«Δεν μπορούμε να αφήσουμε το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα», είπε ο Αμερικανός πρόεδρος - Την ώρα που η αναστολή πυρός παραβιάζεται στα Στενά, ο Αμερικανός πρόεδρος επείγεται να κλείσει το μέτωπο υπό τον φόβο να εμφανιστεί αποδυναμωμένος
Στο γεγονός ότι θα έχει μία μακρά συνομιλία με τον Σι Τζινπίνγκ για τον πόλεμο στο Ιράν κατά την επίσκεψή του στο Πεκίνο στάθηκε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατά την αναχώρησή του για την Κίνα, σημειώνοντας ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να μην αποκτήσει η Τεχεράνη πυρηνικά όπλα.
Τόνισε μάλιστα ότι ο Κινέζος πρόεδρος θα βοηθούσε την Ουάσινγκτον να βάλει τέλος στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. «Θα έχουμε μια μακρά συζήτηση για το θέμα αυτό. Πιστεύω ότι έχει συμπεριφερθεί μάλλον καλά», απάντησε ο Τραμπ σε ερώτηση δημοσιογράφου για τον πόλεμο, ενώ στη συνέχεια αρνήθηκε ότι το Ιράν θα είναι το κυρίαρχο θέμα στις συζητήσεις τους θέλοντας να δώσει το στίγμα ότι το θέμα του πολέμου είναι υπό έλεγχο. «Έχουμε πολλά πράγματα να συζητήσουμε, δεν θα έλεγα ότι το Ιράν είναι ένα από αυτά, για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, επειδή το Ιράν το ελέγχουμε σε μεγάλο βαθμό». Και συμπλήρωσε στη συνέχεια:
«Το Ιράν είτε θα κάνει το σωστό είτε θα τελειώσουμε τη δουλειά», προειδοποίησε, λέγοντας ακόμη: «Σκέφτομαι ένα πράγμα - δεν μπορούμε να αφήσουμε το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα».
Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, σημείωσε ακόμη, σε ό,τι αφορά την επίσκεψη στην Κίνα, πως θα ζητήσει ο Κινέζος ομόλογός του Σι Τζινπίνγκ «να ανοίξει» περισσότερο την οικονομία της Κίνας σε εταιρείες των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια των συνομιλιών που θα έχουν αύριο Πέμπτη και μεθαύριο Παρασκευή στο Πεκίνο.
«Θα ζητήσω από τον πρόεδρο Σι, απαράμιλλο ηγέτη, να ανοίξει την Κίνα ώστε λαμπροί άνθρωποι να μπορέσουν να κάνουν τα μαγικά τους και να ανεβάσουν τη Λαϊκή Δημοκρατία σε επίπεδο ακόμη υψηλότερο», ανέφερε ο κ. Τραμπ, προφανώς αναφερόμενος στους επικεφαλής επιχειρήσεων των ΗΠΑ που τον συνοδεύουν στο ταξίδι του.
Η ατζέντα στη συνάντηση Σι - Τραμπ
Πώς μπορεί να αντέξει μια εκεχειρία όταν, την ίδια στιγμή, ανταλλάσσονται πύραυλοι; Αυτό είναι πλέον το κεντρικό ερώτημα πίσω από την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να κλείσει τον πόλεμο με το Ιράν. Η τελευταία ανάφλεξη στα Στενά του Ορμούζ έδειξε ακριβώς το όριο της σημερινής κατάστασης.
Στα χαρτιά υπάρχει εκεχειρία. Στην πράξη, αμερικανικά πολεμικά πλοία περνούν από ένα από τα πιο επικίνδυνα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη σήμερα, ιρανικοί πύραυλοι και drones ενεργοποιούνται, η Ουάσινγκτον απαντά με πλήγματα και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στον Κόλπο μετρούν κάθε νέο επεισόδιο ως πιθανή αρχή μιας δεύτερης -ή τρίτης, καλύτερα- φάσης του πολέμου.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επιμένει ότι η εκεχειρία παραμένει ζωντανή και στη θέση της. Ωστόσο η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Μια εκεχειρία που χρειάζεται καθημερινή ερμηνεία, στρατιωτική αυτοσυγκράτηση και πολιτική κάλυψη δεν είναι -για να είμαστε ειλικρινείς- θεμέλιο ειρήνης.
Είναι προσωρινή αναστολή πυρός πάνω σε ενεργό πεδίο μάχης. Και όταν αυτό το πεδίο μάχης είναι το Ορμούζ, η διαφορά ανάμεσα σε περιορισμένη απάντηση και γενικευμένη σύγκρουση μπορεί να μετρηθεί σε λεπτά της ώρας…
Κινητικότητα
Αυτό ακριβώς πιέζει σήμερα τον Λευκό Οίκο. Ο Τραμπ δεν θέλει απλώς να σταματήσουν οι πύραυλοι. Θέλει να σταματήσει η εικόνα ενός πολέμου που δεν κλείνει. Θέλει να φτάσει στο Πεκίνο για τη συνάντηση της 14ης Μαΐου έχοντας μετατρέψει τον ιρανικό φάκελο από ανοιχτή στρατιωτική κρίση σε διαχειρίσιμη διπλωματική υπόθεση.
Οχι ως πρόεδρος που έστω και έμμεσα ζητά βοήθεια για να απεγκλωβιστεί από τη Μέση Ανατολή, αλλά ως ηγέτης που μπορεί να επιβάλει όρους, να σταθεροποιεί αγορές και να επαναφέρει την αμερικανική ισχύ στο κύριο στρατηγικό της πεδίο: τον Ινδο-Ειρηνικό.
Αυτό είναι και το πραγματικό υπόβαθρο της νέας κινητικότητας. Οι ΗΠΑ έχουν εντείνει την πίεση προς την Κίνα ώστε να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στην Τεχεράνη για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Την ίδια ώρα, ο Αμπάς Αραγτσί βρέθηκε στο Πεκίνο για συνομιλίες με τον Γουάνγκ Γι, λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση Τραμπ - Σι. Η χρονική σύμπτωση δεν είναι τυχαία. Είναι μέρος της διαπραγμάτευσης.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έχει μετατραπεί σε στρατηγικό βάρος για τον Τραμπ. Δεν είναι μόνο η πετρελαϊκή διάσταση. Είναι η εικόνα της αμερικανικής ισχύος.
Αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ φτάσει στο Πεκίνο με τα Στενά του Ορμούζ ακόμη κλειστά, «ημίκλειστα» ή στρατιωτικά ασταθή, θα έχει απέναντί του έναν Σι Τζινπίνγκ που μπορεί να τον ακούει όχι ως ισότιμο διαπραγματευτή, αλλά ως ηγέτη που χρειάζεται κινεζική μεσολάβηση για να περιορίσει μια κρίση την οποία η Ουάσινγκτον δεν κατάφερε να τελειώσει στρατιωτικά και είναι γεγονός πως ακόμη κι αν δεν ειπωθεί ποτέ ευθέως θα είναι πάντοτε στο τραπέζι σαν «σκιά» ισχύος. Η Τεχεράνη το γνωρίζει.
Γι’ αυτό και επιχειρεί να συρρικνώσει το πλαίσιο της συμφωνίας. Από τους αρχικούς μέγιστους στόχους -πυρηνικός περιορισμός, στρατιωτική αποδυνάμωση, ασφαλής ναυσιπλοΐα, αναδιάταξη του ιρανικού ρόλου στην περιοχή- η συζήτηση μετακινείται τώρα σε κάτι πολύ πιο στενό: άνοιγμα του Ορμούζ, πάγωμα της κλιμάκωσης, επιστροφή σε μελλοντικές συνομιλίες για τα πυρηνικά.
Με απλά λόγια, το Ιράν προσπαθεί να πουλήσει στον Τραμπ αυτό που εκείνο χρειάζεται επειγόντως πριν από το Πεκίνο: μια έξοδο. Οχι νίκη. Εξοδο. Το πιο σοβαρό όμως πρόβλημα για την Ουάσινγκτον δεν βρίσκεται στον Περσικό Κόλπο. Βρίσκεται στον Ειρηνικό. Ο πόλεμος με το Ιράν έχει ήδη απορροφήσει ναυτικές, αεροπορικές και πυραυλικές δυνατότητες που οι ΗΠΑ θα ήθελαν να κρατούν διαθέσιμες για την αποτροπή της Κίνας.
Η απουσία αμερικανικού αεροπλανοφόρου από τον Ειρηνικό για πάνω από δύο μήνες δεν είναι απλώς επιχειρησιακή λεπτομέρεια. Είναι πολιτικό μήνυμα. Δείχνει ότι η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να τραβά την Αμερική πίσω σε ένα θέατρο όπου η Ουάσινγκτον προσπαθεί εδώ και χρόνια να υποβαθμίσει στρατηγικά. Τα αποθέματα πυρομαχικών, η ανάγκη συντήρησης του Πολεμικού Ναυτικού, η φθορά των συστημάτων αεράμυνας και η πίεση στους ρυθμούς παραγωγής δεν είναι αφηρημένες έννοιες.
Είναι ο σκληρός πυρήνας της αποτροπής. Αν οι ΗΠΑ έχουν καταναλώσει κρίσιμες δυνατότητες στη Μέση Ανατολή, η αξιοπιστία τους απέναντι στην Κίνα για την Ταϊβάν, την Ιαπωνία, τις Φιλιππίνες και τη Νότια Σινική Θάλασσα αποδυναμώνεται. Αυτό είναι το σημείο όπου η κρίση με το Ιράν παύει να είναι περιφερειακή. Γίνεται παγκόσμια.
Θέση ανάγκης
Ο Σι Τζινπίνγκ θα προτιμούσε να υποδεχθεί τον Τραμπ με τον πόλεμο ανοιχτό. Οχι επειδή θέλει αναγκαστικά πλήρη αποσταθεροποίηση του Κόλπου -άλλωστε η Κίνα εξαρτάται ενεργειακά από τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω της περιοχής- αλλά επειδή ένας Τραμπ εγκλωβισμένος στο Ιράν είναι ένας Τραμπ με μικρότερη διαπραγματευτική ελευθερία.
Το Πεκίνο μπορεί τότε να εμφανιστεί ως ο υπεύθυνος παίκτης. Να μιλήσει για σταθερότητα. Να πιέσει υπέρ της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Να εμφανιστεί ως δύναμη που συνομιλεί με όλους - με την Τεχεράνη, τη Μόσχα, τις χώρες του Κόλπου και την Ουάσινγκτον. Και ταυτόχρονα να συνεχίσει το παγκόσμιο αφήγημά του: ότι οι ΗΠΑ προκαλούν κρίσεις και η Κίνα τις διαχειρίζεται.
Η συνάντηση του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών με τον Κινέζο ομόλογό του στο Πεκίνο, λίγες ημέρες πριν από την άφιξη Τραμπ, δεν είναι τυχαία. Είναι διπλωματικό σκηνικό.
Η Κίνα θέλει να φαίνεται παρούσα στην κρίση. Το Ιράν θέλει να δείχνει ότι δεν είναι απομονωμένο. Και ο Τραμπ θέλει να αποφύγει να ζητήσει από τον Σι αυτό που πολιτικά θα του κόστιζε περισσότερο: να τον βοηθήσει να τελειώσει έναν πόλεμο που ο ίδιος άνοιξε.
Η Ταϊβάν και ο άλλος στόχος
Το δεύτερο μεγάλο πεδίο είναι η Ταϊβάν. Ο Σι θα επιχειρήσει -σχεδόν βέβαιο- να αποσπάσει από τον Τραμπ κάποια φραστική μετατόπιση στην αμερικανική θέση.
Το Πεκίνο πιέζει εδώ και χρόνια ώστε οι ΗΠΑ να περάσουν από τη διατύπωση ότι «δεν υποστηρίζουμε» την ανεξαρτησία της Ταϊβάν σε κάτι πολύ ισχυρότερο: ότι «αντιτιθέμεθα» σε αυτήν.
Η διαφορά μοιάζει τεχνική. Δεν είναι. Στη διπλωματία της Ταϊβάν κάθε λέξη λειτουργεί ως όριο ασφαλείας. Το «δεν υποστηρίζουμε» αφήνει χώρο στην αμερικανική στρατηγική ασάφεια.
Το «αντιτιθέμεθα» θα έδινε στο Πεκίνο πολύτιμο πολιτικό κέρδος διότι θα μπορούσε να το παρουσιάσει ως αμερικανική αναγνώριση ότι η ανεξαρτησία της Ταϊβάν είναι απαράδεκτη επιλογή.
Μέχρι τώρα, ο Τραμπ δεν έχει κάνει αυτή τη μετατόπιση. Ωστόσο, έχει ήδη δείξει προθυμία να περιορίσει τις εντάσεις με την Κίνα πριν από τη σύνοδο.
Η συζήτηση γύρω από τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, οι ανησυχίες στην Ταϊπέι για τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ χειρίζεται το ζήτημα και η προσδοκία ότι η Ταϊβάν θα βρίσκεται στην ατζέντα της συνάντησης δείχνουν πόσο εύφλεκτο είναι το πεδίο.
Ο Τραμπ πηγαίνει στο Πεκίνο και με έναν δεύτερο στόχο: να σταθεροποιήσει την οικονομική σχέση με την Κίνα μετά την περσινή σύγκρουση για τους δασμούς και τα κρίσιμα ορυκτά. Θέλει αγορές αμερικανικών προϊόντων. Θέλει αεροσκάφη. Θέλει έναν μηχανισμό διαχείρισης εμπορικών και επενδυτικών διαφορών που θα του επιτρέψει να παρουσιάσει τη σύνοδο ως συμφωνία σταθερότητας, όχι ως υποχώρηση.
Για να το κάνει, όμως, αυτό χρειάζεται χώρο. Δεν μπορεί να διαπραγματεύεται εμπορικά ανταλλάγματα με τον Σι, ενώ ταυτόχρονα ζητά κινεζική βοήθεια για το Ιράν, ανοχή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και πίεση προς την Τεχεράνη. Σε μια τέτοια συνθήκη κάθε κινεζική παραχώρηση θα έχει αντίτιμο. Και το αντίτιμο μπορεί να είναι εμπορικό, τεχνολογικό ή γεωπολιτικό.
Το Πεκίνο ξέρει να συνδέει φακέλους. Η Ταϊβάν, οι δασμοί, τα κρίσιμα ορυκτά, οι ημιαγωγοί, η Νότια Σινική Θάλασσα και το Ιράν δεν είναι ξεχωριστά κεφάλαια για τον Σι, αλλά ένα ενιαίο παζάρι ισχύος.
Παράθυρο ευκαιρίας
Για την Τεχεράνη, το χρονοδιάγραμμα είναι σχεδόν ιδανικό. Ξέρει ότι ο Τραμπ χρειάζεται αποκλιμάκωση προτού φτάσει στο Πεκίνο. Ξέρει ότι η Κίνα δεν θέλει πλήρη κατάρρευση των ενεργειακών ροών. Ξέρει επίσης ότι οι χώρες του Κόλπου, η Ινδία και η Ευρώπη πιέζουν για επαναφορά της ναυσιπλοΐας. Αυτό δίνει στο Ιράν περιθώριο να κατεβάσει τον πήχη της συμφωνίας. Οχι να αποδεχθεί μια αμερικανική νίκη, αλλά να προσφέρει ένα περιορισμένο πακέτο: σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, αποφυγή νέων επιθέσεων, έμμεσες εγγυήσεις μέσω τρίτων και μετάθεση των πιο δύσκολων πυρηνικών θεμάτων για αργότερα.
Η Ουάσινγκτον μπορεί να το παρουσιάσει ως επιτυχία. Η Τεχεράνη μπορεί να το παρουσιάσει ως αντοχή. Η Κίνα μπορεί να το παρουσιάσει ως απόδειξη ότι χωρίς αυτή δεν λύνονται οι κρίσεις του 21ου αιώνα. Αυτός είναι ο κίνδυνος για τον Τραμπ. Να πάρει μια συμφωνία αρκετή για να σταματήσει ο πόλεμος, αλλά όχι αρκετή για να δικαιώσει τον πόλεμο που ο ίδιος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.
Δύσκολη εξίσωση
Στην πραγματικότητα, η μάχη δεν αφορά μόνο τους όρους του Ιράν, αλλά τη θέση των ΗΠΑ στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Η Ουάσινγκτον ξεκίνησε τον πόλεμο με στόχο να δείξει ότι μπορεί να επιβάλει στρατηγική πειθαρχία στην Τεχεράνη. Τώρα, όμως, κινδυνεύει να τον κλείσει επειδή χρειάζεται να αποκαταστήσει την ελευθερία κινήσεων απέναντι στην Κίνα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Τραμπ έχει χάσει. Σημαίνει όμως ότι η κλίμακα της αναμέτρησης άλλαξε. Η Μέση Ανατολή, για άλλη μία φορά, λειτούργησε ως μαύρη τρύπα αμερικανικής ισχύος.
Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ για να κερδίσει πόντους. Αρκεί να τις δει να φτάνουν εξαντλημένες σε ένα τραπέζι όπου εκείνο έχει περισσότερες επιλογές, περισσότερη υπομονή και λιγότερη έκθεση. Η προσπάθεια να κλείσει ο πόλεμος με το Ιράν πριν από τη Σύνοδο του Πεκίνου δεν είναι ένδειξη ξαφνικής διπλωματικής ωριμότητας. Είναι αναγνώριση στρατηγικού κόστους.
Ο Τραμπ χρειάζεται μια συμφωνία γιατί δεν θέλει να καθίσει απέναντι στον Σι Τζινπίνγκ ως πρόεδρος που ζητά βοήθεια για να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη περισσότερο, δεν θέλει να φτάσει στο Πεκίνο με μια εκεχειρία που υπάρχει μόνο στα ανακοινωθέντα, ενώ στο πεδίο εξακολουθούν να πέφτουν πύραυλοι. Οι Ιρανοί το γνωρίζουν. Οι Κινέζοι το γνωρίζουν ακόμη καλύτερα. Γι’ αυτό οι όροι πέφτουν. Γι’ αυτό οι αρχικοί πολεμικοί στόχοι στενεύουν. Και γι’ αυτό η τελική συμφωνία, αν υπάρξει, θα πρέπει να διαβαστεί όχι μόνο ως κατάληξη του πολέμου με το Ιράν, αλλά ως πρόλογος της επόμενης φάσης στον ανταγωνισμό ΗΠΑ - Κίνας.