Το παράδοξο Μπέρναμ και ο κίνδυνος της «στέψης»
23.06.2026
17:42
Ο Στάρμερ φεύγει, οι Εργατικοί στοιχίζονται πίσω από τον πιθανό διάδοχο - Αλλά το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος παίρνει την εξουσία. Είναι τι ακριβώς θέλει να κάνει με αυτήν
Στο Γουέστμινστερ η εξουσία σπάνια αλλάζει χέρια αθόρυβα. Αλλά όταν η μετατόπιση αρχίζει, οι κινήσεις γίνονται γρήγορες, σχεδόν βίαιες. Αυτό ακριβώς συνέβη τη Δευτέρα, όταν δύο πολιτικά γεγονότα έδειξαν ότι η επόμενη ημέρα των Εργατικών δεν είναι πια θεωρητικό σενάριο, αλλά διαδικασία σε εξέλιξη.
Ο σερ Κιρ Στάρμερ άνοιξε τον δρόμο για την αποχώρησή του από την Ντάουνινγκ Στριτ. Την ίδια ώρα, ο Γουές Στρίτινγκ, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να αποτελέσει το ισχυρότερο αντίβαρο στον Άντι Μπέρναμ, αποσύρθηκε ουσιαστικά από την κούρσα και έδωσε τη στήριξή του στον πρώην δήμαρχο του Ευρύτερου Μάντσεστερ.
Η εικόνα είναι πλέον δύσκολο να παρερμηνευθεί. Ο Στάρμερ φεύγει. Ο Μπέρναμ έρχεται. Και αν δεν υπάρξει πολιτικό «ατύχημα», εσωκομματική ανατροπή ή ξαφνική αντίσταση από το κομματικό κατεστημένο, ο νέος βουλευτής του Μέικερφιλντ μπορεί να βρεθεί στην πρωθυπουργία μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Αν συμβεί αυτό, η Βρετανία θα αποκτήσει τον πέμπτο πρωθυπουργό της μέσα σε τέσσερα χρόνια. Ένας δείκτης που πλέον δεν δείχνει απλώς κυβερνητική εναλλαγή. Δείχνει βαθιά πολιτική αστάθεια, φθορά των ηγεσιών και ένα σύστημα που διαρκώς ψάχνει τον επόμενο άνθρωπο που θα του προσφέρει αίσθηση ελέγχου.
Στη βρετανική πολιτική, οι εικόνες αυτές μετρούν. Οι υπουργοί, οι κοινοβουλευτικοί παράγοντες, οι σύμβουλοι και οι επίδοξοι «επιζώντες» μιας κυβερνητικής αλλαγής ξέρουν να διαβάζουν τη φορά του ανέμου. Δεν χρειάζονται επίσημη ανακοίνωση για να αντιληφθούν πού μετακινείται το κέντρο βάρους.
Η παρουσία της υπουργού Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς στην εκδήλωση του Μπέρναμ είχε τη δική της σημασία. Δεν ήταν απλώς μια πολιτική εμφάνιση. Ήταν ένδειξη προσαρμογής. Λίγο νωρίτερα, δεν είχε εμφανιστεί έξω από την κατοικία της, στην Ντάουνινγκ Στριτ 11, όταν συνεργάτες και ορισμένοι υπουργοί χειροκροτούσαν τον Στάρμερ στην ανακοίνωση της αποχώρησής του. Στην πολιτική, τέτοιες απουσίες συχνά λένε περισσότερα από τις παρουσίες.
Η Ριβς έχει ένα επιχείρημα υπέρ της παραμονής της. Διατήρησε, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, την εμπιστοσύνη των αγορών. Και ένας νέος πρωθυπουργός, χωρίς ακόμη δοκιμασμένο οικονομικό σχέδιο σε εθνικό επίπεδο, θα μπορούσε να χρειαστεί αυτό το σήμα σταθερότητας. Όμως το πρόβλημά της είναι πολιτικό. Έχει ταυτιστεί υπερβολικά με την κυβέρνηση Στάρμερ. Και οι νέοι ηγέτες σπανίως επιλέγουν να ξεκινήσουν κρατώντας στο κέντρο της οικονομικής πολιτικής ένα πρόσωπο που συμβολίζει την προηγούμενη εποχή.
Γι’ αυτό ήδη κυκλοφορούν σενάρια για αντικατάστασή της. Το όνομα του Γουές Στρίτινγκ ακούγεται, αν και ο ίδιος αρνείται ότι του έχει προσφερθεί το υπουργείο Οικονομικών. Η ίδια η φημολογία, όμως, δείχνει το κλίμα. Η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη αλλάξει και ήδη οι ρόλοι ξαναμοιράζονται.
Ο Μπέρναμ έχει επιχειρήσει δύο φορές στο παρελθόν να πάρει την ηγεσία των Εργατικών και έχασε. Και μάλιστα έχασε από ηγέτες που στη συνέχεια δεν κατάφεραν να οδηγήσουν το κόμμα στην εξουσία - τον Εντ Μίλιμπαντ και τον Τζέρεμι Κόρμπιν. Αυτό το στοιχείο χρησιμοποιείται ήδη από αντιπάλους και δύσπιστους ως υπενθύμιση ότι η σημερινή του λάμψη δεν ακυρώνει το παρελθόν του. Σήμερα, ο Μπέρναμ μοιάζει με νικητή. Ο Στάρμερ μοιάζει με ηττημένο. Αυτό αρκεί για να αλλάξει η εσωκομματική γεωμετρία.
Ο πρώην δήμαρχος του Ευρύτερου Μάντσεστερ επιστρέφει στο προσκήνιο ως πολιτικός που κατάφερε να κερδίσει σε δύσκολη περιοχή, απέναντι στην πίεση του Reform UK. Αυτό έχει τεράστια σημασία για τους Εργατικούς. Το κόμμα δεν ψάχνει απλώς νέο αρχηγό. Ψάχνει έναν τρόπο να ανακόψει τη διείσδυση της λαϊκιστικής Δεξιάς σε εργατικές και μεταβιομηχανικές περιοχές, εκεί όπου η παραδοσιακή του βάση έχει διαβρωθεί.
Ο σερ Κιρ Στάρμερ άνοιξε τον δρόμο για την αποχώρησή του από την Ντάουνινγκ Στριτ. Την ίδια ώρα, ο Γουές Στρίτινγκ, ο άνθρωπος που θα μπορούσε να αποτελέσει το ισχυρότερο αντίβαρο στον Άντι Μπέρναμ, αποσύρθηκε ουσιαστικά από την κούρσα και έδωσε τη στήριξή του στον πρώην δήμαρχο του Ευρύτερου Μάντσεστερ.
Η εικόνα είναι πλέον δύσκολο να παρερμηνευθεί. Ο Στάρμερ φεύγει. Ο Μπέρναμ έρχεται. Και αν δεν υπάρξει πολιτικό «ατύχημα», εσωκομματική ανατροπή ή ξαφνική αντίσταση από το κομματικό κατεστημένο, ο νέος βουλευτής του Μέικερφιλντ μπορεί να βρεθεί στην πρωθυπουργία μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Αν συμβεί αυτό, η Βρετανία θα αποκτήσει τον πέμπτο πρωθυπουργό της μέσα σε τέσσερα χρόνια. Ένας δείκτης που πλέον δεν δείχνει απλώς κυβερνητική εναλλαγή. Δείχνει βαθιά πολιτική αστάθεια, φθορά των ηγεσιών και ένα σύστημα που διαρκώς ψάχνει τον επόμενο άνθρωπο που θα του προσφέρει αίσθηση ελέγχου.
Η σκληρή μεταβίβαση εξουσίας
Οι εικόνες της ημέρας συμπύκνωσαν καλύτερα από κάθε δήλωση τη μετάβαση. Από τη μία πλευρά, ο Στάρμερ και η σύζυγός του, συγκινημένοι, στο τέλος μιας πρωθυπουργικής διαδρομής που έληξε πρόωρα. Από την άλλη, ο Άντι Μπέρναμ, χαμογελαστός, ανάμεσα σε εκατοντάδες βουλευτές των Εργατικών, να μοιάζει ήδη με τον άνθρωπο που όλοι θέλουν να πλησιάσουν.Στη βρετανική πολιτική, οι εικόνες αυτές μετρούν. Οι υπουργοί, οι κοινοβουλευτικοί παράγοντες, οι σύμβουλοι και οι επίδοξοι «επιζώντες» μιας κυβερνητικής αλλαγής ξέρουν να διαβάζουν τη φορά του ανέμου. Δεν χρειάζονται επίσημη ανακοίνωση για να αντιληφθούν πού μετακινείται το κέντρο βάρους.
Η παρουσία της υπουργού Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς στην εκδήλωση του Μπέρναμ είχε τη δική της σημασία. Δεν ήταν απλώς μια πολιτική εμφάνιση. Ήταν ένδειξη προσαρμογής. Λίγο νωρίτερα, δεν είχε εμφανιστεί έξω από την κατοικία της, στην Ντάουνινγκ Στριτ 11, όταν συνεργάτες και ορισμένοι υπουργοί χειροκροτούσαν τον Στάρμερ στην ανακοίνωση της αποχώρησής του. Στην πολιτική, τέτοιες απουσίες συχνά λένε περισσότερα από τις παρουσίες.
Η Ριβς έχει ένα επιχείρημα υπέρ της παραμονής της. Διατήρησε, σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, την εμπιστοσύνη των αγορών. Και ένας νέος πρωθυπουργός, χωρίς ακόμη δοκιμασμένο οικονομικό σχέδιο σε εθνικό επίπεδο, θα μπορούσε να χρειαστεί αυτό το σήμα σταθερότητας. Όμως το πρόβλημά της είναι πολιτικό. Έχει ταυτιστεί υπερβολικά με την κυβέρνηση Στάρμερ. Και οι νέοι ηγέτες σπανίως επιλέγουν να ξεκινήσουν κρατώντας στο κέντρο της οικονομικής πολιτικής ένα πρόσωπο που συμβολίζει την προηγούμενη εποχή.
Γι’ αυτό ήδη κυκλοφορούν σενάρια για αντικατάστασή της. Το όνομα του Γουές Στρίτινγκ ακούγεται, αν και ο ίδιος αρνείται ότι του έχει προσφερθεί το υπουργείο Οικονομικών. Η ίδια η φημολογία, όμως, δείχνει το κλίμα. Η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη αλλάξει και ήδη οι ρόλοι ξαναμοιράζονται.
Το παράδοξο Μπέρναμ
Η άνοδος του Μπέρναμ έχει κάτι σχεδόν παράδοξο. Ένας άνθρωπος που δεν ήταν καν υποψήφιος στις τελευταίες γενικές εκλογές και δεν ήταν βουλευτής μέχρι πριν από λίγες ημέρες, μπορεί να γίνει πρωθυπουργός μέσα στον επόμενο μήνα. Για τους υποστηρικτές του, αυτό είναι ένδειξη πολιτικής δυναμικής. Για τους επικριτές του, είναι σύμπτωμα πανικού.Ο Μπέρναμ έχει επιχειρήσει δύο φορές στο παρελθόν να πάρει την ηγεσία των Εργατικών και έχασε. Και μάλιστα έχασε από ηγέτες που στη συνέχεια δεν κατάφεραν να οδηγήσουν το κόμμα στην εξουσία - τον Εντ Μίλιμπαντ και τον Τζέρεμι Κόρμπιν. Αυτό το στοιχείο χρησιμοποιείται ήδη από αντιπάλους και δύσπιστους ως υπενθύμιση ότι η σημερινή του λάμψη δεν ακυρώνει το παρελθόν του. Σήμερα, ο Μπέρναμ μοιάζει με νικητή. Ο Στάρμερ μοιάζει με ηττημένο. Αυτό αρκεί για να αλλάξει η εσωκομματική γεωμετρία.
Ο πρώην δήμαρχος του Ευρύτερου Μάντσεστερ επιστρέφει στο προσκήνιο ως πολιτικός που κατάφερε να κερδίσει σε δύσκολη περιοχή, απέναντι στην πίεση του Reform UK. Αυτό έχει τεράστια σημασία για τους Εργατικούς. Το κόμμα δεν ψάχνει απλώς νέο αρχηγό. Ψάχνει έναν τρόπο να ανακόψει τη διείσδυση της λαϊκιστικής Δεξιάς σε εργατικές και μεταβιομηχανικές περιοχές, εκεί όπου η παραδοσιακή του βάση έχει διαβρωθεί.
Η νίκη του Μπέρναμ στο Μέικερφιλντ παρουσιάζεται έτσι ως απόδειξη εκλογικής αντοχής. Όμως εδώ βρίσκεται και η αδυναμία του. Η δημοφιλία του είναι πραγματική στο Ευρύτερο Μάντσεστερ. Δεν έχει όμως ακόμη δοκιμαστεί πλήρως σε εθνικό επίπεδο.
Άλλο πράγμα να είσαι «ο βασιλιάς του Βορρά». Άλλο να κυβερνάς το Ηνωμένο Βασίλειο.
Μέχρι στιγμής, ο Μπέρναμ έχει μιλήσει σε γενικές γραμμές. Ανάπτυξη. Κόστος ζωής. Δημόσιες υπηρεσίες. Στέγαση. Ευκαιρίες για τη νέα γενιά. Κανείς δεν μπορεί εύκολα να διαφωνήσει με αυτά. Αλλά οι πολιτικές ηγεσίες δεν κρίνονται από τους στόχους που διακηρύσσουν. Κρίνονται από το πώς σκοπεύουν να τους χρηματοδοτήσουν, ποιους θα δυσαρεστήσουν και ποια ρίσκα είναι διατεθειμένες να πάρουν.
Η μετάβαση μπορεί να γίνει τόσο γρήγορα ώστε ο Μπέρναμ να μην έχει την πολυτέλεια μιας μακράς προεκλογικής διαδρομής για να ξεδιπλώσει θέσεις, να διορθώσει ασάφειες και να προετοιμάσει το κοινό. Θα χρειαστεί να απαντήσει σχεδόν αμέσως σε ερωτήματα που ως δήμαρχος μπορούσε να αποφεύγει ή να αφήνει σε δεύτερο πλάνο.
Ποια είναι η οικονομική του γραμμή; Θα αυξήσει φόρους; Θα χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς; Θα συγκρουστεί με τις αγορές ή θα επιδιώξει να τις καθησυχάσει; Θα συνεχίσει τη γραμμή Στάρμερ με άλλο ύφος ή θα επιχειρήσει πραγματική πολιτική στροφή;
Αν όμως γίνει πρωθυπουργός, αυτά δεν θα είναι δευτερεύοντα θέματα. Θα είναι στην κορυφή του γραφείου του από την πρώτη ημέρα. Το πιο άμεσο ερώτημα αφορά τη σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η Βρετανία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει την Ουάσιγκτον. Ούτε όμως μπορεί να λειτουργεί ως απλό παράρτημα της αμερικανικής γραμμής. Ένας νέος Βρετανός πρωθυπουργός θα πρέπει να βρει ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση της ειδικής σχέσης και στην ανάγκη να προστατεύσει έναν βαθμό στρατηγικής αυτονομίας. Για τον Μπέρναμ, αυτή θα είναι άγνωστη περιοχή. Θα πρέπει να δείξει αν μπορεί να σταθεί σε ηγετικό επίπεδο δίπλα σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ως πεδίο συναλλαγής, πίεσης και προσωπικής ισχύος. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την άμυνα.
Οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις ζητούν περισσότερους πόρους. Η Ευρώπη πιέζεται να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την ασφάλειά της. Η Ρωσία παραμένει ενεργή απειλή. Η Ουκρανία εξακολουθεί να απορροφά στρατηγική ενέργεια και χρήμα. Σε αυτό το περιβάλλον, ένας πρωθυπουργός δεν μπορεί να μιλά γενικά για ασφάλεια. Πρέπει να πει πόσα θα δώσει, από πού θα τα βρει και τι θα κόψει αν χρειαστεί. Εδώ ο Μπέρναμ θα περάσει από την πολιτική γοητεία στη λογιστική της εξουσίας.
Γι’ αυτό εμφανίζεται η συζήτηση γύρω από τον Ντάρεν Τζόουνς. Κάποιοι βουλευτές θα ήθελαν μια υποψηφιότητα που να υποχρεώσει τον Μπέρναμ να ανοίξει τα χαρτιά του. Όχι απαραίτητα για να τον νικήσει. Αλλά για να υπάρξει διαδικασία, αντιπαράθεση, πρόγραμμα, ερωτήσεις και απαντήσεις. Οι φίλοι του Τζόουνς θεωρούν μάλλον απίθανο να κατέβει. Δεν το αποκλείει όμως ακόμη. Και αυτή η μικρή εκκρεμότητα αρκεί για να θυμίζει ότι η υπόθεση δεν έχει τελειώσει. Ο Μπέρναμ έχει σήμερα την ορμή. Αλλά η ορμή δεν είναι στρατηγική. Είναι καύσιμο και μάλιστα ένα που τελειώνει γρήγορα όταν μιλάμε για την Βρετανία.
Η Βρετανία μοιάζει να ετοιμάζεται για ακόμη μία γρήγορη αλλαγή στην κορυφή. Ο Στάρμερ αποχωρεί φθαρμένος. Οι Εργατικοί αναζητούν νικητή. Ο Μπέρναμ εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που μπορεί να επανασυνδέσει το κόμμα με περιοχές που αισθάνονται ότι εγκαταλείφθηκαν από το Λονδίνο και πολιορκούνται πολιτικά από το Reform UK. Όμως η γοητεία του Μπέρναμ στηρίζεται ακόμη περισσότερο στην εικόνα του παρά στο πλήρες περιεχόμενο της πολιτικής του. Είναι ο άνθρωπος που φαίνεται να κερδίζει, όχι ακόμη ο άνθρωπος που έχει εξηγήσει πώς θα κυβερνήσει.
Αυτό είναι το μεγάλο κενό της στιγμής.
Αν γίνει πρωθυπουργός, δεν θα έχει χρόνο προσαρμογής. Θα κληθεί αμέσως να απαντήσει στις αγορές, στις δημόσιες υπηρεσίες, στο κόμμα του, στον Τραμπ, στις ένοπλες δυνάμεις, στους ψηφοφόρους που φοβούνται το κόστος ζωής και σε εκείνους που στρέφονται προς το Reform UK.
Η εξουσία στο Γουέστμινστερ αλλάζει χέρια γρήγορα. Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος που ετοιμάζεται να την πάρει έχει ήδη καταλάβει πόσο βαριά είναι.
Άλλο πράγμα να είσαι «ο βασιλιάς του Βορρά». Άλλο να κυβερνάς το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το τρένο που φεύγει...
Πολλοί βουλευτές των Εργατικών μοιάζουν να κινούνται προς τον Μπέρναμ με τη λογική της αυτοσυντήρησης. Βλέπουν το τρένο να φεύγει από τον σταθμό και τρέχουν να ανέβουν. Το πρόβλημα είναι ότι δεν γνωρίζουν ακόμη με σαφήνεια πού πηγαίνει. Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα της υπόθεσης Μπέρναμ. Όχι αν έχει πολιτικό ένστικτο. Έχει. Όχι αν έχει δημόσια απήχηση. Έχει, τουλάχιστον στη βάση από την οποία έρχεται. Το ερώτημα είναι αν έχει έτοιμο κυβερνητικό σχέδιο για μια χώρα που βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομική κόπωση, κοινωνική δυσφορία, πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες, στεγαστική κρίση, μεταναστευτικό άγχος και αβέβαιη διεθνή θέση.Μέχρι στιγμής, ο Μπέρναμ έχει μιλήσει σε γενικές γραμμές. Ανάπτυξη. Κόστος ζωής. Δημόσιες υπηρεσίες. Στέγαση. Ευκαιρίες για τη νέα γενιά. Κανείς δεν μπορεί εύκολα να διαφωνήσει με αυτά. Αλλά οι πολιτικές ηγεσίες δεν κρίνονται από τους στόχους που διακηρύσσουν. Κρίνονται από το πώς σκοπεύουν να τους χρηματοδοτήσουν, ποιους θα δυσαρεστήσουν και ποια ρίσκα είναι διατεθειμένες να πάρουν.
Η μετάβαση μπορεί να γίνει τόσο γρήγορα ώστε ο Μπέρναμ να μην έχει την πολυτέλεια μιας μακράς προεκλογικής διαδρομής για να ξεδιπλώσει θέσεις, να διορθώσει ασάφειες και να προετοιμάσει το κοινό. Θα χρειαστεί να απαντήσει σχεδόν αμέσως σε ερωτήματα που ως δήμαρχος μπορούσε να αποφεύγει ή να αφήνει σε δεύτερο πλάνο.
Ποια είναι η οικονομική του γραμμή; Θα αυξήσει φόρους; Θα χαλαρώσει τους δημοσιονομικούς περιορισμούς; Θα συγκρουστεί με τις αγορές ή θα επιδιώξει να τις καθησυχάσει; Θα συνεχίσει τη γραμμή Στάρμερ με άλλο ύφος ή θα επιχειρήσει πραγματική πολιτική στροφή;
Η κενή σελίδα της εξωτερικής πολιτικής
Η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση αφορά την εξωτερική πολιτική. Μέχρι τις πρώτες ώρες της Παρασκευής, ο Μπέρναμ ήταν δήμαρχος. Δεν είχε λόγο να παρουσιάζει ολοκληρωμένες θέσεις για την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, την Κίνα, την ευρωπαϊκή ασφάλεια ή τη σχέση με τις ΗΠΑ.Αν όμως γίνει πρωθυπουργός, αυτά δεν θα είναι δευτερεύοντα θέματα. Θα είναι στην κορυφή του γραφείου του από την πρώτη ημέρα. Το πιο άμεσο ερώτημα αφορά τη σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ. Η Βρετανία δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει την Ουάσιγκτον. Ούτε όμως μπορεί να λειτουργεί ως απλό παράρτημα της αμερικανικής γραμμής. Ένας νέος Βρετανός πρωθυπουργός θα πρέπει να βρει ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση της ειδικής σχέσης και στην ανάγκη να προστατεύσει έναν βαθμό στρατηγικής αυτονομίας. Για τον Μπέρναμ, αυτή θα είναι άγνωστη περιοχή. Θα πρέπει να δείξει αν μπορεί να σταθεί σε ηγετικό επίπεδο δίπλα σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ως πεδίο συναλλαγής, πίεσης και προσωπικής ισχύος. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την άμυνα.
Οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις ζητούν περισσότερους πόρους. Η Ευρώπη πιέζεται να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την ασφάλειά της. Η Ρωσία παραμένει ενεργή απειλή. Η Ουκρανία εξακολουθεί να απορροφά στρατηγική ενέργεια και χρήμα. Σε αυτό το περιβάλλον, ένας πρωθυπουργός δεν μπορεί να μιλά γενικά για ασφάλεια. Πρέπει να πει πόσα θα δώσει, από πού θα τα βρει και τι θα κόψει αν χρειαστεί. Εδώ ο Μπέρναμ θα περάσει από την πολιτική γοητεία στη λογιστική της εξουσίας.
Ο κίνδυνος της «στέψης»
Το Εργατικό Κόμμα βρίσκεται μπροστά σε ένα λεπτό δίλημμα. Μια γρήγορη διαδοχή μπορεί να προσφέρει εικόνα ενότητας και να αφήσει για αργότερα έναν εσωκομματικό πόλεμο. Μπορεί όμως και να μοιάζει με στέψη. Και η εικόνα ενός νέου πρωθυπουργού που ανεβαίνει στην εξουσία χωρίς ουσιαστική εσωκομματική αντιπαράθεση, χωρίς καθαρό πρόγραμμα και χωρίς πρόσφατη εθνική εντολή μπορεί να αποδειχθεί πολιτικά ευάλωτη. Κάτι αντίστοιχο πλήρωσαν άλλωστε και οι Συντηρητικοί με τις αλλαγές στην δική τους περίπτωση να είναι σαρωτικές και χρονικά και σε επιλογές για μεγάλο μάλιστα διάστημα.Γι’ αυτό εμφανίζεται η συζήτηση γύρω από τον Ντάρεν Τζόουνς. Κάποιοι βουλευτές θα ήθελαν μια υποψηφιότητα που να υποχρεώσει τον Μπέρναμ να ανοίξει τα χαρτιά του. Όχι απαραίτητα για να τον νικήσει. Αλλά για να υπάρξει διαδικασία, αντιπαράθεση, πρόγραμμα, ερωτήσεις και απαντήσεις. Οι φίλοι του Τζόουνς θεωρούν μάλλον απίθανο να κατέβει. Δεν το αποκλείει όμως ακόμη. Και αυτή η μικρή εκκρεμότητα αρκεί για να θυμίζει ότι η υπόθεση δεν έχει τελειώσει. Ο Μπέρναμ έχει σήμερα την ορμή. Αλλά η ορμή δεν είναι στρατηγική. Είναι καύσιμο και μάλιστα ένα που τελειώνει γρήγορα όταν μιλάμε για την Βρετανία.
Η Βρετανία μοιάζει να ετοιμάζεται για ακόμη μία γρήγορη αλλαγή στην κορυφή. Ο Στάρμερ αποχωρεί φθαρμένος. Οι Εργατικοί αναζητούν νικητή. Ο Μπέρναμ εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που μπορεί να επανασυνδέσει το κόμμα με περιοχές που αισθάνονται ότι εγκαταλείφθηκαν από το Λονδίνο και πολιορκούνται πολιτικά από το Reform UK. Όμως η γοητεία του Μπέρναμ στηρίζεται ακόμη περισσότερο στην εικόνα του παρά στο πλήρες περιεχόμενο της πολιτικής του. Είναι ο άνθρωπος που φαίνεται να κερδίζει, όχι ακόμη ο άνθρωπος που έχει εξηγήσει πώς θα κυβερνήσει.
Αυτό είναι το μεγάλο κενό της στιγμής.
Αν γίνει πρωθυπουργός, δεν θα έχει χρόνο προσαρμογής. Θα κληθεί αμέσως να απαντήσει στις αγορές, στις δημόσιες υπηρεσίες, στο κόμμα του, στον Τραμπ, στις ένοπλες δυνάμεις, στους ψηφοφόρους που φοβούνται το κόστος ζωής και σε εκείνους που στρέφονται προς το Reform UK.
Η εξουσία στο Γουέστμινστερ αλλάζει χέρια γρήγορα. Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος που ετοιμάζεται να την πάρει έχει ήδη καταλάβει πόσο βαριά είναι.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr