Μίμης Φωτόπουλος, ο «μάγκας» του ελληνικού σινεμά: Η πολυτάραχη ζωή, η εξορία και η ιστορία με την κόκκινη πιτζάμα

Σαν σήμερα, στις 29 Οκτωβρίου 1986, πέθανε ο αγαπημένος ηθοποιός που χάρισε αμέτρητες στιγμές γέλιου σε γενιές Ελλήνων – Η πολυτάραχη διαδρομή του, οι δύσκολες στιγμές και οι ατάκες που έμειναν στην ιστορία

Το χαρακτηριστικό καπέλο, το διαπεραστικό βλέμμα, η βραχνή φωνή και ο απαράμιλλος τρόπος με τον οποίο ξεστόμιζε τις ατάκες του, μετατρέποντας ακόμη και τον πιο απλό κινηματογραφικό διάλογο σε αφοπλιστική λαϊκή σοφία. Ο Μίμης Φωτόπουλος είχε το σπάνιο χάρισμα να προκαλεί το γέλιο χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.

Ένα ανασήκωμα του φρυδιού, μια εύστοχη παύση ή μια φράση ειπωμένη με το χαρακτηριστικό του ύφος αρκούσαν για να χαρίσουν στο κοινό στιγμές αυθεντικού γέλιου και να αφήσουν ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στον ελληνικό κινηματογράφο.

Για πολλούς Έλληνες υπήρξε ο αγαπημένος «μάγκας» της μεγάλης οθόνης. Ο άνθρωπος που υποδυόταν τον φτωχό αλλά περήφανο, τον κατεργάρη αλλά καλοκάγαθο, τον θυμόσοφο άνθρωπο της πιάτσας που αντιμετώπιζε τις δυσκολίες με χιούμορ και αξιοπρέπεια.


Πίσω από αυτή την εικόνα, ωστόσο, κρυβόταν μια πολυτάραχη ζωή, με προσωπικές απώλειες, πολιτικές διώξεις, εξορία και διαρκείς καλλιτεχνικές αναζητήσεις.

Μια ημέρα σαν τη σημερινή, στις 29 Οκτωβρίου 1986, ο Μίμης Φωτόπουλος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 73 ετών, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα του στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, αλλά και μια σπουδαία παρακαταθήκη από ρόλους και ατάκες που εξακολουθούν να συγκινούν και να σκορπούν γέλιο τέσσερις δεκαετίες μετά τον θάνατό του.

Από την ορφάνια και τη φτώχεια στο θεατρικό σανίδι

Ο Δημήτρης Φωτόπουλος -όπως ήταν το όνομά του- γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1913 στη Ζάτουνα της Γορτυνίας, στην Αρκαδία. Πριν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του έχασε τον πατέρα του, Νικόλαο, ενώ λίγο αργότερα η οικογένεια βίωσε και τον θάνατο της αδελφής του.

Η μητέρα του, Άννα, αναγκάστηκε να αναζητήσει καλύτερες συνθήκες ζωής μακριά από τη Ζάτουνα. Η οικογένεια πέρασε από το Αίγιο και τελικά εγκαταστάθηκε στη Νεάπολη των Εξαρχείων, στην Αθήνα.

Εκεί ο μικρός Μίμης έστηνε παραστάσεις Καραγκιόζη με τους φίλους του, μάθαινε βιολί και γαλλικά και ξόδευε όσα χρήματα μπορούσε για να αγοράζει βιβλία.

Μετά το Γυμνάσιο φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως σύντομα τον κέρδισε η υποκριτική. Πέρασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου η χαρακτηριστική μπάσα φωνή του έκανε εντύπωση στους δασκάλους του, οι οποίοι τον αποκαλούσαν «γέρο».

Το 1932, σε ηλικία μόλις 19 ετών, έκανε την πρώτη του επαγγελματική εμφάνιση με τον θίασο Κουνελάκη, στη «Λοκαντιέρα».

Ακολούθησαν συνεργασίες με περιοδεύοντες θιάσους και μια δύσκολη πορεία στα πρώτα χρόνια της καριέρας του.

Η Εθνική Αντίσταση και η εξορία στην έρημο της Αιγύπτου

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής (1941-1944), ο Μίμης Φωτόπουλος συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, μέσα από τις τάξεις του ΕΑΜ.

Λίγους μήνες μετά την Απελευθέρωση της Αθήνας, στις 31 Δεκεμβρίου 1944, παραμονή της Πρωτοχρονιάς, συνελήφθη στο Κολωνάκι, όπου είχε βρεθεί αναζητώντας εργασία στα στέκια των καλλιτεχνών. Η σύλληψή του έγινε μέσα στο ταραγμένο κλίμα των Δεκεμβριανών, της ένοπλης σύγκρουσης που ξέσπασε στην Αθήνα μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων.


Σύμφωνα με όσα αφηγήθηκε ο ίδιος, τη σύλληψή του προκάλεσε η καταγγελία ενός ανθρώπου του θεάτρου. Αρχικά οδηγήθηκε σε κρατητήριο κοντά στην οδό Αμερικής και στη συνέχεια, μαζί με άλλους συλληφθέντες, μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, στην έρημο της Αιγύπτου.

«Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του θεάτρου, ο Αποστόλης. Σε λίγο, να ‘μαι στα βάθη ενός κρατητηρίου. Βρισκόμουν βέβαια σε ένα αστυνομικό τμήμα, που στεγαζόταν σε κάποια πολυκατοικία κοντά στην οδό Αμερικής. Στην αρχή ήμουν ο μόνος ένοικος. Μα μέσα σε δύο ώρες, αυτό το μπουντρούμι είχε γεμίσει με τόσο κόσμο που δεν είχαμε αέρα να αναπνεύσουμε», γράφει ο ίδιος για τη στιγμή της σύλληψης στο βιβλίο του «Το ποτάμι της ζωής μου».

Στην Ελ Ντάμπα παρέμεινε μέχρι τον Μάρτιο του 1945.

Τις εμπειρίες εκείνης της περιόδου κατέγραψε αργότερα στο βιβλίο του «Ελ Ντάμπα – Όμηρος των Εγγλέζων», περιγράφοντας τις κακουχίες, τις συνθήκες κράτησης και τα περιστατικά που σημάδεψαν τους μήνες της αιχμαλωσίας του.

Η κόκκινη πιτζάμα που θεωρήθηκε... κομμουνιστική σημαία

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά περιστατικά της περιπέτειάς του συνέβη κατά την ανάκρισή του, μετά τη σύλληψή του.

Ο Φωτόπουλος φορούσε κάτω από το παντελόνι του μια πιτζάμα που του είχε ράψει η μητέρα του από μια παλιά της ρόμπα. Το ύφασμα ήταν πολύχρωμο, με κόκκινα, μαύρα και άσπρα σχέδια. Κάποια στιγμή, ένας αρχιφύλακας παρατήρησε ένα κόκκινο κομμάτι υφάσματος να προεξέχει από το παντελόνι του κρατουμένου και ζήτησε να μάθει τι έκρυβε.

«Η πιτζάμα μου, κύριε πόλισμαν!», απάντησε ο ηθοποιός.

Ο αστυνομικός, ωστόσο, δεν πείστηκε. Ήθελε να μάθει γιατί το ύφασμα ήταν κόκκινο και μήπως επρόκειτο για κάποια κομμουνιστική σημαία.

Ο Φωτόπουλος προσπάθησε να του εξηγήσει ότι η πιτζάμα είχε και άλλα χρώματα, ενώ για να το αποδείξει ξεκούμπωσε το παντελόνι του και του έδειξε το υπόλοιπο ύφασμα. Όπως εξήγησε, η μητέρα του την είχε ράψει από ένα παλιό ρούχο, εξαιτίας της φτώχειας της Κατοχής, και εκείνος τη φορούσε μέσα από τα ρούχα του για να προστατεύεται από το κρύο.

Το περιστατικό, που ο ίδιος περιέγραψε αργότερα, αποτύπωνε με τραγελαφικό τρόπο το κλίμα πολιτικής καχυποψίας της εποχής. Η πιτζάμα δεν αποτέλεσε την αιτία της σύλληψής του, αλλά αντιμετωπίστηκε ως ύποπτο στοιχείο κατά την κράτησή του.

Οι 101 ταινίες και η καθιέρωση στον ελληνικό κινηματογράφο

Η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Μίμη Φωτόπουλου έγινε το 1948, στη «Μαντάμ Σουσού» του Νίκου Τσιφόρου. Τα επόμενα χρόνια η καριέρα του απογειώθηκε, με τον ηθοποιό να συμμετέχει συνολικά σε 101 ταινίες.

Το 1953 πρωταγωνίστησε στο «Σωφεράκι» του Γιώργου Τζαβέλλα, ενώ το 1955 εμφανίστηκε σε δύο από τις σημαντικότερες ταινίες της διαδρομής του, την «Κάλπικη λίρα» και τη «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο».

Στην «Κάλπικη λίρα», ο ρόλος του τυφλού ζητιάνου ανέδειξε τη δραματική πλευρά του ταλέντου του. Στη «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», η συνεργασία του με τον Βασίλη Αυλωνίτη δημιούργησε ένα από τα πιο αγαπημένα κινηματογραφικά δίδυμα της εποχής.


Η επιτυχία της ταινίας οδήγησε το 1957 στο «Λατέρνα, φτώχεια και γαρύφαλλο», ενώ ακολούθησαν πολλοί ακόμη χαρακτηριστικοί ρόλοι.


Ανάμεσα στις ταινίες που ξεχώρισαν στην καριέρα του ήταν «Ο γρουσούζης», «Η ωραία των Αθηνών», «Η καφετζού», «Ο Φανούρης και το σόι του», «Τα κίτρινα γάντια» και «Ο Θόδωρος και το δίκαννο».


Οι χαρακτήρες που ενσάρκωνε ήταν συχνά πονηροί, οξύθυμοι, γκρινιάρηδες ή κατεργάρηδες, αλλά σχεδόν πάντα διατηρούσαν μια ανθρώπινη, συμπαθητική πλευρά.

Με τον ιδιαίτερο τρόπο ερμηνείας του, μπορούσε να μετατρέψει ακόμη και μια μικρή σκηνή σε μία από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές μιας ταινίας.

«Και μετά θα κάααθεσαι!»: Οι ατάκες που έμειναν στην ιστορία

Η πιο χαρακτηριστική ατάκα του Μίμη Φωτόπουλου είναι αναμφίβολα το περίφημο «Και ύστερα θα κάααθεσαι!», με το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία το 1948, στην επιθεώρηση «Άνθρωποι – Άνθρωποι» των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου.

Στο συγκεκριμένο νούμερο, ο ηθοποιός υποδυόταν έναν άνδρα που απαριθμούσε σε έναν υποψήφιο υπηρέτη τις ατελείωτες δουλειές που θα έπρεπε να κάνει, καταλήγοντας κάθε φορά με την ειρωνική υπόσχεση ότι μετά «θα κάααθεσαι!».

Η φράση έγινε τόσο δημοφιλής, ώστε πέρασε και στον κινηματογράφο, με τον Φωτόπουλο να την επαναλαμβάνει, μεταξύ άλλων, στην ταινία «Ο ουρανοκατέβατος» (1965).


Η επιτυχία της φράσης ήταν τόσο μεγάλη, ώστε πέρασε στην καθημερινή γλώσσα, ενώ ενέπνευσε και τον Βασίλη Τσιτσάνη να γράψει ομώνυμο τραγούδι, το οποίο ερμήνευσε η Σωτηρία Μπέλλου.

Μια ακόμη φράση που συνδέθηκε με τον ηθοποιό ήταν το: «Για μπαρδόν. Και δεύτερον, μη μου χτυπάς το χέρι καθ' ότι συνοδεύουμε και γυναίκα».

Το μείγμα λαϊκής γλώσσας, επιτηδευμένης ευγένειας και αστείρευτου θράσους αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της κινηματογραφικής του ταυτότητας.


Σε αντίθεση με άλλους κωμικούς της εποχής, που βασίζονταν περισσότερο στη σωματική κίνηση ή στην ένταση, ο Φωτόπουλος μπορούσε να προκαλέσει το γέλιο σχεδόν ακίνητος, μόνο με τη φωνή, το βλέμμα και τις μικρές παύσεις ανάμεσα στις λέξεις.

Το θέατρο, η ζωγραφική και η άγνωστη καλλιτεχνική του πλευρά

Παρότι έγινε ευρύτερα γνωστός από τον κινηματογράφο, ο Φωτόπουλος είχε μια σημαντική διαδρομή και στο θέατρο.

Συνεργάστηκε με μεγάλους θιάσους, το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης, ερμηνεύοντας έργα του Τσέχοφ, του Ίψεν, του Σαίξπηρ, του Μολιέρου και του Αριστοφάνη.

Από τη δεκαετία του 1950 συγκρότησε δικούς του θιάσους και πραγματοποίησε περιοδείες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ αργότερα εμφανίστηκε και στην τηλεόραση, μεταξύ άλλων στη σειρά «Ο θείος μας ο Μίμης» (1984-1985).

Λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό ήταν η αγάπη του για τη ζωγραφική. Δημιουργούσε έργα με μια ιδιαίτερη τεχνική, χρησιμοποιώντας πολύχρωμα γραμματόσημα, τα οποία έκοβε σε μικροσκοπικά κομμάτια και συνέθετε σαν ψηφιδωτά.

Ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή και την ποίηση. Στην αυτοβιογραφία του «Το ποτάμι της ζωής μου» κατέγραψε αναμνήσεις από την προσωπική και επαγγελματική του διαδρομή.


Στην οικογενειακή του ζωή υπήρξε πατέρας δύο κοριτσιών, της Μαρίας και της Άννας.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, η σύζυγός του εξορίστηκε στη Γυάρο για αρκετούς μήνες, με τον ίδιο να παραμένει στην Αθήνα μαζί με τις κόρες τους.

Ο Μίμης Φωτόπουλος πέθανε σαν σήμερα 29 Οκτωβρίου 1986 στην Αθήνα, έπειτα από καρδιακή ανακοπή, σε ηλικία 73 ετών.

Σαράντα χρόνια αργότερα, οι ερμηνείες του εξακολουθούν να ψυχαγωγούν το κοινό, ενώ πολλές από τις ατάκες του παραμένουν αναγνωρίσιμες ακόμη και σε όσους δεν έχουν δει ολόκληρες τις ταινίες του.

Ο ίδιος, άλλωστε, δεν χρειαζόταν παρά λίγες λέξεις και μια χαρακτηριστική έκφραση για να μείνει στον θεατή.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr