Μαγκιά και λαϊκή καρδιά

Την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο έπαιζε τάβλι. Τη δεύτερη, όταν του ζήτησα τη διεύθυνσή του για να κάνουμε τη συνέντευξη, μου είπε: «Εγώ δεν είμαι σπιτόγατος, αλλά παιδί της νύχτας». Τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα βρήκα το θάρρος να τον ρωτήσω γιατί δεν του έκαναν καμιά πρόταση για συνεργασία σε πίστα: «Φυσικά μου έκαναν. Ολοι ήθελαν συνεργασία. Εγώ δεν θέλω. Δεν ταιριάζω με τους ποπ. Να το γράψεις: ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι είδωλο»    

Την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο έπαιζε τάβλι. Τη δεύτερη, όταν του ζήτησα τη διεύθυνσή του για να κάνουμε τη συνέντευξη, μου είπε: «Εγώ δεν είμαι σπιτόγατος, αλλά παιδί της νύχτας». Τη στιγμή που τον αποχαιρετούσα βρήκα το θάρρος να τον ρωτήσω γιατί δεν του έκαναν καμιά πρόταση για συνεργασία σε πίστα: «Φυσικά μου έκαναν. Ολοι ήθελαν συνεργασία. Εγώ δεν θέλω. Δεν ταιριάζω με τους ποπ. Να το γράψεις: ο Γιώργος Μαργαρίτης είναι είδωλο»

«Από πού είσαι;», με ρωτά με το που με βλέπει. Συνήθως στις συνεντεύξεις τις ερωτήσεις τις κάνει ο δημοσιογράφος, όχι όμως όταν συνομιλητής σου είναι ο Γιώργος Μαργαρίτης. Δεν προλαβαίνεις να του δώσεις απάντηση και αρχίζει το ταξίδι στη χώρα των αναμνήσεων: «Τι μου θύμισες τώρα… Το 1983 το ξέσκισα το “Palais”»… και αρχίζει να μου τραγουδά το «Μα τι λέω». «Και στη “Νεράιδα”, όμως, σκίσαμε με το Τζενάκι μου (σ.σ.: την Τζένη Βάνου), αλλά και στη “Λεωφόρο” με τη Ρίτα», συνεχίζει τον απολαυστικό μονόλογό του παίζοντας το μπεγλέρι του.



«Κοίτα, εγώ είμαι της τρικαλινής σχολής, στα 13 είχα μείνει στην ίδια τάξη. Ανάποδο, άτακτο, φευγάτο παιδί, δεν με κρατούσε το σπίτι», λέει κλείνοντάς μου το μάτι και συνεχίζει: «Εξι παιδιά έκανε ο πατέρας μου, πέντε δηλαδή, ο ένας χάθηκε από πείνα. Τέσσερα αγόρια και δύο τσούπρες. Συνέχεια με έψαχνε ο κυρ Κώστας (σ.σ.: ο πατέρας του) βλέπεις το σαράκι μου για το τραγούδι δεν με άφηνε να κάτσω ήσυχος. Ο πατέρας μου έπαιζε φλογέρα. Εγώ από την άλλη, στα 7 μου τραγουδούσα καημούς που άκουγα στα γραμμόφωνα. Ξέρεις ότι σαν σήμερα γεννήθηκε και πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης; Εφαγα ψωμάκι από τα τραγούδια του». Οχι, η συγκεκριμένη δεν είναι μια γραμμική εξιστόρηση. Τα γαλάζια μάτια του υγραίνονται.

«Ο πατέρας μου είχε έναν κοινό φίλο με τον Τσιτσάνη. Συναντηθήκαμε στο καφενείο των αδελφών του στα Τρίκαλα, του μπάρμπα Νίκου και του Χρήστου. Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν χαμηλών τόνων, μιλούσε και σιγά, αλλά έπαιζε ένα γλυκό μπουζούκι. Ηθελα μόνο να τον ακούω και να τον βλέπω να παίζει. Σιγά μην ήθελε ο πατέρας μου να γίνω τραγουδιστής. Τότε δεν μπορούσες όχι να φτιάξεις οικογένεια με αυτό το επάγγελμα, αλλά ούτε να ζήσεις τον εαυτό σου. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου είχε απλά κάτι χωραφάκια. Λοιπόν, όπως έλεγα, μου υπέγραψε σύσταση ο Βασίλης Τσιτσάνης μόλις με άκουσε. Αν ντρεπόμουν; Ετρεμα από ντροπή. Ο ίδιος βέβαια δεν ήξερε γράμματα και μόλις μου είπε: “Ξέρεις γράμματα, να τη γράψεις κι όταν μεγαλώσεις έλα να με βρεις” άλλαξε ο κόσμος μου. Δεν ήμουν ούτε καν 15 χρονών όταν μπήκα στο τρένο και ήρθα, με το ένα δάχτυλο του ποδιού να βγαίνει έξω από το παπούτσι, στην Αθήνα. Το πρώτο μακρύ παντελόνι που φόρεσα μου το έσκισε ένας σκύλος. Ευτυχώς δεν με δάγκωσε. Εμενα σε ένα συχωριανάκι μου στο Κορωπί. Δύο χρόνια έκανα τον εργάτη. Είχα τύχη όμως. Πήγα φαντάρος και μετά το στρατιωτικό, 24 χρονών άντρας πια, τραγουδώ στο “Ηλιοβασίλεμα”, με φίρμα τότε τον Οδυσσέα Μοσχονά. Ανοιγα το πρόγραμμα. Το κουστουμάκι μου μου το είχε ράψει ένας φίλος, ο Αγγελος Αρναούτης. Αυτός μεσολάβησε για την παντρειά με το μαγαζί. Με πίστευαν οι φίλοι μου. Μου δίνανε όλα τα λεφτά τους. Είχα μια κοπέλα, πέθανε η καημένη, που μου είχε δώσει όλες τις οικονομίες της σε χαρτοσακούλα.



Ο Μοσχονάς, σοβαρός άνθρωπος, ερχόταν νωρίς και με παρακολουθούσε με προσοχή. Εγώ δεν ήμουν παρά ένα φοβισμένο και ντροπαλό παιδί. Μου είχε γράψει και τραγούδι. Μάλιστα δεν πήγαινε καθόλου τους γιεγιέδες, που τότε ήθελαν να μας φάνε τη δουλειά. Εκαναν ζημιά στο λαϊκό τραγούδι. Ακου στίχο: “…ένα στρέμμα φαβορίτα για χατίρι σου θ’ αφήσω και τα φτωχογιεγιεδάκια θα τα εξαφανίσω”. Δεν είναι δισκογραφημένο. Στη συνέχεια υπηρέτησα το λαϊκό τραγούδι σε μικρομάγαζα και ταβερνούλες. Δεν είχα τότε πάρε-δώσε με τα βαρβάτα μαγαζιά». Αραγε πήγε σε ωδείο; «Ή το ’χεις από τη μάνα σου ή δεν το ’χεις καθόλου. Δεν σου φτιάχνουν φωνή τα ωδεία. Εγώ δεν ήθελα τα μικρόφωνα. Είμαι μερακλής τραγουδιστής. Τη μισή φωνή την τρώω, την καταπίνω, για να μην ενοχλήσω τον κόσμο. Πρώτη δισκογραφία έκανα το 1981. Τίτλος “Ακου τι θα πω”. “Ακου τι θα πω και να μου το θυμάσαι, δυο κουβέντες μόνο σταράτες κι απλές. Αν με χάσεις πάλι, εσύ θα λυπάσαι κι εσύ πικρά θα κλαις”. Είπα τότε έναν αμανέ, το “Σαν κι απόψε”, και με πήρε ο Μοσχονάς μετά από 15 χρόνια να μου πει “μπράβο”». Κάποιοι τον αποκαλούν «Ελληνα Τζόνι Κας». «Οχι, Μαργκάρετ με λένε, γιατί ζητούσα από την ορχήστρα ρυθμικά παιξίματα του εξωτερικού», μου απαντά. Παντρεύτηκε αργά; «Ναι, δεν ήμουν έτοιμος για οικογένεια. Είχα παντρευτεί το τραγούδι. Είμαι 22 χρόνια παντρεμένος τώρα». Ο λόγος που έμπλεξε με τον τζόγο; «Εγώ έμπλεξα τότε που δεν είχα τι να χάσω, κάτι ψιλά μεροκάματα. Οταν έγινα γνωστός το σταμάτησα το παιχνίδι».



Γιατί μπήκε στη ζωή του το ποτό; «Είναι κομμάτι της νύχτας. Δεν γλιτώνεις αν θέλεις να βγάλεις τη βραδιά. Κατέστρεψα το στομάχι μου». Και με τα βαριά τσιγάρα τι γίνεται; «Ναι, εγώ δεν κάπνιζα, έπινα, αλλά δεν χρωστούσε ο κόσμος τίποτα να μην ακούει καθαρό Μαργαρίτη. Σαράντα χρόνια κάπνιζα και το έκοψα μαχαίρι». Τώρα ζει πολυτελώς; «Εμείς ζήσαμε άσχημες εποχές. Οταν έβγαλα χρήματα, πήρα και ένα καλό αμάξι. Πενήντα χρόνια δουλεύω. Δεν τα έκλεψα». Ποιο τραγούδι αγαπάει; «Το “O τελευταίος πυρετός” του Ακη Πάνου. Ο στίχος “Μου λένε κοίτα και την πλάτη μου γυρνάω” είναι αριστούργημα».  Ετοιμάζει νέο δίσκο με τους «εντεχνοσπουδαίους». «Θα μου γράψουν κομμάτια οι της άλλης πλευράς, Μαχαιρίτσας και Σταρόβας, αλλά όταν τα λέω εγώ γίνονται “μαργαρίτικα”», λέει. Απωθημένα έχει; «Φυσικά, και παράπονα. Είμαι, όμως, μια χαρά και δεν θα βγάλω κακίες. Δεν το έκανα μικρός και θα το κάνω τώρα; Δεν είναι καλά πράγματα αυτά να σας τα πω». Τι τον στενοχωρεί σήμερα; «Εχει κοπεί η καλημέρα. Αγρίεψε ο κόσμος». Τον τρόμαξε ποτέ η νύχτα; «Κλονίστηκα κάποιες φορές. Η νύχτα είναι παγερή και σιγοψιχαλίζει κινδύνους. Μην την κάνεις τη μαγκιά». Οταν σχηματίζεις το νούμερο του τηλεφώνου του, ακούς το «Από κάτω απ’ το ραδίκι», του Ζαμπέτα. «Ε, τι θα έβαζα, τον εαυτό μου να τραγουδάει; Τι είμαι, ψώνιο;».


Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr