Ουαλία, Σκωτία και Βόρεια Ιρλανδία «απειλούν» την ενότητα του Ηνωμένου Βασιλείου, όμως το Λονδίνο δεν ανησυχεί

Οι ηγέτες των τριών χωρών υπέγραψαν συμφωνία που ανοίγει τη συζήτηση για συνταγματικές αλλαγές και το μέλλον τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Το προηγούμενο δημοψήφισμα της Σκωτίας, το ζήτημα επανένωσης της Ιρλανδίας και η παρέμβαση Τραμπ

Αναζωπύρωση στη συζήτηση για τη διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου, προκάλεσε η κοινή διακήρυξη που υπέγραψαν τη Δευτέρα οι ηγέτες της Ουαλίας, της Σκωτίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.

Οι επικεφαλής των τριών ημιαυτόνομων περιοχών του Ηνωμένου Βασιλείου κάλεσαν τον νέο πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ και την κυβέρνησή του να προετοιμαστούν για συνταγματικές αλλαγές, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι το μέλλον τους βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

«Για όσους παρακολουθούν σε αυτά τα νησιά – για όσους παρακολουθούν σε ολόκληρο τον κόσμο – δεν θα μπορούσε να υπάρχει σαφέστερο σημάδι ότι η εποχή του Γουέστμινστερ φτάνει στο τέλος της», ανέφεραν στο μνημόνιο συνεργασίας που υπέγραψαν.



Η ανακοίνωση ήρθε περίπου 48 ώρες αφότου ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ τοποθετήθηκε σε ένα ευαίσθητο πολιτικό ζήτημα, δηλώνοντας ότι «θα ήθελε να δει» μια επανενωμένη Ιρλανδία, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του σε γήπεδο γκολφ του, όπου διεξαγόταν το Irish Open.

Σημειώνεται πως για πρώτη φορά που οι ηγέτες και των τριών χωρών προέρχονται είτε από κόμματα που τάσσονται υπέρ της ανεξαρτησίας είτε, στην περίπτωση της Βόρειας Ιρλανδίας, υπέρ της επανένωσης με την Ιρλανδία.

Θυμίζεται, παράλληλα, πως η Βόρεια Ιρλανδία χωρίστηκε από την υπόλοιπη Ιρλανδία και παρέμεινε τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου όταν η Ιρλανδία κέρδισε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία πριν από περισσότερο από έναν αιώνα.

Το Λονδίνο υποβαθμίζει την απειλή

Εκπρόσωπος του Μπέρναμ απέρριψε τις αιχμές περί απειλής για την ενότητα του Ηνωμένου Βασιλείου, υποστηρίζοντας ότι ο πρωθυπουργός πιστεύει ακράδαντα στην Ένωση και ότι προτεραιότητά του είναι η μείωση του κόστους ζωής και όχι οι συνταγματικές αντιπαραθέσεις.

«Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στην καλύτερή του κατάσταση όταν οι άνθρωποι ενώνονται γύρω από τις κοινές μας αξίες και την επίλυση προβλημάτων, αντί για τη διαίρεση», δήλωσε ο Τομ Γουέλς στο Associated Press.

Η Νίκολα ΜακΓιούεν, διευθύντρια του Κέντρου Δημόσιας Πολιτικής του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης, χαρακτήρισε τη σύνοδο συμβολικά σημαντική, αλλά χωρίς νομική ισχύ. «Δεν βλέπω την απειλή για την Ένωση να είναι σήμερα μεγαλύτερη από ό,τι ήταν χθες», δήλωσε.

Η Σκωτία ξαναβάζει στο τραπέζι την ανεξαρτησία

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε νόμους που αποκέντρωσαν μέρος της εξουσίας μέσω της διαδικασίας της λεγόμενης αποκέντρωσης, γνωστής ως devolution.

Με αυτόν τον τρόπο, κάθε χώρα του Ηνωμένου Βασιλείου, εκτός από την Αγγλία, απέκτησε σε διαφορετικό βαθμό πολιτική αυτονομία και δυνατότητα αυτοδιοίκησης μέσω των δικών της κοινοβουλίων. Ωστόσο, οι εντάσεις παρέμειναν, καθώς η κεντρική κυβέρνηση διατήρησε τον έλεγχο σε ζητήματα εθνικής εμβέλειας, αλλά και σε θέματα που αφορούν την Αγγλία.



Ο πρωθυπουργός της Σκωτίας Τζον Σουίνι και η πρωθυπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας Μισέλ Ο' Νιλ τάχθηκαν υπέρ της διεξαγωγής δημοψηφισμάτων για την ανεξαρτησία στις χώρες τους, ενώ ο ηγέτης της Ουαλίας Ρουν απ Ιόργουερθ δεν έδωσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για αντίστοιχη διαδικασία στην Ουαλία.

Οι τρεις ηγέτες εμφανίστηκαν με την πολιτική και όχι την επίσημη θεσμική τους ιδιότητα, πιθανότατα επειδή η Ο' Νιλ συμμετέχει σε κυβέρνηση συνασπισμού και κατανομής εξουσίας με το Δημοκρατικό Ενωτικό Κόμμα (DUP), το οποίο τάσσεται υπέρ της παραμονής της Βόρειας Ιρλανδίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η αναπληρώτρια πρωθυπουργός της Βόρειας Ιρλανδίας Έμα Λιτλ-Πένγκελι, του DUP, κατηγόρησε την Ο' Νιλ, η οποία ανήκει στο Sinn Fein, ότι «εργαλειοποιεί» τον ρόλο της ως πρωθυπουργού υπογράφοντας τη συμφωνία.

«Είμαι η πρωθυπουργός στη βόρεια Ιρλανδία», απάντησε η Ο' Νιλ. «Αυτό αφορά την ιστορική αλλαγή που συμβαίνει γύρω μας».

Το προηγούμενο δημοψήφισμα της Σκωτίας

Η Σκωτία είχε επιχειρήσει ανεπιτυχώς να αποχωρήσει από το Ηνωμένο Βασίλειο το 2014. Οι ψηφοφόροι απέρριψαν την ανεξαρτησία με ποσοστό 55% έναντι 45%.

Ωστόσο, η ΜακΓιούεν υποστηρίζει ότι η διάθεση για την ανεξαρτησία έχει ενισχυθεί μετά το Brexit, με το οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε και επισήμως από την Ευρωπαϊκή Ένωση τον Ιανουάριο του 2020, έπειτα από το δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016.

Ο Σουίνι, επικεφαλής του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας, δήλωσε ότι πιστεύει πως οι ψηφοφόροι θα τάσσονταν πλέον υπέρ της ανεξαρτησίας εάν η βρετανική κυβέρνηση ενέκρινε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

Ο Μπέρναμ είχε δηλώσει την περασμένη εβδομάδα στο Κοινοβούλιο ότι θα επέτρεπε τη διεξαγωγή ενός τέτοιου δημοψηφίσματος εφόσον υπήρχε «σαφής συναίνεση» στη Σκωτία. Αργότερα, όμως, έστειλε επιστολή στον Σουίνι ξεκαθαρίζοντας ότι μια τέτοια ψηφοφορία «δεν τίθεται προς συζήτηση».

Το ζήτημα της επανένωσης της Ιρλανδίας

Στη Βόρεια Ιρλανδία το ζήτημα της ενότητας με την Ιρλανδία διέπεται από διαφορετικό πλαίσιο.

Η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής του 1998, η οποία τερμάτισε τρεις δεκαετίες θρησκευτικής και πολιτικής βίας στη Βόρεια Ιρλανδία, γνωστές ως «The Troubles», προβλέπει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επανένωση εφόσον οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι υπάρχει πιθανότητα να υπερψηφιστεί.

Η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το απαιτούμενο όριο δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Για να αλλάξει το καθεστώς της Βόρειας Ιρλανδίας, θα πρέπει επίσης να εγκριθεί η αλλαγή με δημοψήφισμα στην Ιρλανδία.

Ο Μπέρναμ και το «όπλο» της αποκέντρωσης

Ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας έχει κάνει την αποκέντρωση βασικό στοιχείο της πολιτικής του από τότε που ανέλαβε τα καθήκοντά του, πριν από λιγότερο από δύο μήνες. Η έμφαση που δίνει, ωστόσο, αφορά κυρίως τις περιφερειακές κυβερνήσεις στην Αγγλία, κάτι που συνδέεται και με τα χρόνια που διετέλεσε δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ.

Ο Σουίνι επιχείρησε να αξιοποιήσει πολιτικά αυτή τη θέση του Μπέρναμ, υποστηρίζοντας ότι η συχνή αναφορά του στην αποκέντρωση «οδηγεί λογικά στην αναγνώριση του δικαιώματος του λαού της Σκωτίας, στη δική μου περίπτωση, να αποφασίσει για το μέλλον του».

Πέρα όμως από την άμεση απειλή διάλυσης της Ένωσης, η ΜακΓιούεν εκτιμά ότι το σημαντικότερο αποτέλεσμα της κοινής δράσης των τριών χωρών μπορεί να είναι η συμφωνία τους να συνεργάζονται συστηματικά, γεγονός που θα μπορούσε να τους προσφέρει μεγαλύτερη επιρροή απέναντι στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.

«Διατηρεί στην ατζέντα το ερώτημα: εάν το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια Ένωση που βασίζεται στη συναίνεση, ποια είναι η πορεία όταν φαίνεται ότι αυτή η συναίνεση μπορεί να μην υπάρχει πλέον;» δήλωσε στο AP. «Καμία κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν έχει δείξει ιδιαίτερη προθυμία να μπει σε αυτή τη συζήτηση».
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr