικές τους επιλογές, τη φορολογική πολιτική και την ανάγκη περιορισμού των κρατικών δαπανών. Οι Δημοκρατικοί επιμένουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί στις προσδοκίες των νοικοκυριών για μείωση του κόστους ζωής.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ψηφίζουν σήμερα σε μία εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον για τα επόμενα δύο χρόνια. Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν την πρώτη πανεθνική εκλογική αποτίμηση της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ και πραγματοποιούνται σε μία περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κοινωνία εμφανίζεται βαθιά διχασμένη για την οικονομία, τη μεταναστευτική πολιτική, τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό και τη λειτουργία των ομοσπονδιακών θεσμών.
Το αποτέλεσμα δεν θα κρίνει ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο. Θα καθορίσει, όμως, σε μεγάλο βαθμό τα περιθώρια που θα διαθέτει ο Αμερικανός Πρόεδρος για να εφαρμόσει την πολιτική του έως το 2028. Για τους Ρεπουμπλικανούς, η διατήρηση του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συνέχιση της νομοθετικής τους ατζέντας. Για τους Δημοκρατικούς, η ανάκτηση έστω και του ενός σώματος θα δημιουργήσει τη δυνατότητα ισχυρότερου κοινοβουλευτικού ελέγχου και θα περιορίσει τη δυνατότητα του Λευκού Οίκου να προωθεί νομοθετικές πρωτοβουλίες χωρίς διακομματική συνεννόηση.
Η σημερινή ψηφοφορία αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο. Ο Τραμπ παραμένει το κεντρικό πρόσωπο της πολιτικής αντιπαράθεσης, παρότι το όνομά του δεν βρίσκεται στα ψηφοδέλτια. Οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να μετατρέψουν την εκλογική διαδικασία σε αποτίμηση της προεδρίας του, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί προσπαθούν να αναδείξουν τις τοπικές διαστάσεις των αναμετρήσεων, τη μεταναστευτική πολιτική και τις διαφορές τους με την αντιπολίτευση.
Οι τελευταίες αναλύσεις των αμερικανικών μέσων συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση είναι σημαντική, χωρίς αυτό να σημαίνει πως μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη μεταβολή της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Η γεωγραφική κατανομή των ψηφοφόρων, η συμμετοχή και η συμπεριφορά των ανεξάρτητων αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες, ιδιαίτερα στις περιφέρειες όπου οι δύο παρατάξεις εμφανίζουν μικρές διαφορές.
Η δημοσκοπική εικόνα και το οικονομικό πρόβλημα του Τραμπ
Η τελευταία δημοσκόπηση Reuters/Ipsos, η οποία ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα, καταγράφει την αποδοχή του Ντόναλντ Τραμπ στο 32%, κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα της πολιτικής του διαδρομής. Στην πανεθνική ερώτηση για την κομματική προτίμηση στις εκλογές του Κογκρέσου, οι Δημοκρατικοί συγκεντρώνουν 46% έναντι 38% των Ρεπουμπλικανών.
Πρόκειται για διαφορά οκτώ ποσοστιαίων μονάδων, μικρότερη πάντως από τις έντεκα μονάδες που είχαν καταγραφεί την προηγούμενη εβδομάδα. Η μεταβολή υπογραμμίζει ότι οι τελευταίες ημέρες της προεκλογικής περιόδου δεν χαρακτηρίστηκαν από πλήρη ακινησία των συσχετισμών.
Το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο εντοπίζεται στους ανεξάρτητους εγγεγραμμένους ψηφοφόρους. Σύμφωνα με την ίδια μέτρηση, οι μισοί δηλώνουν ότι η επιλογή τους στρέφεται εναντίον του Τραμπ, ενώ μόλις το 13% αναφέρει ότι ψηφίζει υπέρ του. Το εύρημα αποτυπώνει τον βαθμό στον οποίο η προεδρία επηρεάζει την εκλογική συμπεριφορά ακόμη και σε αναμετρήσεις για το Κογκρέσο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η οικονομία και ειδικότερα το κόστος ζωής. Το 78% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει την αύξηση των καθημερινών δαπανών πολύ ή εξαιρετικά σημαντικό κριτήριο για την ψήφο του. Στη διαχείριση του συγκεκριμένου ζητήματος, το 43% προτιμά τους Δημοκρατικούς και το 32% τους Ρεπουμπλικανούς.
Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν γιατί η συζήτηση για την οικονομία κυριαρχεί στην προεκλογική αντιπαράθεση. Η αύξηση του κόστους κατοικίας, οι τιμές των τροφίμων, οι μετακινήσεις και η επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών επηρεάζουν την καθημερινότητα των Αμερικανών περισσότερο από τη συνολική εικόνα των μακροοικονομικών δεικτών.
Οι Ρεπουμπλικανοί προβάλλουν τις οικονομικές τους επιλογές, τη φορολογική πολιτική και την ανάγκη περιορισμού των κρατικών δαπανών. Οι Δημοκρατικοί επιμένουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί στις προσδοκίες των νοικοκυριών για μείωση του κόστους ζωής.
Δύο διαφορετικές μάχες για το Κογκρέσο
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων ανανεώνονται σήμερα και οι 435 έδρες. Η εκλογή διεξάγεται σε μονοεδρικές περιφέρειες, γεγονός που καθιστά την τοπική εκλογική γεωγραφία εξίσου σημαντική με την πανεθνική διαφορά των δύο κομμάτων.
Το Cook Political Report έχει εξετάσει ένα εύρος μεταβολής 15 έως 25 εδρών υπέρ των Δημοκρατικών. Πρόκειται για αναλυτική εκτίμηση και όχι για καταγεγραμμένο αποτέλεσμα. Η τελική κατανομή θα εξαρτηθεί από την απόδοση των υποψηφίων στις ανταγωνιστικές περιφέρειες και από το ποιοι ψηφοφόροι θα προσέλθουν στις κάλπες.
Η Γερουσία παρουσιάζει διαφορετική αριθμητική. Σήμερα διακυβεύονται 35 έδρες και οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών για να φθάσουν στις 51, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρήσουν τις έδρες που ήδη κατέχουν.
Η δυσκολία για το Δημοκρατικό Κόμμα προκύπτει από το γεγονός ότι αρκετές από τις ρεπουμπλικανικές έδρες που διεκδικεί βρίσκονται σε πολιτείες οι οποίες είχαν στηρίξει τον Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024. Επομένως, ακόμη και μία ευνοϊκή πανεθνική τάση δεν αρκεί για να εξασφαλίσει αντίστοιχα κέρδη στη Γερουσία.
Η διαφορά μεταξύ των δύο σωμάτων έχει άμεσες θεσμικές συνέπειες. Η Βουλή μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη νομοθετική διαδικασία, τον προϋπολογισμό και την άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου. Η Γερουσία διαθέτει επιπλέον αποφασιστικό ρόλο στην επικύρωση σημαντικών κυβερνητικών και δικαστικών διορισμών.
Οι πολιτείες που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον
Η προσοχή των δύο κομμάτων στρέφεται σήμερα σε έναν περιορισμένο αριθμό πολιτειών, όπου οι αναμετρήσεις για τη Γερουσία μπορούν να επηρεάσουν τον συνολικό συσχετισμό δυνάμεων.
Στο Τέξας, οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διευρύνουν την απήχησή τους σε μία πολιτεία με ισχυρή ρεπουμπλικανική εκλογική παράδοση. Η σημασία της αναμέτρησης υπερβαίνει τη συγκεκριμένη έδρα, καθώς το αποτέλεσμα θα προσφέρει ενδείξεις για τη συμπεριφορά των προαστιακών ψηφοφόρων, των νεότερων ηλικιών και των ισπανόφωνων κοινοτήτων.
Στο Κάνσας, η εκλογική μάχη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η πολιτεία κατατάχθηκε από το Cook Political Report στην κατηγορία των αμφίρροπων αναμετρήσεων. Η μεταβολή αυτή αντανακλά την εκτίμηση του οργανισμού ότι το εθνικό πολιτικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει ακόμη και περιοχές με παραδοσιακά ρεπουμπλικανικό προσανατολισμό.
Στη Βόρεια Καρολίνα, οι Δημοκρατικοί προσπαθούν να αξιοποιήσουν τις μεταβολές στην πληθυσμιακή σύνθεση και τη σημαντική παρουσία ψηφοφόρων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η συγκεκριμένη πολιτεία συνδυάζει αναπτυσσόμενες μητροπολιτικές περιοχές με ισχυρές συντηρητικές περιφέρειες.
Στο Μέιν, η αναμέτρηση αποτελεί δοκιμασία για την ικανότητα των Ρεπουμπλικανών να διατηρούν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σε πολιτείες που εμφανίζουν διαφορετική συμπεριφορά στις προεδρικές εκλογές. Στο Μίσιγκαν, αντίστοιχα, η μάχη συνδέεται με τη βιομηχανική οικονομία, το εργατικό εκλογικό σώμα και την πολιτική συμπεριφορά των προαστίων.
Το Cook Political Report καταγράφει στην τελευταία αξιολόγηση της 2ας Νοεμβρίου έξι αναμετρήσεις για τη Γερουσία ως αμφίρροπες. Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί οι δύο παρατάξεις έχουν συγκεντρώσει σημαντικούς οικονομικούς και οργανωτικούς πόρους σε σχετικά περιορισμένο αριθμό πολιτειών.
Η αποχή, οι ανεξάρτητοι και η εκλογική συμμετοχή
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέτει η Washington Post είναι πώς θα συμπεριφερθούν οι ψηφοφόροι οι οποίοι είχαν στηρίξει τον Τραμπ, αλλά εμφανίζονται πλέον δυσαρεστημένοι από την κυβερνητική πολιτική.
Η διαφορά ανάμεσα στην αποχή και στη μετακίνηση προς τους Δημοκρατικούς είναι ουσιαστική. Σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σημαντικό αριθμητικό πλεονέκτημα, η μειωμένη συμμετοχή των ψηφοφόρων τους δεν συνεπάγεται απαραίτητα αλλαγή του εκλογικού αποτελέσματος. Για να μεταβληθούν οι συσχετισμοί, απαιτείται συχνά και προσέλκυση ψηφοφόρων πέρα από τον παραδοσιακό δημοκρατικό πυρήνα.
Η τελευταία Reuters/Ipsos καταγράφει επίσης διαφορά στον βαθμό κινητοποίησης των δύο κομμάτων. Το 49% των Δημοκρατικών δηλώνει πολύ ενθουσιασμένο με την προοπτική της συμμετοχής, έναντι 33% των Ρεπουμπλικανών.
Η διαφορά αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε εκλογές όπου η συμμετοχή είναι συνήθως χαμηλότερη από εκείνη των προεδρικών αναμετρήσεων. Ωστόσο, οι δηλώσεις ενθουσιασμού δεν αποτελούν μέτρηση πραγματικής προσέλευσης. Η σημερινή συμμετοχή και η σύνθεση του εκλογικού σώματος θα δείξουν κατά πόσον η δημοσκοπική κινητοποίηση αποτυπώνεται στην κάλπη.
Ο πόλεμος με το Ιράν και η εξωτερική πολιτική
Στην αμερικανική εκλογική αντιπαράθεση έχει προστεθεί φέτος και μία σημαντική διεθνής παράμετρος: ο πόλεμος με το Ιράν και οι οικονομικές συνέπειές του.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Associated Press, η παρατεταμένη σύγκρουση, η αύξηση των τιμών των καυσίμων και οι επιπτώσεις των δασμών έχουν ενισχύσει την πολιτική πίεση που δέχεται η κυβέρνηση. Η σύνδεση της εξωτερικής πολιτικής με την καθημερινή οικονομία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής αναμέτρησης.
Οι Δημοκρατικοί επικεντρώνονται στο οικονομικό κόστος των κυβερνητικών αποφάσεων και ζητούν αυξημένη λογοδοσία για τη στρατιωτική εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Ρεπουμπλικανοί υπερασπίζονται την πολιτική της κυβέρνησης με επιχειρήματα που αφορούν την εθνική ασφάλεια και την αποτροπή.
Η σημασία του συγκεκριμένου ζητήματος δεν περιορίζεται στην εξωτερική πολιτική. Οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων μεταφέρονται στο κόστος των μεταφορών, των προϊόντων και των υπηρεσιών, επηρεάζοντας τελικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Παράλληλα, οι εμπορικοί δασμοί αποτελούν αντικείμενο αντιπαράθεσης για τις συνέπειές τους στην αγροτική παραγωγή, στη βιομηχανία και στις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ.
Τα εκατομμύρια των εκλογικών δαπανών και η επιρροή του Τραμπ
Η οικονομική διάσταση της αναμέτρησης δεν περιορίζεται στις πολιτικές για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη. Οι προεκλογικές δαπάνες έχουν εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα της εκστρατείας.
Το Associated Press καταγράφει ότι οργανώσεις που συνδέονται πολιτικά με τον Τραμπ έχουν δαπανήσει σχεδόν 277 εκατομμύρια δολάρια για τη στήριξη Ρεπουμπλικανών υποψηφίων.
Το ποσό αποτυπώνει τη σημασία που αποδίδει το πολιτικό περιβάλλον του Προέδρου στη διατήρηση των κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Δεν αντιστοιχεί, ωστόσο, στο σύνολο των ρεπουμπλικανικών προεκλογικών δαπανών, καθώς υπάρχουν επιπλέον χρηματοδοτήσεις από υποψηφίους, κομματικές επιτροπές και ανεξάρτητες οργανώσεις.
Η οικονομική ισχύς των εκστρατειών επιτρέπει την εκτεταμένη τηλεοπτική διαφήμιση, την ψηφιακή στόχευση ψηφοφόρων και τη λειτουργία οργανωμένων μηχανισμών κινητοποίησης.
Η προσωπική επιρροή του Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα παραμένει επίσης σημαντική. Η υποστήριξή του έχει επηρεάσει τις εσωκομματικές διαδικασίες και την ανάδειξη υποψηφίων, ενώ αρκετοί Ρεπουμπλικανοί καλούνται σήμερα να ισορροπήσουν ανάμεσα στη διατήρηση της σχέσης τους με τον Πρόεδρο και στην προσέλκυση ανεξάρτητων ψηφοφόρων.
Η επόμενη ημέρα: Τρία σενάρια για την Ουάσιγκτον
Το αποτέλεσμα της σημερινής ψηφοφορίας θα διαμορφώσει διαφορετικές θεσμικές συνθήκες για τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης θητείας του Τραμπ.
Το πρώτο σενάριο είναι η διατήρηση του ελέγχου και των δύο σωμάτων από τους Ρεπουμπλικανούς. Σε αυτή την περίπτωση, ο Λευκός Οίκος θα εξακολουθήσει να διαθέτει κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για την προώθηση των νομοθετικών του πρωτοβουλιών. Αυτό δεν αποκλείει εσωκομματικές διαφωνίες, ιδιαίτερα σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής και κρατικών δαπανών.
Το δεύτερο σενάριο είναι η ανάκτηση της Βουλής από τους Δημοκρατικούς και η διατήρηση της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς. Μία τέτοια εξέλιξη θα οδηγήσει σε διαιρεμένο νομοθετικό έλεγχο, με αυξημένες δυνατότητες κοινοβουλευτικής εποπτείας από τους Δημοκρατικούς και μεγαλύτερη ανάγκη διακομματικών συμβιβασμών.
Το τρίτο σενάριο είναι η ανάκτηση και των δύο σωμάτων από τους Δημοκρατικούς. Σε αυτή την περίπτωση, η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει διαφορετικούς κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς τόσο στη νομοθετική διαδικασία όσο και στις διαδικασίες ελέγχου και επικύρωσης διορισμών.
Σε κάθε περίπτωση, ο Πρόεδρος θα διατηρήσει τις συνταγματικές του αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας άσκησης βέτο και των εξουσιών της εκτελεστικής εξουσίας.
Οι αντιπαραθέσεις για τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και το όριο του δημόσιου χρέους θα αποτελέσουν σημαντικές δοκιμασίες το 2027, ανεξάρτητα από τη σημερινή εκλογική έκβαση.
Η ελληνική διάσταση και οι σχέσεις με την Ευρώπη
Για την Ελλάδα, οι ενδιάμεσες εκλογές έχουν ενδιαφέρον πέρα από τη γενική πολιτική πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Οι αμερικανοελληνικές σχέσεις έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ισχυρή αμυντική, ενεργειακή και επενδυτική διάσταση. Η λειτουργία του Κογκρέσου επηρεάζει τις πιστώσεις για την άμυνα, τη νομοθεσία για την εξωτερική πολιτική και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της αμερικανικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Οι συσχετισμοί που θα προκύψουν μπορούν να επηρεάσουν τη συζήτηση για τις αμερικανικές δεσμεύσεις στο ΝΑΤΟ, τις σχέσεις με την Τουρκία και την πολιτική απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η σημασία του αποτελέσματος είναι επίσης οικονομική. Η εμπορική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, οι δασμοί και οι ενεργειακές αποφάσεις της Ουάσιγκτον επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τις ευρωπαϊκές αγορές και, κατ' επέκταση, την ελληνική οικονομία.
Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την κομματική πλειοψηφία στο Κογκρέσο. Η εκτελεστική εξουσία διατηρεί ευρείες αρμοδιότητες, ενώ σε ζητήματα όπως η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου υπάρχουν και διακομματικές πρωτοβουλίες.
Η εκλογική δοκιμασία και ο ορίζοντας του 2028
Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μία δύσκολη διαδικασία για το κόμμα που ελέγχει τον Λευκό Οίκο. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι κυβερνώντες συχνά υφίστανται απώλειες εδρών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε αναμέτρηση ακολουθεί την ίδια πορεία.
Η σημερινή εκλογή πραγματοποιείται σε ένα διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον, με τον Τραμπ να βρίσκεται στη δεύτερη θητεία του, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να έχει μεταβληθεί σημαντικά υπό την επιρροή του και τους Δημοκρατικούς να αναζητούν μία νέα πολιτική ισορροπία μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024.
Για τους Δημοκρατικούς, το αποτέλεσμα θα αποτελέσει μέτρο της δυνατότητάς τους να απευθυνθούν ξανά σε κοινωνικές ομάδες που απομακρύνθηκαν από το κόμμα. Για τους Ρεπουμπλικανούς, θα προσφέρει στοιχεία για την αντοχή του εκλογικού συνασπισμού που συγκρότησε ο Τραμπ και για την ικανότητά του να κινητοποιείται όταν ο ίδιος δεν είναι υποψήφιος.
Η αναμέτρηση θα επηρεάσει και την πολιτική προετοιμασία για το 2028, όταν οι δύο παρατάξεις θα κληθούν να επιλέξουν τους υποψηφίους τους για την προεδρία.
Σήμερα, πάντως, το άμεσο διακύβευμα είναι συγκεκριμένο: ποιος θα ελέγχει τη νομοθετική εξουσία στην Ουάσιγκτον και υπό ποιες συνθήκες θα κυβερνήσει ο Ντόναλντ Τραμπ μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας του.
Οι κάλπες θα δώσουν επίσης απαντήσεις σε δύο ερωτήματα που κυριάρχησαν σε ολόκληρη την προεκλογική περίοδο: κατά πόσον η δυσαρέσκεια για τον Πρόεδρο μπορεί να μεταβάλει τις κομματικές ισορροπίες και αν οι Δημοκρατικοί μπορούν να μετατρέψουν τη δημοσκοπική τους ενίσχυση σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση.
Απόψε, καθώς θα ολοκληρώνεται η ψηφοφορία στις πρώτες πολιτείες και θα αρχίζουν να δημοσιοποιούνται τα αποτελέσματα, το ενδιαφέρον θα στραφεί στις ανταγωνιστικές περιφέρειες της Βουλής και στις αμφίρροπες αναμετρήσεις της Γερουσίας. Εκεί θα διαμορφωθεί η πολιτική αριθμητική με την οποία θα λειτουργήσει η Ουάσιγκτον από τον Ιανουάριο του 2027.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr