Χάρι Χουντίνι: Η ζωή του θρυλικού μάγου που αψηφούσε τον θάνατο, οι παράτολμες αποδράσεις και το τραγικό τέλος του στα 52 του
31.10.202609:48
Εκατό χρόνια συμπληρώνονται από τον θάνατο του Χάρι Χουντίνι, του ταχυδακτυλουργού που έγινε διάσημος για τις παράτολμες αποδράσεις του από χειροπέδες, κλειδωμένα κελιά και δεξαμενές γεμάτες νερό
Είχε καταφέρει να απελευθερωθεί από δεκάδες χειροπέδες, να δραπετεύσει από κλειδωμένα κελιά φυλακών, να βγει ζωντανός από δεξαμενές γεμάτες νερό και να ξεφύγει από αλυσίδες που θα μπορούσαν να αποδειχθούν μοιραίες για οποιονδήποτε άλλο. Για εκατομμύρια θεατές, ο Χάρι Χουντίνι έμοιαζε με άνθρωπο που μπορούσε να ξεπεράσει ακόμη και τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Ωστόσο, μια μέρα σαν τη σημερινή, στις 31 Οκτωβρίου 1926, ο διασημότερος ταχυδακτυλουργός και μετρ των αποδράσεων της εποχής του άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο του Ντιτρόιτ, σε ηλικία μόλις 52 ετών.
Ο άνθρωπος που είχε χτίσει ολόκληρη την καριέρα του πάνω σε παράτολμα εγχειρήματα, κρατώντας το κοινό με κομμένη την ανάσα, δεν κατάφερε τελικά να ξεφύγει από τη μοίρα του.
Εκατό χρόνια αργότερα, η ζωή και η πορεία του εξακολουθούν να προκαλούν ενδιαφέρον, όχι μόνο για τα εντυπωσιακά κατορθώματά του, αλλά και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφυγε από τη ζωή, οι οποίες τροφοδότησαν θεωρίες και εικασίες για δεκαετίες.
Από τη Βουδαπέστη στην Αμερική
Ο Χάρι Χουντίνι γεννήθηκε στις 24 Μαρτίου 1874 στη Βουδαπέστη, με το όνομα Έριχ Βάις. Ήταν γιος του ραβίνου Μάγερ Σάμουελ Βάις και της Σεσίλια Στάινερ, μέλος μιας πολυμελούς εβραϊκής οικογένειας που αναζητούσε καλύτερες συνθήκες ζωής.
Το 1878, όταν ήταν τεσσάρων ετών, η οικογένεια μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαταστάθηκε στο Άπλετον του Ουισκόνσιν. Τα οικονομικά προβλήματα, ωστόσο, δεν τελείωσαν με τη μετακόμιση. Ο πατέρας του δυσκολευόταν να εξασφαλίσει σταθερή εργασία και ο μικρός Έριχ αναγκάστηκε από νωρίς να αναζητήσει τρόπους να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του.
Από παιδί έδειχνε ιδιαίτερη ευλυγισία, σωματική δύναμη και ενδιαφέρον για τα ακροβατικά. Σε ηλικία εννέα ετών εμφανιζόταν ήδη ως ακροβάτης, χρησιμοποιώντας το καλλιτεχνικό όνομα «Έριχ, ο πρίγκιπας του αέρα».
Η ζωή του άλλαξε όταν ανακάλυψε την τέχνη της ταχυδακτυλουργίας. Επηρεασμένος από τον διάσημο Γάλλο μάγο Ζαν Εζέν Ρομπέρ-Ουντέν, επέλεξε το επώνυμο Χουντίνι. Το όνομα Χάρι καθιερώθηκε λίγο αργότερα, δημιουργώντας την καλλιτεχνική ταυτότητα με την οποία θα γινόταν γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο.
Η γυναίκα που βρισκόταν πίσω από τα πιο διάσημα κόλπα του
Το 1894 παντρεύτηκε τη Βιλελμίνε Μπεατρίς Ράνερ, γνωστή ως Μπες, η οποία έγινε σύντροφός του στη ζωή και στη σκηνή.
Οι δυο τους ξεκίνησαν να περιοδεύουν με μικρούς θιάσους και παραστάσεις βαριετέ, προσπαθώντας να κερδίσουν την προσοχή του κοινού. Ένα από τα πρώτα εντυπωσιακά τους νούμερα ήταν η «Μεταμόρφωση».
Ο Χουντίνι δενόταν και κλειδωνόταν μέσα σε έναν σάκο, ο οποίος τοποθετούνταν σε ένα μεγάλο μπαούλο. Η Μπες στεκόταν από πάνω του και, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, οι δύο καλλιτέχνες άλλαζαν θέσεις με τρόπο που έμοιαζε αδύνατος.
Η επιτυχία δεν ήρθε αμέσως. Για χρόνια, ο Χουντίνι εμφανιζόταν σε μικρές αίθουσες, πανηγύρια και περιοδεύοντες θιάσους, μέχρι που κατάλαβε ότι το κοινό εντυπωσιαζόταν περισσότερο από τις αποδράσεις του παρά από τα παραδοσιακά ταχυδακτυλουργικά κόλπα.
Το 1899, όταν ο θεατρικός επιχειρηματίας Μάρτιν Μπεκ αναγνώρισε τις δυνατότητές του, η καριέρα του άρχισε να απογειώνεται.
Προκαλούσε την αστυνομία να τον κρατήσει φυλακισμένο
Το στοιχείο που έκανε τον Χουντίνι διάσημο ήταν η ικανότητά του να μετατρέπει κάθε απόδραση σε δημόσιο γεγονός.
Σε πόλεις της Αμερικής και της Ευρώπης εμφανιζόταν σε αστυνομικά τμήματα, προκαλώντας τους αστυνομικούς να του περάσουν τις πιο ασφαλείς χειροπέδες τους. Άλλοτε ζητούσε να τον κλειδώσουν σε κελιά φυλακών, διαβεβαιώνοντας ότι θα κατάφερνε να βγει χωρίς εξωτερική βοήθεια.
Οι προκλήσεις αυτές λειτουργούσαν και ως εξαιρετικά αποτελεσματική διαφήμιση. Οι τοπικές εφημερίδες κάλυπταν τα κατορθώματά του, ενώ πλήθη συγκεντρώνονταν για να διαπιστώσουν εάν ο μυστηριώδης καλλιτέχνης μπορούσε πράγματι να αποδράσει.
Το 1900 ξεκίνησε περιοδεία στην Ευρώπη, όπου γνώρισε τεράστια επιτυχία. Το όνομά του έγινε συνώνυμο των αδύνατων αποδράσεων, ενώ ο ίδιος εξελισσόταν σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους καλλιτέχνες των αρχών του 20ού αιώνα.
Πίσω από τις εντυπωσιακές εμφανίσεις υπήρχε συστηματική προετοιμασία. Ο Χουντίνι μελετούσε μηχανισμούς κλειδαριών, εξασκούσε το σώμα του, ανέπτυσσε τεχνικές απελευθέρωσης και αξιοποιούσε την παραπλάνηση, βασικό στοιχείο της ταχυδακτυλουργίας.
Οι αποδράσεις από το νερό που έκοβαν την ανάσα
Καθώς η φήμη του μεγάλωνε, ο Χουντίνι άρχισε να πραγματοποιεί ολοένα πιο επικίνδυνα θεάματα.
Το 1908 παρουσίασε την περίφημη απόδραση από ένα μεγάλο μεταλλικό δοχείο γάλακτος γεμάτο νερό. Κλειδωνόταν στο εσωτερικό του, με το κοινό να γνωρίζει ότι διέθετε περιορισμένο χρόνο προτού εξαντληθεί ο αέρας του.
Το 1912 πραγματοποίησε μια από τις πλέον γνωστές αποδράσεις του στον ποταμό Ιστ Ρίβερ της Νέας Υόρκης, όταν κατάφερε να απελευθερωθεί από ένα κλειστό κιβώτιο που είχε βυθιστεί στο νερό.
Την ίδια χρονιά παρουσίασε και το νούμερο που συνδέθηκε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο με το όνομά του: την «Κινεζική δεξαμενή βασανιστηρίων με νερό».
Ο Χουντίνι κρεμόταν ανάποδα, με τα πόδια του δεμένα σε έναν μηχανισμό συγκράτησης, και βυθιζόταν με το κεφάλι προς τα κάτω σε μια στενή δεξαμενή γεμάτη νερό. Στη συνέχεια έπρεπε να απελευθερωθεί, ενώ οι θεατές παρακολουθούσαν με αγωνία.
Η παράσταση ήταν εξαιρετικά προσεκτικά σχεδιασμένη, ωστόσο το στοιχείο του πραγματικού κινδύνου δεν μπορούσε να αποκλειστεί.
Ο ίδιος γνώριζε ότι το μυστικό της επιτυχίας του δεν ήταν μόνο η απόδραση, αλλά και τα λεπτά αγωνίας που προηγούνταν. Έκανε το κοινό να πιστεύει ότι παρακολουθούσε έναν άνθρωπο να παλεύει για τη ζωή του.
Ο Χουντίνι δεν ήταν μόνο μάγος
Πέρα από τις αποδράσεις, ο Χουντίνι είχε έντονο ενδιαφέρον για τις νέες τεχνολογίες και ιδιαίτερα για την αεροπορία.
Το 1910 πραγματοποίησε πτήσεις στην Αυστραλία, όπου καταγράφηκε ως ένας από τους πρωτοπόρους της μηχανοκίνητης αεροπορίας στη χώρα. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας σε βωβές ταινίες δράσης που αξιοποιούσαν τη φήμη του ως ανθρώπου ικανού να ξεφεύγει από κάθε παγίδα.
Η επιτυχία του, ωστόσο, δεν περιοριζόταν στις τεχνικές του ικανότητες. Ο Χουντίνι είχε αντιληφθεί τη δύναμη της δημοσιότητας πολύ πριν εμφανιστεί η σύγχρονη βιομηχανία της προβολής διασημοτήτων.
Κάθε νέο νούμερο συνοδευόταν από αφίσες, δημοσιεύματα και δημόσιες προκλήσεις. Η προσωπικότητά του είχε γίνει ένα θέαμα από μόνη της.
Ο πόλεμος με τα μέντιουμ και η σύγκρουση με τον Άρθουρ Κόναν Ντόιλ
Μία από τις λιγότερο γνωστές πλευρές του Χουντίνι ήταν η εκστρατεία του εναντίον όσων ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους νεκρούς.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά τις τεράστιες ανθρώπινες απώλειες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πνευματισμός είχε αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα. Χιλιάδες άνθρωποι πλήρωναν μέντιουμ, ελπίζοντας ότι θα επικοινωνούσαν με αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ο Χουντίνι, ο οποίος γνώριζε σε βάθος τις τεχνικές παραπλάνησης, άρχισε να παρακολουθεί πνευματιστικές συνεδρίες και να αποκαλύπτει τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν ορισμένοι επιτήδειοι.
Η δραστηριότητα αυτή τον έφερε σε σύγκρουση ακόμη και με τον συγγραφέα του Σέρλοκ Χολμς, Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο οποίος πίστευε στην ύπαρξη υπερφυσικών φαινομένων.
Οι δύο άνδρες είχαν αναπτύξει φιλική σχέση, αλλά διαφώνησαν βαθιά ως προς την αξιοπιστία των μέντιουμ.
Η στάση του Χουντίνι είχε και προσωπική διάσταση. Ήταν ιδιαίτερα δεμένος με τη μητέρα του και ο θάνατός της, το 1913, τον είχε συγκλονίσει. Παρά την επιθυμία του να πιστέψει ότι η επικοινωνία με τους νεκρούς ήταν δυνατή, δεν αποδέχθηκε ποτέ τους ισχυρισμούς των επαγγελματιών πνευματιστών χωρίς αποδείξεις.
Οι γροθιές και το τραγικό τέλος
Τον Οκτώβριο του 1926 ο Χουντίνι βρισκόταν στον Καναδά, στο πλαίσιο περιοδείας του.
Στις 22 του ίδιου μήνα, στο Μόντρεαλ, δέχθηκε την επίσκεψη φοιτητών στα παρασκήνια του θεάτρου όπου εμφανιζόταν. Ανάμεσά τους ήταν ο Τζόσελιν Γκόρντον Γουάιτχεντ, ένας 30χρονος φοιτητής του Πανεπιστημίου ΜακΓκιλ, ο οποίος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, τον ρώτησε εάν αλήθευε ότι μπορούσε να αντέξει ισχυρά χτυπήματα στην κοιλιά.
Για χρόνια, ο Γουάιτχεντ παρουσιαζόταν ως ερασιτέχνης πυγμάχος, αν και δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι είχε πράγματι ασχοληθεί με την πυγμαχία.
Ο Χουντίνι φέρεται να απάντησε καταφατικά. Ο νεαρός τότε τον χτύπησε επανειλημμένα στην κοιλιά, ενώ ο καλλιτέχνης ήταν ξαπλωμένος και δεν είχε προλάβει να προετοιμάσει τους κοιλιακούς του μυς.
Ο Χουντίνι ένιωσε έντονο πόνο, αλλά συνέχισε τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του.
Τις επόμενες ημέρες η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Εμφάνισε υψηλό πυρετό και σοβαρούς κοιλιακούς πόνους, όμως επέμεινε να εμφανιστεί στη σκηνή.
Στις 24 Οκτωβρίου έδωσε στο Ντιτρόιτ την τελευταία παράσταση της ζωής του, παρά το γεγονός ότι ήταν ήδη βαριά άρρωστος.
Λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διαπίστωσαν ότι είχε υποστεί ρήξη σκωληκοειδούς απόφυσης και είχε αναπτύξει περιτονίτιδα. Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, αλλά η λοίμωξη είχε ήδη εξαπλωθεί.
Επτά ημέρες αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου 1926, ο Χουντίνι πέθανε.
Η «συμφωνία» με τη γυναίκα του για επικοινωνία μετά θάνατον
Η ιστορία του Χουντίνι δεν τελείωσε με την κηδεία του.
Ο άνθρωπος που είχε αφιερώσει σημαντικό μέρος της ζωής του στην αποκάλυψη ψεύτικων μέντιουμ είχε συμφωνήσει με τη σύζυγό του, Μπες, ότι αν πέθαινε πρώτος, θα επιχειρούσε να της στείλει ένα προκαθορισμένο μήνυμα από τον άλλο κόσμο.
Η Μπες συμμετείχε για χρόνια σε πνευματιστικές συνεδρίες, ελπίζοντας ότι θα εμφανιζόταν κάποια ένδειξη επικοινωνίας.
Το 1936, έπειτα από μία τελευταία δημόσια προσπάθεια, εγκατέλειψε την αναζήτηση, καθώς δεν είχε προκύψει καμία πειστική απόδειξη.