Ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε με ορίζοντα τις τρεις ημέρες και ξεπέρασε σε διάρκεια τον Α' Παγκόσμιο - Οι ψευδαισθήσεις του Πούτιν
13.06.2026
16:26
Από τη... γρήγορη νίκη στη φθορά χωρίς ορατό τέλος - Το ερώτημα είναι για πόσο μπορεί η Δύση να στηρίζει την Ουκρανία, αλλά και πόσο μπορεί η Ρωσία να αντέχει έναν πόλεμο, που δεν της δίνει την αποφασιστική νίκη που υποσχέθηκε
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ξεκίνησε με μια βεβαιότητα στη Μόσχα: ότι θα ήταν σύντομος. Οτι το Κίεβο θα λύγιζε μέσα σε ημέρες. Οτι η ρωσική στρατιωτική μηχανή θα επέβαλλε τετελεσμένα πριν η Δύση προλάβει να οργανώσει ουσιαστική απάντηση. Σχεδόν τεσσεράμισι χρόνια μετά, αυτή η αρχική βεβαιότητα έχει μετατραπεί στο ακριβώς αντίθετό της. Σε έναν πόλεμο φθοράς, χωρίς καθαρό στρατιωτικό ορίζοντα, χωρίς διπλωματική διέξοδο και με κόστος που συνεχίζει να συσσωρεύεται και για τις δύο πλευρές.
Η συμπλήρωση 1.572 ημερών πολέμου δεν είναι απλώς ένα ημερολογιακό ορόσημο. Είναι ένα πολιτικό και ιστορικό σοκ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πλέον διαρκέσει περισσότερο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια σύγκρουση που, στη συλλογική μνήμη της Ευρώπης, ταυτίστηκε με τα χαρακώματα, τις μαζικές σφαγές, τα αδιέξοδα μέτωπα και τη γέννηση ενός νέου κόσμου μέσα από την καταστροφή.
Η σύγκριση, φυσικά, έχει όρια. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν παγκόσμιος σε κλίμακα, με εκατομμύρια στρατιώτες σε πολλά μέτωπα και με αυτοκρατορίες να καταρρέουν. Η Ουκρανία δεν υπήρχε τότε ως ανεξάρτητο κράτος. Οι αριθμοί των απωλειών δεν είναι συγκρίσιμοι με απόλυτους όρους. Το γεγονός όμως ότι ένας πόλεμος που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022 ως επιχείρηση ταχείας ανατροπής έχει ξεπεράσει χρονικά την πιο τραυματική σύγκρουση της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λέει κάτι βαθύτερο. Οχι μόνο για τη Ρωσία και την Ουκρανία, αλλά για την Ευρώπη συνολικά.
Για την Ουκρανία, η απόκρουση της πρώτης ρωσικής επίθεσης ήταν υπαρξιακή νίκη. Δεν ήταν, όμως, το τέλος της δοκιμασίας - το αντίθετο. Ηταν η αρχή ενός πολύ πιο σκληρού πολέμου. Ενός πολέμου στον οποίο η Ουκρανία απέδειξε ότι μπορεί και αντέχει, αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να αναγκάσει τη Ρωσία σε στρατηγική υποχώρηση.
Ετσι, το πεδίο μάχης μικραίνει και ταυτόχρονα απλώνεται. Οι στρατιώτες δεν συγκεντρώνονται πια σε μεγάλες γραμμές χαρακωμάτων. Κρύβονται σε μικρότερα, βαθύτερα καταφύγια. Σε λαγούμια λίγων ανθρώπων. Σε θέσεις που πρέπει να είναι αρκετά μικρές για να μην εντοπίζονται από ψηλά και αρκετά βαθιές για να αντέχουν πλήγματα. Η επιβίωση εξαρτάται από την ικανότητα απόκρυψης. Οχι μόνο από την αντοχή της οχύρωσης.
Ο πόλεμος έτσι θυμίζει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν τον αντιγράφει. Είναι κάτι πιο σύγχρονο και πιο ψυχρό. Ενας πόλεμος όπου η ανθρώπινη παρουσία στο πεδίο γίνεται ολοένα πιο ευάλωτη, επειδή το πεδίο παρακολουθείται σχεδόν διαρκώς.
Τα άρματα μάχης, που στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εμφανίστηκαν ως απάντηση στο αδιέξοδο των χαρακωμάτων, στην Ουκρανία βρέθηκαν και αυτά μπροστά σε νέο αδιέξοδο. Στα πρώτα χρόνια του πολέμου παρέμεναν κρίσιμο όπλο. Σήμερα χρησιμοποιούνται με πολύ μεγαλύτερη προσοχή. Το μέγεθός τους τα καθιστά εύκολους στόχους. Τα μεταλλικά κλουβιά και οι αυτοσχέδιες θωρακίσεις που τοποθετούνται πάνω τους δίνουν συχνά εικόνα οχήματος από μετα-αποκαλυπτική ταινία. Είναι μια ένδειξη προσαρμογής. Αλλά και μια παραδοχή ότι το κλασικό άρμα δεν κινείται πια με την ίδια ελευθερία.
Αυτή είναι η ουσία του ουκρανικού πολέμου ως εργαστηρίου. Δεν δείχνει μόνο πώς πολεμούν σήμερα δύο στρατοί. Δείχνει προς τα πού μετακινείται η ίδια η φύση του πολέμου. Η μαζικότητα δεν εξαφανίζεται. Οι απώλειες παραμένουν μαζικές, αλλά η τακτική στο πεδίο γίνεται πιο μικρή, πιο διασκορπισμένη, πιο τεχνολογικά εξαρτημένη.
Η συμπλήρωση 1.572 ημερών πολέμου δεν είναι απλώς ένα ημερολογιακό ορόσημο. Είναι ένα πολιτικό και ιστορικό σοκ. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πλέον διαρκέσει περισσότερο από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μια σύγκρουση που, στη συλλογική μνήμη της Ευρώπης, ταυτίστηκε με τα χαρακώματα, τις μαζικές σφαγές, τα αδιέξοδα μέτωπα και τη γέννηση ενός νέου κόσμου μέσα από την καταστροφή.
Η σύγκριση, φυσικά, έχει όρια. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν παγκόσμιος σε κλίμακα, με εκατομμύρια στρατιώτες σε πολλά μέτωπα και με αυτοκρατορίες να καταρρέουν. Η Ουκρανία δεν υπήρχε τότε ως ανεξάρτητο κράτος. Οι αριθμοί των απωλειών δεν είναι συγκρίσιμοι με απόλυτους όρους. Το γεγονός όμως ότι ένας πόλεμος που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022 ως επιχείρηση ταχείας ανατροπής έχει ξεπεράσει χρονικά την πιο τραυματική σύγκρουση της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λέει κάτι βαθύτερο. Οχι μόνο για τη Ρωσία και την Ουκρανία, αλλά για την Ευρώπη συνολικά.
Η αποτυχία της ρωσικής υπόθεσης
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία έχοντας οικοδομήσει την επιχείρηση πάνω σε μια σειρά από λανθασμένες παραδοχές. Υποτίμησε την αντοχή του ουκρανικού κράτους. Υποτίμησε την κοινωνική συνοχή της Ουκρανίας. Υποτίμησε την αποφασιστικότητα της Δύσης να στηρίξει το Κίεβο. Και υπερεκτίμησε την ικανότητα του ρωσικού στρατού να πετύχει γρήγορα πολιτικά αποτελέσματα με στρατιωτικά μέσα. Η πρώτη φάση του πολέμου ήταν, με αυτή την έννοια, καθοριστική. Οπως οι Γερμανοί το 1914 επιχείρησαν να φτάσουν γρήγορα στο Παρίσι, έτσι και οι ρωσικές δυνάμεις το 2022 κινήθηκαν με στόχο το Κίεβο. Και στις δύο περιπτώσεις, ο επιτιθέμενος πλησίασε το πολιτικό κέντρο του αντιπάλου, αλλά δεν μπόρεσε να το καταλάβει. Η αποτυχία της αρχικής επίθεσης άλλαξε τη φύση του πολέμου. Από πόλεμος ελιγμών έγινε πόλεμος θέσεων. Από επιχείρηση ταχείας νίκης έγινε μηχανισμός φθοράς. Αυτό είναι το πρώτο κρίσιμο σημείο. Η Ρωσία δεν απέτυχε μόνο να καταλάβει το Κίεβο. Απέτυχε να επιβάλει το χρονοδιάγραμμα του πολέμου. Και από τη στιγμή που έχασε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, μπήκε σε μια σύγκρουση όπου το μέγεθος, τα αποθέματα, η βιομηχανική παραγωγή, η αντοχή της κοινωνίας και η εξωτερική στήριξη έγιναν πιο σημαντικά από την αρχική ταχύτητα.Για την Ουκρανία, η απόκρουση της πρώτης ρωσικής επίθεσης ήταν υπαρξιακή νίκη. Δεν ήταν, όμως, το τέλος της δοκιμασίας - το αντίθετο. Ηταν η αρχή ενός πολύ πιο σκληρού πολέμου. Ενός πολέμου στον οποίο η Ουκρανία απέδειξε ότι μπορεί και αντέχει, αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να αναγκάσει τη Ρωσία σε στρατηγική υποχώρηση.
Τα χαρακώματα που επέστρεψαν - αλλά όχι όπως τα ξέραμε
Η εικόνα των ουκρανικών και ρωσικών στρατευμάτων σε χαρακώματα, μέσα στη λάσπη, κάτω από αδιάκοπα πυρά πυροβολικού, έκανε από νωρίς πολλούς αναλυτές να μιλήσουν για επιστροφή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σύγκριση δεν ήταν επικοινωνιακή υπερβολή. Στο Ντονμπάς, στο Μπαχμούτ, στην Αβντιίβκα, στο Ποκρόφσκ, η γραμμή του μετώπου πάγωσε σε έναν πόλεμο λίγων μέτρων, όπου κάθε προώθηση πληρωνόταν με δυσανάλογο κόστος. Οπως και πριν από έναν αιώνα, η ένταση της ισχύος πυρός ανάγκασε τους στρατούς να θαφτούν στο έδαφος. Το πυροβολικό υπήρξε ξανά ο μεγάλος ρυθμιστής του πεδίου. Οταν η επιφάνεια γίνεται θανάσιμη, ο στρατιώτης σκάβει. Το χώμα γίνεται άμυνα. Το βάθος γίνεται ζωή. Ομως εδώ εντοπίζεται και η μεγάλη διαφορά με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Ουκρανία, τα χαρακώματα δεν βάλλονται πλέον μόνο από οβίδες. Απειλούνται κυρίως από drones. Η τεχνολογία αυτή άλλαξε ξανά τη λογική του πολέμου. Στην αρχή, τα χαρακώματα πρόσφεραν σχετική προστασία από το πυροβολικό. Σήμερα, τα ανοιχτά συστήματα χαρακωμάτων μπορούν να γίνουν παγίδες. Τα drones βλέπουν, παρακολουθούν, διορθώνουν πυρά και χτυπούν με ακρίβεια.Ετσι, το πεδίο μάχης μικραίνει και ταυτόχρονα απλώνεται. Οι στρατιώτες δεν συγκεντρώνονται πια σε μεγάλες γραμμές χαρακωμάτων. Κρύβονται σε μικρότερα, βαθύτερα καταφύγια. Σε λαγούμια λίγων ανθρώπων. Σε θέσεις που πρέπει να είναι αρκετά μικρές για να μην εντοπίζονται από ψηλά και αρκετά βαθιές για να αντέχουν πλήγματα. Η επιβίωση εξαρτάται από την ικανότητα απόκρυψης. Οχι μόνο από την αντοχή της οχύρωσης.
Ο πόλεμος έτσι θυμίζει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν τον αντιγράφει. Είναι κάτι πιο σύγχρονο και πιο ψυχρό. Ενας πόλεμος όπου η ανθρώπινη παρουσία στο πεδίο γίνεται ολοένα πιο ευάλωτη, επειδή το πεδίο παρακολουθείται σχεδόν διαρκώς.
Η νέα «ζώνη θανάτου»
Η πιο μεγάλη αλλαγή είναι η δημιουργία μιας τεράστιας αμφισβητούμενης ζώνης ανάμεσα στις δύο πλευρές. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχε η νεκρή ζώνη ανάμεσα στα χαρακώματα. Στην Ουκρανία, αυτή η ζώνη έχει διευρυνθεί σε βάθος χιλιομέτρων. Δεν είναι πια ένας στενός χώρος ανάμεσα σε δύο γραμμές. Είναι ένα ολόκληρο πεδίο όπου κάθε κίνηση μπορεί να εντοπιστεί και να χτυπηθεί. Αυτό έχει αλλάξει ριζικά την τακτική. Οι μεγάλες επιθέσεις πεζικού, με κύματα στρατιωτών, είναι σχεδόν αδύνατες υπό το βλέμμα των drones. Ακόμη και μικρές ομάδες κινδυνεύουν να εντοπιστούν αμέσως. Γι’ αυτό οι επιθέσεις συχνά γίνονται από έναν ή δύο στρατιώτες. Η μάχη, σε πολλές περιπτώσεις, έχει κατακερματιστεί σε μικροσκοπικά επεισόδια θανάτου. Μία θέση. Ενα λαγούμι. Μία ομάδα. Ενα drone. Μία έκρηξη και η μόνη συνθήκη με εύρος ατελείωτο είναι ο ίδιος ο θάνατος.Τα άρματα μάχης, που στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εμφανίστηκαν ως απάντηση στο αδιέξοδο των χαρακωμάτων, στην Ουκρανία βρέθηκαν και αυτά μπροστά σε νέο αδιέξοδο. Στα πρώτα χρόνια του πολέμου παρέμεναν κρίσιμο όπλο. Σήμερα χρησιμοποιούνται με πολύ μεγαλύτερη προσοχή. Το μέγεθός τους τα καθιστά εύκολους στόχους. Τα μεταλλικά κλουβιά και οι αυτοσχέδιες θωρακίσεις που τοποθετούνται πάνω τους δίνουν συχνά εικόνα οχήματος από μετα-αποκαλυπτική ταινία. Είναι μια ένδειξη προσαρμογής. Αλλά και μια παραδοχή ότι το κλασικό άρμα δεν κινείται πια με την ίδια ελευθερία.
Αυτή είναι η ουσία του ουκρανικού πολέμου ως εργαστηρίου. Δεν δείχνει μόνο πώς πολεμούν σήμερα δύο στρατοί. Δείχνει προς τα πού μετακινείται η ίδια η φύση του πολέμου. Η μαζικότητα δεν εξαφανίζεται. Οι απώλειες παραμένουν μαζικές, αλλά η τακτική στο πεδίο γίνεται πιο μικρή, πιο διασκορπισμένη, πιο τεχνολογικά εξαρτημένη.
Η φθορά ως στρατηγική
Το πιο βαρύ στοιχείο της σύγκρισης με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι τα χαρακώματα. Είναι η φθορά. Η λογική ότι ο αντίπαλος δεν θα ηττηθεί απαραίτητα με ένα αποφασιστικό χτύπημα, αλλά με τη σταδιακή εξάντληση ανθρώπων, υλικών, οικονομίας και πολιτικής αντοχής.
Η Ρωσία έχει επιλέξει σε μεγάλο βαθμό αυτή τη λογική. Προχωρά αργά, με βαρύ τίμημα, αλλά συνεχίζει. Στόχος της δεν είναι μόνο να καταλάβει εδάφη. Είναι να πείσει την Ουκρανία και τη Δύση ότι ο χρόνος δουλεύει υπέρ της. Οτι μπορεί να απορροφήσει απώλειες. Οτι μπορεί να συνεχίσει να παράγει πυρομαχικά. Οτι μπορεί να μετατρέψει τον πόλεμο σε μια κανονικότητα την οποία οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν θα αντέξουν πολιτικά για πάντα.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, δεν έχει το δημογραφικό βάθος της Ρωσίας. Δεν μπορεί να αναπαράγει τη λογική των ατελείωτων μετωπικών επιθέσεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Γι’ αυτό επενδύει στη φθορά με άλλα μέσα. Με drones. Με χτυπήματα σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Με προσπάθεια να αυξήσει το οικονομικό κόστος της Μόσχας. Με στόχο όχι να καταστρέψει άμεσα τη Ρωσία, αλλά να περιορίσει την ικανότητά της να χρηματοδοτεί και να συντηρεί τον πόλεμο.
Εδώ υπάρχει ένας ακόμη παραλληλισμός με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε οι Σύμμαχοι συνέδεσαν τη στρατιωτική πίεση στα μέτωπα με την οικονομική πίεση κατά της Γερμανίας μέσω του ναυτικού αποκλεισμού. Σήμερα η Ουκρανία, χωρίς να διαθέτει αντίστοιχο στρατηγικό βάθος, επιχειρεί να μεταφέρει τον πόλεμο στη ρωσική οικονομική υποδομή. Το πετρέλαιο, τα διυλιστήρια, οι αποθήκες καυσίμων, οι γραμμές ανεφοδιασμού γίνονται μέρος της ίδιας μάχης.
Δεν πρόκειται για παράπλευρο μέτωπο. Είναι το βαθύτερο ερώτημα του πολέμου: ποιος θα αντέξει περισσότερο;
Ο πόλεμος έτσι παράγει μια παράδοξη εικόνα. Η γραμμή μπορεί να μετακινείται, αλλά το στρατηγικό αδιέξοδο παραμένει. Η Ρωσία δεν έχει πετύχει την πολιτική κατάρρευση της Ουκρανίας. Η Ουκρανία δεν έχει πετύχει την εκδίωξη της Ρωσίας από τα κατεχόμενα. Η Δύση στηρίζει, αλλά διστάζει να περάσει σε μορφές στήριξης που θα μπορούσαν να θεωρηθούν άμεση εμπλοκή. Και οι διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες ή αποσπασματικές.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Οχι ότι ο πόλεμος διαρκεί πολύ. Αλλά ότι έχει αποκτήσει μηχανισμό αυτοσυντήρησης.
Οπως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αναδιαμόρφωσε τη γεωπολιτική της Ευρώπης, έτσι και ο πόλεμος στην Ουκρανία ήδη αλλάζει τις ισορροπίες. Το ΝΑΤΟ απέκτησε νέα συνοχή, αλλά και νέες εξαρτήσεις. Η Ευρώπη ανακάλυψε ότι τα αποθέματά της σε πυρομαχικά δεν επαρκούν για πόλεμο μεγάλης διάρκειας. Η Ρωσία, παρά τις απώλειες και τις κυρώσεις, προσαρμόστηκε σε οικονομία πολέμου. Η Ουκρανία μετατράπηκε σε κεντρικό αμυντικό ανάχωμα της Ευρώπης, αλλά με κόστος που καμία κοινωνία δεν μπορεί να αντέχει επ’ αόριστον χωρίς συνέπειες.
Το πολιτικό ερώτημα είναι ήδη εδώ. Πόσο μπορεί να συνεχιστεί ένας πόλεμος χωρίς νίκη και χωρίς ειρήνη; Πόσο μπορεί η Δύση να στηρίζει την Ουκρανία με ρυθμό που δεν οδηγεί ούτε στην ήττα της ούτε απαραίτητα στη νίκη της; Και πόσο μπορεί η Ρωσία να αντέχει έναν πόλεμο που δεν της δίνει την αποφασιστική νίκη που υποσχέθηκε, αλλά της επιτρέπει να διατηρεί την πίεση;
Η απάντηση δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι πολιτική, οικονομική και κοινωνική. Στην Ουκρανία, πολλοί πολίτες πιστεύουν πλέον ότι ο πόλεμος δεν θα τελειώσει πριν από το επόμενο έτος. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, η σύγκρουση θα πλησιάσει σε ένα ακόμη ιστορικό όριο: τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και για πολλούς Ουκρανούς, το ρολόι δεν ξεκίνησε καν το 2022. Ξεκίνησε το 2014, με την κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, δεν έχει το δημογραφικό βάθος της Ρωσίας. Δεν μπορεί να αναπαράγει τη λογική των ατελείωτων μετωπικών επιθέσεων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Γι’ αυτό επενδύει στη φθορά με άλλα μέσα. Με drones. Με χτυπήματα σε ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Με προσπάθεια να αυξήσει το οικονομικό κόστος της Μόσχας. Με στόχο όχι να καταστρέψει άμεσα τη Ρωσία, αλλά να περιορίσει την ικανότητά της να χρηματοδοτεί και να συντηρεί τον πόλεμο.
Εδώ υπάρχει ένας ακόμη παραλληλισμός με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε οι Σύμμαχοι συνέδεσαν τη στρατιωτική πίεση στα μέτωπα με την οικονομική πίεση κατά της Γερμανίας μέσω του ναυτικού αποκλεισμού. Σήμερα η Ουκρανία, χωρίς να διαθέτει αντίστοιχο στρατηγικό βάθος, επιχειρεί να μεταφέρει τον πόλεμο στη ρωσική οικονομική υποδομή. Το πετρέλαιο, τα διυλιστήρια, οι αποθήκες καυσίμων, οι γραμμές ανεφοδιασμού γίνονται μέρος της ίδιας μάχης.
Δεν πρόκειται για παράπλευρο μέτωπο. Είναι το βαθύτερο ερώτημα του πολέμου: ποιος θα αντέξει περισσότερο;
Το Ποκρόφσκ και η ταχύτητα του αδιεξόδου
Η περίπτωση του Ποκρόφσκ συμπυκνώνει τη φύση αυτού του πολέμου. Η ρωσική προέλαση, σύμφωνα με αναλύσεις που επικαλείται το αγγλικό κείμενο, κινήθηκε με ρυθμό περίπου 75 γιάρδες την ημέρα. Δηλαδή πιο αργά ακόμη και από ορισμένες από τις πιο «καθηλωμένες» μάχες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως αυτή του Σομ. Αυτό το στοιχείο είναι αποκαλυπτικό. Η Ρωσία μπορεί να κερδίζει έδαφος. Αλλά το κερδίζει με ρυθμούς που δείχνουν όχι στρατηγική ευχέρεια, αλλά τρομακτική τριβή. Η Ουκρανία μπορεί να υποχωρεί ή να υποχωρούσε μέχρι πρότινος. Αλλά η υποχώρηση αυτή συνοδεύεται από προσπάθεια να καταστήσει κάθε ρωσικό μέτρο όσο το δυνατόν ακριβότερο.Ο πόλεμος έτσι παράγει μια παράδοξη εικόνα. Η γραμμή μπορεί να μετακινείται, αλλά το στρατηγικό αδιέξοδο παραμένει. Η Ρωσία δεν έχει πετύχει την πολιτική κατάρρευση της Ουκρανίας. Η Ουκρανία δεν έχει πετύχει την εκδίωξη της Ρωσίας από τα κατεχόμενα. Η Δύση στηρίζει, αλλά διστάζει να περάσει σε μορφές στήριξης που θα μπορούσαν να θεωρηθούν άμεση εμπλοκή. Και οι διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες ή αποσπασματικές.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Οχι ότι ο πόλεμος διαρκεί πολύ. Αλλά ότι έχει αποκτήσει μηχανισμό αυτοσυντήρησης.
Η Ευρώπη μπροστά σε νέο πόλεμο γενιάς
Η διάρκεια του πολέμου αναγκάζει την Ευρώπη να αναθεωρήσει σχεδόν τα πάντα. Την άμυνα. Τη βιομηχανική παραγωγή. Τη στρατηγική αυτονομία. Τη σχέση της με τις ΗΠΑ. Την αντίληψη ότι ένας μεγάλος συμβατικός πόλεμος στην ήπειρο ήταν ιστορικά ξεπερασμένος.Οπως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος αναδιαμόρφωσε τη γεωπολιτική της Ευρώπης, έτσι και ο πόλεμος στην Ουκρανία ήδη αλλάζει τις ισορροπίες. Το ΝΑΤΟ απέκτησε νέα συνοχή, αλλά και νέες εξαρτήσεις. Η Ευρώπη ανακάλυψε ότι τα αποθέματά της σε πυρομαχικά δεν επαρκούν για πόλεμο μεγάλης διάρκειας. Η Ρωσία, παρά τις απώλειες και τις κυρώσεις, προσαρμόστηκε σε οικονομία πολέμου. Η Ουκρανία μετατράπηκε σε κεντρικό αμυντικό ανάχωμα της Ευρώπης, αλλά με κόστος που καμία κοινωνία δεν μπορεί να αντέχει επ’ αόριστον χωρίς συνέπειες.
Το πολιτικό ερώτημα είναι ήδη εδώ. Πόσο μπορεί να συνεχιστεί ένας πόλεμος χωρίς νίκη και χωρίς ειρήνη; Πόσο μπορεί η Δύση να στηρίζει την Ουκρανία με ρυθμό που δεν οδηγεί ούτε στην ήττα της ούτε απαραίτητα στη νίκη της; Και πόσο μπορεί η Ρωσία να αντέχει έναν πόλεμο που δεν της δίνει την αποφασιστική νίκη που υποσχέθηκε, αλλά της επιτρέπει να διατηρεί την πίεση;
Η απάντηση δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι πολιτική, οικονομική και κοινωνική. Στην Ουκρανία, πολλοί πολίτες πιστεύουν πλέον ότι ο πόλεμος δεν θα τελειώσει πριν από το επόμενο έτος. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, η σύγκρουση θα πλησιάσει σε ένα ακόμη ιστορικό όριο: τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και για πολλούς Ουκρανούς, το ρολόι δεν ξεκίνησε καν το 2022. Ξεκίνησε το 2014, με την κατάληψη της Κριμαίας από τη Ρωσία.
Ο πόλεμος που άλλαξε τον χρόνο
Το πιο βαρύ συμπέρασμα είναι ότι ο χρόνος έχει γίνει πλέον όπλο. Για τη Ρωσία, χρόνος σημαίνει ελπίδα ότι η Ουκρανία θα εξαντληθεί και η Δύση θα κουραστεί. Για την Ουκρανία, χρόνος σημαίνει ανάγκη επιβίωσης, προσαρμογής και σταδιακής μεταφοράς του κόστους πίσω στη Ρωσία. Για την Ευρώπη, χρόνος σημαίνει καθυστέρηση αποφάσεων που κάποτε θεωρούνταν αδιανόητες: επανεξοπλισμός, αμυντική παραγωγή, στρατηγική αποτροπή, προετοιμασία για μια ήπειρο που δεν βρίσκεται πια σε μεταπολεμική ασφάλεια. Ο πόλεμος που ξεκίνησε με ορίζοντα τις τρεις ημέρες έχει ήδη ξεπεράσει χρονικά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή η φράση από μόνη της αρκεί για να δείξει το μέγεθος της ιστορικής αποτυχίας της αρχικής ρωσικής επιχείρησης. Αλλά δεν αρκεί για να περιγράψει το μέγεθος του κινδύνου σήμερα. Διότι η Ουκρανία δεν βρίσκεται απλώς σε έναν μακρύ πόλεμο. Βρίσκεται σε έναν πόλεμο που έχει μάθει να διαρκεί. Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Οι πόλεμοι που μαθαίνουν να διαρκούν, δύσκολα τελειώνουν με καθαρές λύσεις. Συνήθως τελειώνουν όταν μία πλευρά εξαντληθεί, όταν ένα πολιτικό σύστημα σπάσει ή όταν μια νέα ισορροπία γίνει αναπόφευκτη. Μέχρι τότε, η Ουκρανία θα παραμένει το πιο σκληρό πεδίο σύγκρουσης της σύγχρονης Ευρώπης. Ενας πόλεμος με μνήμη Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τεχνολογία του 21ου αιώνα και πολιτικό διακύβευμα που ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα της ίδιας της Ουκρανίας.Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr