Κίμπερλι Γκιλφόιλ: Το άδοξο τέλος, η αποκήρυξη από τον Τραμπ και οι ενεργειακές… παρενέργειες

Η διαδρομή της πρέσβειρας των ΗΠΑ που έφθασε στην Αθήνα επειδή ο Τραμπ την εμπιστευόταν προσωπικά και καλείται να φύγει επειδή ο ίδιος αποφάσισε ότι δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει – Η πολιτική επιρροή, η δημόσια εικόνα, η ενεργειακή διπλωματία και οι καταγγελίες που έφεραν το πρόωρο τέλος της θητείας της

Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έφθασε στην Ελλάδα ως η προσωπική επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ για μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές πρεσβείες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Λιγότερο από έναν χρόνο αργότερα, καλείται να αποχωρήσει από την Αθήνα με απόφαση του ίδιου του Αμερικανού προέδρου. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο γεγονότα μεσολάβησαν μια περίοδος έντονης δημόσιας παρουσίας, σημαντικές πρωτοβουλίες στην ενεργειακή συνεργασία Ελλάδας και ΗΠΑ, συναντήσεις στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, αλλά και μια σειρά δημοσιευμάτων που έθεσαν υπό αμφισβήτηση τη συμπεριφορά της και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη χρήση της πολιτικής της επιρροής.

Η ανακοίνωση του Λευκού Οίκου έκλεισε έναν κύκλο που είχε ανοίξει τον Δεκέμβριο του 2024, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την πρόθεσή του να τη διορίσει πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα. Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Κέιτι Ζακαρία ανακοίνωσε πριν λίγες ώρες ότι ζητήθηκε από την Γκιλφόιλ να υποβάλει την παραίτησή της, συνοδεύοντας την ανακοίνωση με ευχαριστίες για την προσφορά της.

Η εξέλιξη είχε προαναγγελθεί μόλις μία ημέρα νωρίτερα από τον ίδιο τον Τραμπ. Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης της πρέσβειρας, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε ότι η κυβέρνησή του εξετάζει την υπόθεση και ότι δεν είναι ικανοποιημένη. Ήταν μια σύντομη αλλά πολιτικά βαρύνουσα δήλωση. Ο άνθρωπος που είχε επιλέξει προσωπικά την Γκιλφόιλ αναγνώριζε πλέον δημοσίως ότι η παραμονή της αποτελούσε αντικείμενο επανεξέτασης.

Η χρονική συγκυρία έκανε την ανατροπή ακόμη πιο εντυπωσιακή. Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, η Γκιλφόιλ είχε υποδεχθεί στην Αθήνα τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, συμμετέχοντας στις επαφές του με την ελληνική κυβέρνηση. Στις 7 Οκτωβρίου, ο Ρούμπιο την είχε χαρακτηρίσει ισχυρή πρέσβειρα, εκφράζοντας δημόσια την υποστήριξή του, ενώ είχαν ήδη αρχίσει να δημοσιεύονται οι καταγγελίες. Στις 11 Οκτωβρίου, όμως, το Associated Press μετέδιδε, επικαλούμενο ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο Ρούμπιο ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι από τις αποκαλύψεις και εξέταζαν την απομάκρυνσή της.

Η Γκιλφόιλ δεν υπήρξε ποτέ μια συμβατική πρέσβειρα καριέρας. Και αυτό ήταν εξαρχής το μεγαλύτερο πλεονέκτημα, αλλά και η βασική αδυναμία της αποστολής της.

Η απόφαση απομάκρυνσης της Κίμπερλι Γκιλφόιλ συνοδεύτηκε από μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική δημόσια τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επιχείρησε να αποσυνδέσει την πρώην πρέσβειρα από το οικογενειακό του περιβάλλον. Στην πρώτη δήλωσή του μετά την αποπομπή της, ο Αμερικανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι η Γκιλφόιλ δεν υπήρξε ποτέ μέλος της οικογένειάς του, αλλά απλώς διατηρούσε πριν από αρκετό καιρό σχέση με τον γιο του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ.

Η τοποθέτηση είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η προσωπική σχέση της Γκιλφόιλ με την οικογένεια Τραμπ είχε αποτελέσει βασικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας της και είχε τροφοδοτήσει τις εκτιμήσεις για την επιρροή που μπορούσε να ασκήσει ως πρέσβειρα στην Αθήνα. Ο Τραμπ δεν αμφισβήτησε συνολικά το έργο της, αλλά συνέδεσε ευθέως την απομάκρυνσή της με τα αρνητικά δημοσιεύματα. Από την πλευρά της, η Γκιλφόιλ επέλεξε να απαντήσει με μια εκτενή δήλωση, στην οποία συνδύασε την υπεράσπιση της θητείας της με την κατηγορηματική απόρριψη των εις βάρος της καταγγελιών, αποφεύγοντας οποιαδήποτε δημόσια αντιπαράθεση με τον Τραμπ. «Η θητεία μου ως Πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα υπήρξε η μεγαλύτερη τιμή της ζωής μου», ανέφερε, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της προς τον Αμερικανό πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο για την εμπιστοσύνη τους.

Το πλέον ουσιαστικό σημείο της δήλωσής της αφορούσε, ωστόσο, τις καταγγελίες που οδήγησαν στην απομάκρυνσή της. «Οι κατηγορίες αυτές είναι ψευδείς και σκοπεύω να υπερασπιστώ σθεναρά το όνομά μου, τη φήμη μου και την ακεραιότητά μου», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι δεν θα επιτρέψει σε ισχυρισμούς που απορρίπτει να καθορίσουν την αποτίμηση της επαγγελματικής της διαδρομής.

Παρά την αποπομπή της, η Γκιλφόιλ επέμεινε στη δημόσια έκφραση αφοσίωσης προς τον Τραμπ. Διαβεβαίωσε ότι η ευγνωμοσύνη και ο σεβασμός της προς τον ίδιο και τον Ρούμπιο παραμένουν ακλόνητοι, ενώ ξεκαθάρισε ότι η ολοκλήρωση της πρεσβευτικής της θητείας δεν σημαίνει και το τέλος της πολιτικής της δέσμευσης στο κίνημα «America First».

Η αντιπαραβολή των δύο δηλώσεων αποτυπώνει μια αξιοσημείωτη αντίφαση. Ο Τραμπ επιχείρησε να περιορίσει την προσωπική και οικογενειακή σύνδεσή του με την Γκιλφόιλ, ενώ εκείνη επέλεξε να επαναβεβαιώσει την πολιτική της ταύτιση μαζί του, ακόμη και μετά την απόφαση απομάκρυνσής της.

Η στάση αυτή δεν αρκεί για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τις προσωπικές τους σχέσεις ή τις μελλοντικές πολιτικές επιλογές της. Και αυτό προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαδρομή που προηγήθηκε του διορισμού της, όταν η πρώην εισαγγελέας και τηλεοπτική παρουσιάστρια εξελίχθηκε σε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα πρόσωπα του στενού κύκλου του Ντόναλντ Τραμπ.

Για την Αθήνα, η επιλογή της Γκιλφόιλ είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η ελληνική κυβέρνηση δεν υποδεχόταν απλώς μια νέα εκπρόσωπο της Ουάσιγκτον, αλλά ένα πρόσωπο με πολυετή παρουσία στον στενό κύκλο του Τραμπ, προσωπική σχέση με την οικογένειά του και σημαντική συμμετοχή στις προεκλογικές εκστρατείες του. Η ίδια είχε διαμορφώσει αυτή τη σχέση πολύ πριν από τον διπλωματικό διορισμό της. Από το 2018, όταν συνδέθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, βρέθηκε στο κέντρο του πολιτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος του κινήματος MAGA. Συμμετείχε σε συγκεντρώσεις, εμφανιζόταν σε πολιτικές εκδηλώσεις, κινητοποιούσε δωρητές και αναλάμβανε δημόσια την υπεράσπιση του Τραμπ.

Η σχέση της με τον μεγαλύτερο γιο του προέδρου εξελίχθηκε σε αρραβώνα, ο οποίος δημοσιοποιήθηκε το 2022. Για αρκετά χρόνια οι δυο τους αποτέλεσαν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ζευγάρια στις ΗΠΑ. Η Γκιλφόιλ είχε πρόσβαση σε πολιτικούς παράγοντες, επιχειρηματίες, χρηματοδότες και πρόσωπα που συμμετείχαν στη διαμόρφωση του πολιτικού περιβάλλοντος του Τραμπ. Αυτή η διαδρομή δημιούργησε την εικόνα μιας γυναίκας που μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας με το προεδρικό περιβάλλον, χωρίς τις συνήθεις διαδικασίες της διπλωματικής οδού. Η εικόνα αυτή είχε αξία για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία επιδίωκε να ενισχύσει τη θέση της στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα σε ζητήματα ενέργειας, άμυνας και Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο στην Αθήνα γνώριζαν πολύ καλά ότι μια πολιτικά ισχυρή πρέσβειρα μπορεί να διευκολύνει την επικοινωνία, αλλά δεν υποκαθιστά την κλασική διπλωματία.

Η ανακοίνωση της υποψηφιότητάς της, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, συνέπεσε με μια περίοδο σημαντικών αλλαγών στην προσωπική της ζωή. Η σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί και ο αμερικανικός Τύπος ασχολούνταν ήδη με τη διάλυσή της. Η χρονική σύμπτωση τροφοδότησε εικασίες ότι η αποστολή στην Αθήνα αποτελούσε έναν τρόπο να διατηρηθεί η Γκιλφόιλ στον ευρύτερο κύκλο επιρροής του Τραμπ, χωρίς να παραμένει καθημερινά στο επίκεντρο των οικογενειακών και κοινωνικών του σχέσεων. Αυτή ήταν μια ερμηνεία που κυκλοφόρησε στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, όχι ένα αποδεδειγμένο κίνητρο του διορισμού.

Η επίσημη αιτιολόγηση ήταν διαφορετική. Ο Τραμπ χαρακτήρισε την Γκιλφόιλ στενή φίλη και σύμμαχό του, επικαλούμενος την εμπειρία της ως νομικού, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική. Υποστήριξε ότι μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη των διμερών σχέσεων, από την αμυντική συνεργασία μέχρι το εμπόριο και την οικονομία. Ο διορισμός της δεν αποτέλεσε μεμονωμένη επιλογή. Εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πρακτική του Ντόναλντ Τραμπ να τοποθετεί σε σημαντικές διπλωματικές θέσεις πρόσωπα του στενού προσωπικού, οικογενειακού, πολιτικού και επιχειρηματικού του περιβάλλοντος. Αν και οι πολιτικοί διορισμοί πρέσβεων αποτελούν διαχρονικό χαρακτηριστικό του αμερικανικού συστήματος, ο Τραμπ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην προσωπική εμπιστοσύνη και στην πολιτική αφοσίωση. Σύμφωνα με την American Foreign Service Association, έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2026, από τους 122 καταγεγραμμένους διορισμούς πρεσβευτών της δεύτερης θητείας του, οι 97, δηλαδή το 79,5%, αφορούσαν πολιτικά πρόσωπα ή στελέχη εκτός του επαγγελματικού διπλωματικού σώματος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η τοποθέτηση του Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα. Ο Αμερικανολιβανέζος επιχειρηματίας, επί δεκαετίες προσωπικός φίλος του Τραμπ και σημαντικός χρηματοδότης των πολιτικών του δραστηριοτήτων, ανέλαβε την αμερικανική πρεσβεία στην Τουρκία και απέκτησε παράλληλα ευρύτερο ρόλο στην αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η επιλογή του Τσαρλς Κούσνερ για την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στο Παρίσι. Ο επιχειρηματίας ακινήτων είναι πατέρας του Τζάρεντ Κούσνερ, συζύγου της Ιβάνκα Τραμπ και πρώην ανώτερου συμβούλου του Αμερικανού προέδρου. Ο Τσαρλς Κούσνερ είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για φορολογικά και άλλα ομοσπονδιακά αδικήματα και είχε λάβει προεδρική χάρη από τον Τραμπ το 2020. Παρά το αμφιλεγόμενο παρελθόν του, επιλέχθηκε για μία από τις σημαντικότερες αμερικανικές διπλωματικές αποστολές στην Ευρώπη.

Η περίπτωση της Γκιλφόιλ εντασσόταν στην ίδια λογική, με μία ουσιώδη διαφορά. Σε αντίθεση με τον Μπάρακ, ο οποίος διέθετε μακρά επιχειρηματική δραστηριότητα και διεθνείς επαφές, και τον Κούσνερ, ο οποίος συνδεόταν με τον πρόεδρο μέσω οικογενειακής συγγένειας, η ίδια προερχόταν από τον χώρο της τηλεόρασης, της πολιτικής επικοινωνίας και της συγκέντρωσης χρηματοδοτήσεων για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Η προσωπική της σχέση με τον Τραμπ και η πολυετής παρουσία της στο κίνημα MAGA θεωρήθηκαν στοιχεία που μπορούσαν να αντισταθμίσουν την απουσία διπλωματικής εμπειρίας.

Για τις κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής, τέτοιοι διορισμοί είχαν μια προφανή χρησιμότητα, δηλαδή προσέφεραν την προοπτική απευθείας επικοινωνίας με το προεδρικό περιβάλλον.

Η επικύρωση της υποψηφιότητάς της από την αμερικανική Γερουσία, το καλοκαίρι του 2025, ολοκλήρωσε τη θεσμική διαδικασία. Από εκείνη τη στιγμή, η πρώην τηλεοπτική παρουσιάστρια και πολιτική σύμμαχος του Τραμπ αναλάμβανε την ευθύνη να εκπροσωπήσει τις ΗΠΑ σε μια φίλη χώρα με σημαντικό ρόλο στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Η Γκιλφόιλ έφθασε στην Αθήνα το Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025, με ιδιωτική πτήση, συνοδευόμενη από τον γιο της, Ρόναν Άντονι Βίλενσι. Η άφιξή της συγκέντρωσε έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.

Με μήνυμά της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαιρέτισε την Ελλάδα και αναφέρθηκε στον ισχυρό δεσμό που συνδέει τις δύο χώρες, εκφράζοντας την πρόθεσή της να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη συμμαχία τους. Ήδη από το πρώτο εικοσιτετράωρο ήταν σαφές ότι δεν σκόπευε να περιορίσει τη δημόσια παρουσία της στο αυστηρό διπλωματικό πρωτόκολλο. Η πρώτη εμφάνισή της πραγματοποιήθηκε σε δεξίωση στο ξενοδοχείο Grand Hyatt, με αφορμή την 250ή επέτειο από την ίδρυση του Σώματος Πεζοναυτών των ΗΠΑ. Η εκδήλωση έδωσε την ευκαιρία για τις πρώτες επαφές της με στελέχη της πρεσβείας και εκπροσώπους της ελληνικής δημόσιας ζωής.

Το επόμενο βράδυ, Κυριακή 2 Νοεμβρίου, η Γκιλφόιλ βρέθηκε σε ιδιωτική μουσική εκδήλωση με τον Κωνσταντίνο Αργυρό, στο Κέντρο Αθηνών. Η παρουσία της αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα γεγονότα των πρώτων ημερών της στην Ελλάδα. Στην εκδήλωση παρέστησαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Ναυτιλίας Βασίλης Κικίλιας, η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, η υπουργός Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη και ο πρώην υπουργός Χρήστος Σταϊκούρας, καθώς και εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου. Η νέα πρέσβειρα ανέβηκε στη σκηνή, ευχαρίστησε τους παρευρισκομένους και διαβεβαίωσε ότι δεν θα απογοητεύσει ούτε τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε την Ελλάδα.

Η εμφάνιση είχε ιδιαίτερο επικοινωνιακό ενδιαφέρον. Αντί να αρχίσει τη θητεία της αποκλειστικά με συναντήσεις σε υπουργικά γραφεία, επέλεξε να κινηθεί στον χώρο της πολιτικής, της επιχειρηματικότητας και της ψυχαγωγίας. Για τους υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης, επρόκειτο για μια σύγχρονη μορφή δημόσιας διπλωματίας, με στόχο να αποκτήσει η αμερικανική παρουσία ευρύτερη απήχηση στην ελληνική κοινωνία. Για τους επικριτές της, ήταν ένα πρώτο δείγμα υπερβολικής έμφασης στη δημοσιότητα και στην προσωπική προβολή.Και οι δύο ερμηνείες συνόδευσαν την πορεία της τους επόμενους μήνες.

Στις 4 Νοεμβρίου 2025, η Γκιλφόιλ επέδωσε τα διαπιστευτήριά της στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Τασούλα, σε επίσημη τελετή στο Προεδρικό Μέγαρο. Την επομένη, στις 5 Νοεμβρίου, έγινε δεκτή από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου. Η δημόσια συζήτηση των δύο πλευρών αποτύπωσε τις προτεραιότητες της αποστολής της. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονταν σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, προσθέτοντας ότι υπήρχαν περιθώρια περαιτέρω ενίσχυσής τους. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Κάθετο Διάδρομο φυσικού αερίου, χαρακτηρίζοντάς τον στρατηγικής σημασίας για τις δύο χώρες.

Η Γκιλφόιλ απάντησε ότι θεωρούσε τιμή της να εκπροσωπεί προσωπικά τον πρόεδρο Τραμπ στην Αθήνα. Περιέγραψε την εβδομάδα ως ιστορική, αναφέρθηκε στις επικείμενες ενεργειακές συναντήσεις και υπογράμμισε τη δυνατότητα της Ελλάδας να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο της Ανατολικής Μεσογείου.

Στην τοποθέτησή της συμπεριέλαβε τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, την Κύπρο και την Ουκρανία, καθώς και το σχήμα περιφερειακής συνεργασίας 3+1. Η συνάντηση εκείνη είχε δύο επίπεδα ανάγνωσης. Σε διπλωματικό επίπεδο, επιβεβαίωνε τη συνέχεια της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας και ΗΠΑ. Σε πολιτικό επίπεδο, έδειχνε ότι η νέα πρέσβειρα θα επένδυε ιδιαίτερα στην ενέργεια, έναν τομέα στον οποίο η κυβέρνηση Τραμπ επιδίωκε να συνδυάσει γεωπολιτική επιρροή και αμερικανικές εξαγωγές.

Η σημαντικότερη θεσμική δραστηριότητα των πρώτων ημερών της Γκιλφόιλ ήταν η συμμετοχή της στην έκτη διάσκεψη Partnership for Transatlantic Energy Cooperation, στις 6 και 7 Νοεμβρίου 2025, στο Ζάππειο. Στη διοργάνωση συμμετείχαν ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ, ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ και πολυάριθμοι Ευρωπαίοι υπουργοί και εκπρόσωποι του ενεργειακού τομέα.

Η διάσκεψη πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν να αυξήσουν τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη και να περιορίσουν τη ρωσική ενεργειακή επιρροή. Η Ελλάδα διέθετε σημαντικά πλεονεκτήματα, δηλαδή τις υποδομές εισαγωγής LNG, τη γεωγραφική της θέση, τις διασυνδέσεις με τις βαλκανικές αγορές και τη δυνατότητα μεταφοράς αερίου προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Ο Κάθετος Διάδρομος, η προώθηση του αμερικανικού LNG και οι επαφές με κυβερνήσεις και επιχειρήσεις της περιοχής αναδείχθηκαν σε κεντρικά στοιχεία της δραστηριότητάς της. Η σημασία αυτών των πρωτοβουλιών δεν πρέπει, πάντως, να αποδοθεί αποκλειστικά στην ίδια. Τα ενεργειακά σχέδια είχαν ξεκινήσει πριν από την άφιξή της, ενώ η υλοποίησή τους εξαρτιόταν από κυβερνητικές συμφωνίες, ρυθμιστικές αποφάσεις, εμπορικές συμβάσεις, διαθέσιμες υποδομές και τις συνθήκες της αγοράς.

Η συμβολή της εντοπίζεται κυρίως στην πολιτική προώθηση, στη δημόσια υποστήριξη και στη διευκόλυνση επαφών. Αυτή η δραστηριότητα, που αρχικά εμφανιζόταν ως το ισχυρότερο στοιχείο της θητείας της, επρόκειτο αργότερα να βρεθεί στο επίκεντρο των αμερικανικών ερευνών.

Ξεχωριστή θέση στη δημόσια παρουσία της Κίμπερλι Γκιλφόιλ κατείχε η σχέση της με την ελληνική ομογένεια των Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία αποτελούσε για την ίδια έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας με την ελληνική κοινωνία, αλλά και με το πολιτικό και επιχειρηματικό περιβάλλον της Ουάσιγκτον. Η σχέση αυτή αναδείχθηκε ιδιαίτερα στις ετήσιες εκδηλώσεις του Λευκού Οίκου για την εθνική επέτειο. Στις 24 Μαρτίου 2025, πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά της στην Αθήνα, η Γκιλφόιλ είχε προσκληθεί από τον Τραμπ να μιλήσει στη δεξίωση για την 25η Μαρτίου. Παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ελπιδοφόρου και εκπροσώπων της ομογένειας, είχε χαρακτηρίσει τον διορισμό της τιμή ζωής, εκφράζοντας την προσωπική της αγάπη για την Ελλάδα και την πρόθεσή της να ενισχύσει τους δεσμούς των δύο χωρών. Ο Τραμπ είχε τότε δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εκπροσωπούνταν επάξια από την ίδια. Έναν χρόνο αργότερα, στις 26 Μαρτίου 2026, η παρουσία της στην αντίστοιχη δεξίωση, στην Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου, είχε ακόμη μεγαλύτερο συμβολισμό. Η Γκιλφόιλ ήταν πλέον εν ενεργεία πρέσβειρα στην Αθήνα και ο Τραμπ την παρουσίασε με ιδιαίτερα θερμά λόγια, χαρακτηρίζοντάς την πηγή έμπνευσης και προσωπική του φίλη επί πολλά χρόνια. Την κάλεσε μάλιστα να σταθεί δίπλα του, λέγοντας ότι πληροφορούνταν πως οι Έλληνες την αγαπούσαν και εκφράζοντας, αστειευόμενος, την ελπίδα να επιστρέψει στις ΗΠΑ ύστερα από δώδεκα χρόνια ή όποτε ολοκληρωνόταν η θητεία της. Ούτε ο Τραμπ μπορούσε να μαντέψει. Τον Μάρτιο ο Τραμπ την παρουσίαζε ως παλαιά φίλη και εξέφραζε την επιθυμία να παραμείνει επί χρόνια στην Αθήνα, ενώ επτά μήνες αργότερα, ανακοινώνοντας την απομάκρυνσή της, επέλεξε να υποβαθμίσει τη σύνδεσή της με την οικογένειά του. Στη δεξίωση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Αρχιεπίσκοπος Ελπιδοφόρος, ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας Τζον Κατσιματίδης, ο πρώην προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Ρινς Πρίμπους, οι βουλευτές Γκας Μπιλιράκης, Νικόλ Μαλλιωτάκη, Μάικ Χαριδόπουλος και Τζίμι Πατρώνης, καθώς και Ελληνοαμερικανοί αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ, όπως ο Μάικλ Κράτσιος και ο Μάικλ Ρήγας. Ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε επίσης ονομαστικά στον Χρήστο Μαραφάτσο, επικεφαλής της οργάνωσης Greeks for Trump, πρόσωπο που αργότερα θα εμφανιζόταν στα δημοσιεύματα για τις επιχειρηματικές επαφές της Γκιλφόιλ. Στους μήνες που ακολούθησαν, η Γκιλφόιλ επιχείρησε να διευρύνει την ατζέντα της πέρα από το φυσικό αέριο. Στη ναυτιλία, στον τομέα της άμυνας, με τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη, τη συνεργασία των Ενόπλων Δυνάμεων και τα αμερικανικά εξοπλιστικά προγράμματα.

Μία από τις λιγότερο προβεβλημένες αλλά ουσιαστικές πλευρές της δραστηριότητάς της ήταν η προσπάθεια να διατηρήσει επαφές με διαφορετικούς πόλους του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Η στενή συνεργασία με την κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν αναμενόμενη. Η Γκιλφόιλ, ωστόσο, δεν περιορίστηκε σε αυτήν. Στις 27 Ιουνίου 2026 δημοσιοποίησε συνάντησή της με τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, αναφέροντας ότι συζήτησαν τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Στην ανάρτησή της υπογράμμισε ότι, ως πρέσβειρα, επιδίωκε επαφές με σημαντικά πρόσωπα από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Δύο ημέρες αργότερα, στις 29 Ιουνίου, συναντήθηκε με τον Αλέξη Τσίπρα, πρόεδρο της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης. Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ, στη συνάντηση συζητήθηκαν οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις και οι περιφερειακές εξελίξεις, ενώ ο Τσίπρας παρουσίασε το πολιτικό πλαίσιο και τις επιδιώξεις του κόμματός του. Στις επαφές αυτές αποδόθηκε ιδιαίτερη σημασία επειδή πραγματοποιούνταν σε μια περίοδο αναδιάταξης του ελληνικού πολιτικού σκηνικού. Η αλήθεια είναι ότι η συνάντηση μιας Αμερικανίδας πρέσβειρας με πολιτικά πρόσωπα που βρίσκονται εκτός κυβέρνησης αποτελεί συνήθη διπλωματική πρακτική. Δεν συνεπάγεται πολιτική υποστήριξη ούτε προαναγγέλλει προτιμήσεις της Ουάσιγκτον για τις εσωτερικές εξελίξεις.

Η πιο χαρακτηριστική επίσημη κοινωνική εκδήλωση της θητείας της πραγματοποιήθηκε στις 2 Ιουλίου 2026, στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Η αμερικανική πρεσβεία διοργάνωσε δεξίωση για την 250ή επέτειο της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών, με τη συμμετοχή περίπου 3.000 προσκεκλημένων από την πολιτική, τη διπλωματία, τις επιχειρήσεις και την κοινωνική ζωή. Η Γκιλφόιλ αξιοποίησε την εκδήλωση για να παρουσιάσει το ιστορικό βάθος των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, συνδέοντας τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας του 1776 με τις ιδέες που γεννήθηκαν στην αρχαία Αθήνα.

Στην ομιλία της αναφέρθηκε στη συνεργασία στην ενέργεια, στην άμυνα και στις επενδύσεις. Έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην προγραμματισμένη προμήθεια των μαχητικών F-35 από την Ελλάδα, την οποία συνέδεσε με την ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Η δεξίωση ανέδειξε το επικοινωνιακό της ταμπεραμέντο. Μεγάλες διοργανώσεις, έντονος συμβολισμός, προσωπική παρουσία, σύνδεση πολιτικής και κοινωνικής προβολής. Η ίδια αντιμετώπιζε τις δημόσιες εκδηλώσεις ως μέρος της διπλωματικής αποστολής της. Το ερώτημα που παρέμενε ήταν κατά πόσον αυτές ενίσχυαν την αποτελεσματικότητά της ή δημιουργούσε πρόσθετους κινδύνους. Στο Southeast Europe Energy Forum στη Θεσσαλονίκη συμμετείχε σε συζητήσεις για την ενεργειακή ασφάλεια, τον ρόλο του αμερικανικού LNG και τη διεύρυνση των περιφερειακών διασυνδέσεων. Στις δημόσιες αναφορές της υπογράμμισε τη σημασία της επέκτασης της συνεργασίας μέσω του Κάθετου Διαδρόμου προς τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία.

Η κορύφωση της διπλωματικής αυτής δραστηριότητας ήρθε με την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα, στις 7 και 8 Οκτωβρίου 2026. Η επίσκεψη συνδέθηκε με τον έκτο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας και ΗΠΑ και με τη διεύρυνση της συνεργασίας σε θέματα άμυνας, ασφάλειας, επενδύσεων και καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Η Γκιλφόιλ βρέθηκε δίπλα στον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών στις επίσημες εμφανίσεις του. Η εικόνα της υποδοχής του με αγκαλιά, οι κοινές φωτογραφίες και η παρουσία της κατά την αναχώρησή του από την Αθήνα απέκτησαν εκ των υστέρων ιδιαίτερη σημασία γιατί εκείνες ακριβώς τις ημέρες, τα δημοσιεύματα για τη συμπεριφορά της πλήθαιναν. Η δημόσια στήριξη που είχε λάβει από τον Ρούμπιο δεν επρόκειτο να διαρκέσει.

Η διαδρομή της Κίμπερλι Γκιλφόιλ πριν από την είσοδό της στον κύκλο του Τραμπ εξηγεί αρκετά από τα χαρακτηριστικά της δημόσιας παρουσίας της. Γεννήθηκε το 1969 στο Σαν Φρανσίσκο. Η μητέρα της καταγόταν από το Πουέρτο Ρίκο και ο πατέρας της ήταν Ιρλανδός μετανάστης. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο. Εργάστηκε ως εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο και στο Λος Άντζελες, αποκτώντας εμπειρία σε ποινικές υποθέσεις. Η επαγγελματική της διαδρομή τής επέτρεψε αργότερα να αξιοποιήσει τη νομική της ιδιότητα ως στοιχείο αξιοπιστίας στις τηλεοπτικές εμφανίσεις της. Το 2001 παντρεύτηκε τον Γκάβιν Νιούσομ, ο οποίος αργότερα εξελέγη δήμαρχος του Σαν Φρανσίσκο και σήμερα είναι κυβερνήτης της Καλιφόρνιας και ένα από τα σημαντικότερα στελέχη των Δημοκρατικών. Το ζευγάρι είχε αποκτήσει σημαντική κοινωνική αναγνωρισιμότητα. Το 2004 παρουσιάστηκε από το Harper's Bazaar ως ένα νέο, ανερχόμενο πολιτικό ζευγάρι, με αναφορές στους Κένεντι. Το διαζύγιο ήρθε το 2006.

Η Γκιλφόιλ παντρεύτηκε στη συνέχεια τον επιχειρηματία Έρικ Βίλενσι, με τον οποίο απέκτησε τον γιο της, Ρόναν. Και αυτός ο γάμος κατέληξε σε διαζύγιο. Η τηλεοπτική της καριέρα την έκανε ευρύτερα γνωστή. Εργάστηκε σε αμερικανικά τηλεοπτικά δίκτυα και καθιερώθηκε στο Fox News, κυρίως μέσα από την εκπομπή «The Five». Η παρουσία της χαρακτηριζόταν από έντονο ύφος, ευχέρεια στον δημόσιο λόγο και ισχυρή πολιτική τοποθέτηση. Σταδιακά μετακινήθηκε από τη θέση της τηλεοπτικής σχολιάστριας σε εκείνη της ενεργού υποστηρίκτριας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και του Τραμπ. Η αποχώρησή της από το Fox News το 2018 συνοδεύτηκε από αντιπαράθεση. Το 2020, το New Yorker δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ για καταγγελίες πρώην συνεργάτιδάς της. Σύμφωνα με το περιοδικό, η υπόθεση κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό μεταξύ του δικτύου και της καταγγέλλουσας. Η Γκιλφόιλ αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά και υποστήριξε ότι αποχώρησε οικειοθελώς.
Μετά το Fox News, η δραστηριότητά της επικεντρώθηκε στην πολιτική. Συμμετείχε στο America First Action, δραστηριοποιήθηκε στη συγκέντρωση χρημάτων για την προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ και απέκτησε κεντρική θέση στις δημόσιες εκδηλώσεις του κινήματος MAGA. Οι ομιλίες της στα συνέδρια των Ρεπουμπλικανών το 2020 και το 2024 αποτύπωσαν τη μεταμόρφωσή της από τηλεοπτική προσωπικότητα σε αναγνωρίσιμο πρόσωπο της υποψηφιότητας Τράμπ .

Η κρίση που οδήγησε στην απομάκρυνση της Γκιλφόιλ δεν ξέσπασε από ένα μεμονωμένο περιστατικό. Διαμορφώθηκε σταδιακά, με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, κυρίως της Wall Street Journal, και στη συνέχεια με ρεπορτάζ αμερικανικών και βρετανικών μέσων ενημέρωσης. Το πρώτο αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η πρέσβειρα προωθούσε επιχειρηματικά συμφέροντα στην περιοχή. Η Wall Street Journal δημοσίευσε στοιχεία για τις επαφές της με τον όμιλο Aktor και τον Χρήστο Μαραφάτσο, εγγεγραμμένο λομπίστα που εκπροσωπούσε συμφέροντα του ομίλου. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μαραφάτσος συνόδευε συχνά την πρέσβειρα σε επίσημες συναντήσεις με ξένους αξιωματούχους, ενώ ορισμένοι συνομιλητές της φέρονται να μην είχαν σαφή εικόνα για την ιδιότητά του. Η ίδια και ο όμιλος αρνήθηκαν ότι υπήρξε κάτι εκτός των κανόνων που ισχύουν παντού και για όλους .

Η δεύτερη ενότητα των αποκαλύψεων είχε άμεση πολιτική διάσταση. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, σε δείπνο που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 2026, παρουσία Ελλήνων και Αμερικανών αξιωματούχων, η Γκιλφόιλ φέρεται να αναφέρθηκε στην πολιτική κατάσταση της Ρουμανίας και να υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να επηρεάσουν την ανατροπή κυβερνήσεων, ακόμη και στην Ελλάδα. Το δημοσίευμα προκάλεσε αντιδράσεις. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι δεν είχε υπάρξει απειλή κατά της ελληνικής κυβέρνησης και ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα ήταν αποδεκτή. Ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, που φερόταν να είναι «αποδέκτης» των επίμαχων αναφορών, απέρριψε ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση ή απειλή κατά της χώρας. Αντίστοιχα, ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο οποίος δήλωσε ότι ήταν παρών στο περιστατικό, υποστήριξε ότι δεν υπήρξε απειλή εναντίον της Ελλάδας. Στις 9 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης απέρριψε την ανάγκη να κληθεί η πρέσβειρα για εξηγήσεις στο υπουργείο Εξωτερικών, επικαλούμενος τις σχετικές διαψεύσεις.

Το σοβαρότερο πλήγμα ήρθε με τη δημοσιοποίηση μηνυμάτων που φέρονται να αντάλλαξαν η Γκιλφόιλ και ο Έρικ Ντίτερς, υποστηρικτής και χρηματοδότης του Τραμπ. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τον Ιούλιο του 2025, λίγο πριν από την επικύρωση του διορισμού της, η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από τον Ντίτερς να καταβάλει 100.000 δολάρια για την εξόφληση λογαριασμού της στην American Express. Ο δικηγόρος της Γκιλφόιλ, Τζέσι Μπίναλ, αμφισβήτησε τη γνησιότητα των μηνυμάτων και απέρριψε την εικόνα που παρουσίαζαν τα δημοσιεύματα. Η πλευρά της υποστήριξε ότι οι οικονομικές αξιώσεις αφορούσαν προηγούμενες επαγγελματικές υπηρεσίες και υποχρεώσεις, όχι αντάλλαγμα για κυβερνητική επιρροή.

Η τρίτη ενότητα αφορούσε ταξίδια, φιλοξενία και παροχές από επιχειρηματίες. Η Wall Street Journal δημοσίευσε στοιχεία για ιδιωτικές πτήσεις και πολυτελείς διαμονές που φέρονται να είχαν χρηματοδοτηθεί από Έλληνες επιχειρηματίες. Στα δημοσιεύματα αναφέρθηκαν ο επικεφαλής του Aktor Αλέξανδρος Εξάρχου και ο εφοπλιστής Νικόλας Τσάκος. Η Γκιλφόιλ φέρεται να είχε αναφερθεί σε τέτοιες μετακινήσεις και φιλοξενίες κατά την παρουσία της στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2026. Η πλευρά της υποστήριξε ότι οι μετακινήσεις της είχαν εγκριθεί σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Στο μεταξύ, αμερικανικά και βρετανικά δημοσιεύματα περιέγραψαν ένα προβληματικό εργασιακό περιβάλλον στην αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας. Το Daily Beast μετέφερε καταγγελίες για αυταρχική συμπεριφορά προς υπαλλήλους, έντονες λεκτικές αντιπαραθέσεις, υπερβολικές προσωπικές απαιτήσεις και προβλήματα στη διαχείριση του προσωπικού. Μεταξύ άλλων, δημοσιεύθηκαν ισχυρισμοί για υποβάθμιση στελέχους ασφαλείας επειδή δεν ανταποκρίθηκε σε προσωπική απαίτηση της πρέσβειρας τις πρώτες πρωινές ώρες, καθώς και για απομάκρυνση οδηγών ύστερα από διαφωνίες. Πρόκειται για καταγγελίες που δεν μπορούσαν να παρουσιαστούν ως εξακριβωμένα περιστατικά χωρίς τα σχετικά πορίσματα. Ωστόσο, η συσσώρευσή τους επιβάρυνε τη δημόσια εικόνα της και έθεσε ερωτήματα για την εσωτερική λειτουργία της πρεσβείας. Παράλληλα, το θέμα έφθασε στο Κογκρέσο. Την 1η Οκτωβρίου 2026, ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζήτησε από τον Μάρκο Ρούμπιο απαντήσεις για τη συμπεριφορά της Γκιλφόιλ. Στην επιστολή του έθεσε ζητήματα σχετικά με τις αναφορές για πιθανή παρέμβαση στην ελληνική πολιτική, την προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων και τη συμμετοχή λομπιστών σε επίσημες διπλωματικές επαφές. Ζήτησε μάλιστα την απομάκρυνσή της εφόσον επιβεβαιώνονταν οι καταγγελίες. Η υπόθεση απέκτησε πλέον θεσμική διάσταση. Δεν επρόκειτο μόνο για αρνητική δημοσιότητα, αλλά για καταγγελίες που μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου από τις αμερικανικές αρχές.

Η τελευταία φάση εξελίχθηκε με μεγάλη ταχύτητα.Η Wall Street Journal αποτέλεσε τον βασικό φορέα των αποκαλύψεων, δημοσιεύοντας διαδοχικά ρεπορτάζ για τις οικονομικές σχέσεις, τις επιχειρηματικές επαφές και τις προσωπικές παροχές προς την πρέσβειρα. Η Washington Post ανέδειξε τις καταγγελίες για τα 100.000 δολάρια και τις πληροφορίες για έλεγχο από το γραφείο του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Το Associated Press μετέδωσε τις πληροφορίες για την έντονη δυσαρέσκεια Τραμπ και Ρούμπιο, ενώ το CNN, το CBS News και το ABC News κάλυψαν τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου και την πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Από τη βρετανική πλευρά, οι Financial Times ανέδειξαν τις καταγγελίες για τις ιδιωτικές πτήσεις, την πρόσβαση σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και τις επίμαχες αναφορές για τη Ρουμανία. Ο Guardian επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στις οικονομικές αξιώσεις προς τον Ντίτερς και στις πιθανές συνέπειες για τη διπλωματική αξιοπιστία της Ουάσιγκτον. Η Independent κάλυψε την απόφαση του Λευκού Οίκου ενω η Daily Mail έβαλε τα … δικά της καρφιά.

Στην επόμενη φάση το γραφείο του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ φέρεται να εξέταζε τις καταγγελίες, αν και οι πληροφορίες για το ακριβές στάδιο και τον τυπικό χαρακτήρα της έρευνας δεν ήταν απολύτως ταυτόσημες μεταξύ των δημοσιευμάτων. Η απομάκρυνσή της, όμως δεν απαιτούσε την ολοκλήρωση οποιασδήποτε έρευνας. Ως πολιτικά διορισμένη πρέσβειρα, υπηρετούσε με την εμπιστοσύνη του Αμερικανού προέδρου. Αυτή η εμπιστοσύνη αποδείχθηκε τελικά καθοριστική. Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ αποχωρεί από την Αθήνα αφήνοντας μια θητεία με δύο διαφορετικές όψεις. Από τη μία πλευρά, υπήρξε μια ιδιαίτερα δραστήρια και αναγνωρίσιμη εκπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνδέθηκε με την προσπάθεια ενίσχυσης του ενεργειακού ρόλου της Ελλάδας, προώθησε την αμερικανική παρουσία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, συμμετείχε σε σημαντικές διμερείς επαφές και ανέπτυξε έντονη δημόσια δραστηριότητα. Από την άλλη, η θητεία της επισκιάστηκε από καταγγελίες που αφορούσαν ακριβώς τα χαρακτηριστικά στα οποία είχε στηριχθεί η πολιτική της ισχύς, δηλαδή την προσωπική πρόσβαση, τις επιχειρηματικές γνωριμίες, την επικοινωνιακή επιρροή και την ευχέρεια να κινείται ανάμεσα στην πολιτική, την οικονομία και την κοινωνική ζωή.

Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διαθέτουν ισχυρή θεσμική βάση, ανεξάρτητη από τα πρόσωπα που υπηρετούν στις δύο πρεσβείες. Η ενεργειακή συνεργασία, η αμυντική σχέση, η ναυτιλία και οι επενδύσεις δεν εξαρτώνται από έναν διπλωματικό διορισμό. Η Γκιλφόιλ, όμως, είχε δημιουργήσει την προσδοκία ότι μπορούσε να προσφέρει κάτι περισσότερο, δηλαδή μια απευθείας πολιτική γέφυρα προς τον Ντόναλντ Τραμπ. Αυτή η προσδοκία ήταν που έκανε την άφιξή της τόσο σημαντική και την αποχώρησή της τόσο ηχηρή. Η προσωπική εγγύτητα με τον πρόεδρο αποτέλεσε το διαβατήριο για την ανάληψη της θέσης, αλλά δεν αποτέλεσε, εγγύηση για τη διατήρησή της. Έφθασε στην Αθήνα επειδή ο Τραμπ την εμπιστευόταν προσωπικά και καλείται να φύγει επειδή ο ίδιος αποφάσισε ότι η παραμονή της δεν μπορούσε πλέον να συνεχιστεί.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr