Η Γαλλία πηγαίνει στις κάλπες με χρέος ρεκόρ κοντά στα 4 τρισ. - Η οικονομική «θηλιά» για τον διάδοχο του Μακρόν

Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ μπαίνει σε προεκλογική περίοδο με ιστορικό χρέος, υψηλά ελλείμματα και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο

Η Γαλλία μπαίνει στους τελευταίους μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027 με ένα πρόβλημα που δεν χωρά πλέον μόνο στις σελίδες ενός κρατικού προϋπολογισμού. Το δημόσιο χρέος της χώρας έφθασε στο τέλος Ιουνίου τα 3,5955 τρισ. ευρώ, αυξημένο κατά σχεδόν 60 δισ. μέσα σε μόλις τρεις μήνες, και αντιστοιχεί πλέον στο 119% του ΑΕΠ. Είναι το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί στη Γαλλία από το 1946 και βρίσκεται ακόμη υψηλότερα από το 117,8% της περιόδου της πανδημίας, όταν το Παρίσι είχε επιλέξει το περίφημο «quoi qu’il en coûte» για να κρατήσει όρθια την οικονομία.

Η διαφορά είναι ότι το 2020 και το 2021 το γαλλικό κράτος μπορούσε να χρηματοδοτεί αυτή την πολιτική με εξαιρετικά χαμηλό κόστος. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου κινείται στην περιοχή του 4,7%-4,8%, στο υψηλότερο επίπεδο από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το spread έναντι του γερμανικού δεκαετούς έχει ξεπεράσει τις 110 μονάδες βάσης, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2012. Η Γαλλία εξακολουθεί να δανείζεται κανονικά από τις αγορές. Το ερώτημα όμως δεν είναι σήμερα εάν μπορεί να δανειστεί. Είναι πόσο θα πληρώνει για να το κάνει και πόσο γρήγορα αυτό το κόστος θα αρχίσει να αφαιρεί δημοσιονομικό χώρο από όλες τις υπόλοιπες πολιτικές της.

Από τα 3,6 τρισ. στα 121,7% του ΑΕΠ


Οι αριθμοί που ακολουθούν είναι ακόμη πιο δύσκολοι από το σημερινό ρεκόρ. Το ίδιο το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι το χρέος θα φθάσει στο 119,3% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026 και στο 121,7% το 2027. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, χρησιμοποιώντας διαφορετικές παραδοχές, καταλήγει στην ίδια κατεύθυνση: χρέος πάνω από το 120% του ΑΕΠ το επόμενο έτος.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το απόθεμα του χρέους αλλά ο συνδυασμός του με χαμηλή ανάπτυξη και επίμονα υψηλό έλλειμμα. Η Κομισιόν προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,8% το 2026 και 1,1% το 2027, ενώ εκτιμά ότι, χωρίς πρόσθετες αλλαγές πολιτικής, το δημοσιονομικό έλλειμμα μπορεί να φθάσει στο 5,7% του ΑΕΠ το επόμενο έτος. Η Γαλλία βρίσκεται ήδη από το 2024 σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει δεσμευθεί να επαναφέρει το έλλειμμα κάτω από το 3% έως το 2029.

Αυτό ακριβώς δημιουργεί τον φαύλο κύκλο. Με υψηλό πρωτογενές έλλειμμα, το κράτος χρειάζεται περισσότερο δανεισμό. Με υψηλότερα επιτόκια, ο νέος δανεισμός κοστίζει περισσότερο. Καθώς παλαιότερο χρέος χαμηλού επιτοκίου λήγει και αναχρηματοδοτείται με τα σημερινά επιτόκια, η επιβάρυνση περνά σταδιακά στον προϋπολογισμό. Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι η εξυπηρέτηση του χρέους θα κοστίσει περίπου 91 δισ. ευρώ το 2027, ενώ το όριο των 100 δισ. βρίσκεται πλέον σε απόσταση αναπνοής για το 2028.

Αυτό είναι ίσως σημαντικότερο από το ίδιο το 119%. Ένα κράτος με μεγάλη οικονομία, βαθιά αγορά ομολόγων και ισχυρή φορολογική βάση μπορεί να λειτουργεί για μεγάλο διάστημα με πολύ υψηλό χρέος. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το κόστος εξυπηρέτησής του αυξάνεται ταχύτερα από τα έσοδα και την οικονομία. Τότε οι τόκοι αρχίζουν να ανταγωνίζονται τις πραγματικές πολιτικές επιλογές: άμυνα, παιδεία, υγεία, συντάξεις, επενδύσεις και κοινωνική προστασία.

Τα 54 δισ. που πρέπει να βρεθούν πριν ανοίξουν οι κάλπες


Σε αυτό το περιβάλλον ο Σεμπαστιάν Λεκορνί επιχειρεί να περάσει τον τελευταίο πλήρη προϋπολογισμό της εποχής Μακρόν. Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι, εάν δεν ληφθούν νέα μέτρα, το έλλειμμα μπορεί να κινηθεί προς το 6,6% του ΑΕΠ το 2027. Για να το συγκρατήσει περίπου στο 5%, αναζητεί δημοσιονομικό χώρο της τάξης των 54 δισ. ευρώ. Περίπου 40 δισ. χρειάζονται για να απορροφηθεί η αυτόματη αύξηση των δαπανών και άλλα 14 δισ. αποτελούν πραγματική πρόσθετη προσαρμογή.

Η κυβέρνηση προτείνει ουσιαστικά πάγωμα των κρατικών δαπανών σε ονομαστικούς όρους, με σημαντικές εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων η Άμυνα, της οποίας ο προϋπολογισμός προβλέπεται να αυξηθεί κατά 6,4 δισ. ευρώ. Προβλέπεται επίσης πάγωμα της μισθολογικής βάσης των δημοσίων υπαλλήλων, περιορισμός δαπανών υπουργείων και δημόσιων οργανισμών και παρεμβάσεις στις συντάξεις και στις φορολογικές ελαφρύνσεις των συνταξιούχων.

Το οικονομικό πρόβλημα συναντά όμως το πολιτικό ημερολόγιο. Οι προεδρικές εκλογές έχουν οριστεί για τις 18 Απριλίου 2027, με δεύτερο γύρο στις 2 Μαΐου. Η θητεία του Εμανουέλ Μακρόν ολοκληρώνεται τον Μάιο και ο ίδιος δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία. Η Γαλλία καλείται επομένως να εφαρμόσει μία από τις δυσκολότερες δημοσιονομικές προσαρμογές των τελευταίων ετών ακριβώς τη στιγμή που το πολιτικό σύστημα περνά σε προεκλογική λειτουργία.

Ήδη οι αντιδράσεις είναι ορατές. Δημόσιοι υπάλληλοι και μαθητές κινητοποιήθηκαν στις 29 Σεπτεμβρίου κατά των περικοπών, ενώ τα συνδικάτα προειδοποιούν για κλιμάκωση. Πρόκειται για μια γνώριμη γαλλική αντίφαση: οι αγορές ζητούν από το Παρίσι μεγαλύτερη δημοσιονομική αξιοπιστία, την ώρα που ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αντιδρά στο κόστος που συνεπάγεται η αποκατάστασή της.

Το τέλος της εποχής Μακρόν χωρίς διάδοχο


Η οικονομική πίεση γίνεται ακόμη πιο σημαντική επειδή συμπίπτει με μια πολιτική μετάβαση χωρίς ξεκάθαρο κέντρο βάρους. Η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης το 2024 άφησε πίσω της ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο και η προεδρική πλειοψηφία δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει έναν αυτονόητο διάδοχο του Μακρόν.

Στον χώρο του κέντρου και της παραδοσιακής δεξιάς η πολυδιάσπαση παραμένει έντονη, με τον Εντουάρ Φιλίπ, τον Γκαμπριέλ Ατάλ και τον Μπρουνό Ρεταγιό να διεκδικούν πολιτικό χώρο. Ο Φιλίπ έβαλε ήδη το δημοσιονομικό πρόβλημα στην καρδιά της δικής του πρότασης, προτείνοντας αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 χρόνια σε βάθος δεκαετίας, 45 χρόνια εισφορών και υποχρεωτική ιδιωτική αποταμίευση για τη σύνταξη.

Στην αριστερά, αντίθετα, η συζήτηση κινείται προς εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν έχει προτείνει τη μετατροπή περίπου 488 δισ. ευρώ γαλλικού κρατικού χρέους που βρίσκεται στην Banque de France σε αέναο χρέος μηδενικού επιτοκίου. Η πρόταση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις οικονομολόγων και κεντρικών τραπεζιτών, που αμφισβητούν τόσο τη συμβατότητά της με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο όσο και τις επιπτώσεις της στην εμπιστοσύνη των αγορών.

Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν φωτογραφία της στιγμής και όχι πρόβλεψη του αποτελέσματος. Έρευνα που δημοσιεύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου τοποθέτησε τη Μαρίν Λεπέν και τον Μελανσόν στις δύο πρώτες θέσεις και στα πέντε σενάρια υποψηφιοτήτων που εξετάστηκαν, ενώ οι υποψήφιοι του κεντρώου χώρου ακολουθούσαν. Το πολιτικό τοπίο παραμένει πάντως ρευστό, με εκκρεμότητες στις διαδικασίες επιλογής υποψηφίων και αρκετούς μήνες μέχρι την κάλπη.

Τρία οικονομικά μονοπάτια μετά το 2027


Από τα σημερινά δεδομένα προκύπτουν τρία βασικά οικονομικά σενάρια για την επόμενη γαλλική προεδρία. Δεν αφορούν συγκεκριμένο υποψήφιο ούτε αποτελούν πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος. Περιγράφουν τις επιλογές που θα έχει μπροστά της οποιαδήποτε κυβέρνηση αναλάβει μετά τον Μάιο.

Το πρώτο είναι μια σταδιακή δημοσιονομική προσαρμογή. Περιορισμός της αύξησης των κρατικών δαπανών, αλλαγές στο συνταξιοδοτικό, εξορθολογισμός κοινωνικών δαπανών και φορολογικών εξαιρέσεων και προσπάθεια επιστροφής του ελλείμματος κάτω από το 3%. Το ΔΝΤ υπολογίζει ότι για να μπει το χρέος σε σταθερά καθοδική τροχιά απαιτείται διαρθρωτική δημοσιονομική προσπάθεια περίπου 0,8% του ΑΕΠ ετησίως την περίοδο 2027-2029. Το οικονομικό όφελος ενός τέτοιου δρόμου θα ήταν η σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Το πολιτικό κόστος θα ήταν οι δύσκολες επιλογές σε δαπάνες, συντάξεις και κοινωνικό κράτος.

Το δεύτερο είναι η συνέχιση της σημερινής πορείας με περιορισμένες παρεμβάσεις. Σε αυτή την περίπτωση η Γαλλία δεν οδηγείται αυτομάτως σε κρίση. Το χρέος όμως συνεχίζει να αυξάνεται, το κόστος τόκων απορροφά ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του προϋπολογισμού και το κράτος γίνεται περισσότερο ευάλωτο σε κάθε εξωτερικό σοκ. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι τα μεγάλα πρωτογενή ελλείμματα και οι αυξανόμενοι τόκοι υπερκαλύπτουν πλέον τη θετική επίδραση που έχει η ονομαστική ανάπτυξη πάνω στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Το τρίτο και δυσμενέστερο σενάριο είναι μια κρίση εμπιστοσύνης. Δεν είναι το βασικό σενάριο των θεσμών και σήμερα η Γαλλία εξακολουθεί να έχει πλήρη πρόσβαση στις αγορές. Η ανησυχία αφορά μια κατάσταση κατά την οποία η πολιτική παράλυση, η αδυναμία ψήφισης αξιόπιστου προϋπολογισμού και μια νέα αύξηση των διεθνών επιτοκίων θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους επενδυτές να απαιτούν ακόμη μεγαλύτερο ασφάλιστρο κινδύνου. Το ΔΝΤ έχει προειδοποιήσει για τον κίνδυνο ενός αρνητικού δημοσιονομικού κύκλου, ενώ ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας Εμανουέλ Μουλέν έχει καταστήσει σαφές ότι το Παρίσι δεν πρέπει να θεωρεί δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα λύσει ένα γαλλικό δημοσιονομικό πρόβλημα.

Το γαλλικό πρόβλημα είναι πλέον ευρωπαϊκό


Η σύγκριση με την κρίση της Ευρωζώνης πριν από δεκαπέντε χρόνια χρειάζεται προσοχή. Η Γαλλία του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2010. Διαθέτει τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολύ βαθύτερη αγορά κρατικού χρέους, ισχυρό τραπεζικό σύστημα και διαφορετική θεσμική προστασία μέσα στην Ευρωζώνη. Ακριβώς όμως το μέγεθός της είναι αυτό που μετατρέπει μια ενδεχόμενη γαλλική κρίση σε ευρωπαϊκό ζήτημα.

Υπάρχει και μια συμβολική αντιστροφή. Χώρες που βρίσκονταν στο επίκεντρο της προηγούμενης κρίσης, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία, έχουν βελτιώσει τη δημοσιονομική τους τροχιά και σε αρκετές περιπτώσεις δανείζονται πλέον φθηνότερα από τη Γαλλία. Το Παρίσι, αντίθετα, ακολουθεί ανοδική πορεία χρέους και ελλείμματος.

Έτσι, η προεδρική εκλογή του 2027 αποκτά μια διάσταση που δεν υπήρχε με την ίδια ένταση στις προηγούμενες αναμετρήσεις. Η συζήτηση δεν θα αφορά μόνο ποιος θα διαδεχθεί τον Εμανουέλ Μακρόν στο Ελιζέ, αλλά ποια οικονομική στρατηγική μπορεί να εφαρμοστεί σε μια χώρα που έχει πλέον ελάχιστο δημοσιονομικό περιθώριο.

Το 119% του ΑΕΠ είναι η φωτογραφία της σημερινής κατάστασης. Τα 91 δισ. ευρώ τόκων του 2027 και η προοπτική χρέους πάνω από το 120% είναι η εικόνα της επόμενης ημέρας. Ανάμεσα στα δύο βρίσκονται οι αποφάσεις για τις δημόσιες δαπάνες, τις συντάξεις, τη φορολογία και το κοινωνικό κράτος, αλλά και η δυνατότητα του επόμενου προέδρου να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική στήριξη για να τις εφαρμόσει.

Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί το δυσκολότερο μέρος της εξίσωσης. Ο νέος πρόεδρος θα κληρονομήσει την Εθνοσυνέλευση που προέκυψε από τις εκλογές του 2024, εκτός εάν επιλέξει νέα διάλυση και προσφύγει σε βουλευτικές εκλογές αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Η Γαλλία επομένως δεν πλησιάζει απλώς σε μια προεδρική αναμέτρηση. Πλησιάζει σε μια πολιτική μετάβαση κατά την οποία ο επόμενος ένοικος του Ελιζέ θα παραλάβει ένα δημόσιο χρέος κοντά στα 4 τρισ. ευρώ, ένα έλλειμμα πολύ πάνω από τα ευρωπαϊκά όρια και ένα κόστος δανεισμού που έχει ήδη αρχίσει να περιορίζει τις επιλογές του κράτους. Η πρώτη μεγάλη μάχη της επόμενης γαλλικής προεδρίας μπορεί έτσι να έχει αρχίσει πριν ακόμη ανοίξουν οι κάλπες.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr