Σαμουήλ και Βουλγαροκτόνος: Η ιστορία πίσω από την ανταλλαγή των κειμηλίων

Οι συγκρούσεις των Βουλγάρων με το Βυζάντιο, που τελείωσαν με τις νίκες στον Σπερχειό και στο Κλειδί το 1014

Σε μια συγκυρία όπου το αίτημα για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα κυριαρχεί στη διεθνή πολιτισμική επικαιρότητα, η είδηση της συμφωνίας της χώρας μας με τη Βουλγαρία για την επιστροφή από τους γείτονες 48 σπάνιων κειμηλίων που είχαν αρπαγεί το 1917 είναι ένα μάθημα για το Βρετανικό Μουσείο και την κυβέρνηση του Λονδίνου.

Η συμφωνία με τη Σόφια προβλέπει μία ανταλλαγή, την παράδοση από την Ελλάδα των λειψάνων του τσάρου της Βουλγαρίας Σαμουήλ που είχαν βρεθεί από τον αείμνηστο καθηγητή Αρχιτεκτονικής στο ΑΠΘ Νικόλαο Μουτσόπουλο (1927-2019).

Τα κειμήλια

Τα λείψανα ανευρέθησαν στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, νησιού της Μικρής Πρέσπας, το 1969 (άλλες πηγές αναφέρουν το 1965) και έχει ταυτοποιηθεί ότι ανήκουν στον τσάρο Σαμουήλ της Βουλγαρίας (997-1014) μαζί με το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό που βρέθηκε σε τέσσερις σαρκοφάγους μέσα στη βασιλική. Τα λείψανα φυλάσσονταν τα τελευταία χρόνια στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη. Η ταύτιση των λειψάνων με τον Σαμουήλ έγινε με βάση ανθρωπολογικές και ιστορικές μελέτες: o τσάρος της Βουλγαρίας είχε τραυματιστεί στη μάχη του Σπερχειού το 997 μ.Χ., όπου οι Βυζαντινοί είχαν πετύχει συντριπτική νίκη Το κρανίο που βρέθηκε στον Αγιο Αχίλλειο έφερε τραύματα, ενώ το αριστερό του χέρι ήταν σπασμένο και η αποκατάσταση έγινε με λανθασμένη τρόπο (το χέρι επουλώθηκε στραβά).

Από την άλλη πλευρά, η Βουλγαρία θα παραδώσει στην Ελλάδα 48 κειμήλια που προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.

Πρόκειται για σπάνια δισκοπότηρα, θυμιατά, καντήλες, ιερές λειψανοθήκες (θήκες που χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη λειψάνων αγίων), μεταλλικές επενδύσεις Ευαγγελίων, αλλά και εκκλησιαστικά βιβλία γραμμένα σε περγαμηνή ή χαρτί. Είχαν αρπαγεί από μοναστήρια της Ανατολικής Μακεδονίας κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής το 1917 και είχαν μεταφερθεί στη Σόφια. Παρουσιάζονταν σε εκθέσεις ή φυλάσσονταν στο Εθνικό Μουσείο Ιστορίας της Βουλγαρίας. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο αριθμός των κειμηλίων που είχε αρπάξει ο βουλγαρικός στρατός είναι πολύ μεγαλύτερος, αλλά με το Μνημόνιο Κατανόησης που υπογράφηκε πρόσφατα από τους υπουργούς Πολιτισμού των δύο χωρών ανοίγει ο δρόμος για νέες επιστροφές στο μέλλον. Χθες επρόκειτο να γίνει στη Θεσσαλονίκη η τελετή υπογραφής των τελικών πρωτοκόλλων για την ανταλλαγή των κειμηλίων από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και τον Βούλγαρο ομόλογό της Εβτιμ Μιλόσεφ.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη με τον Βούλγαρο ομόλογό της Εβτιμ Μιλόσεφ


Στα χρόνια τα βυζαντινά

Το σημαντικό αυτό γεγονός, πάντως, και η συμφωνία που προέκυψε μετά από μακροχρόνιες συζητήσεις έφεραν στο προσκήνιο τις συγκρούσεις Βυζαντινών και Βουλγάρων, ιδιαίτερα στα χρόνια του Βασίλειου Β’ του Βουλγαροκτόνου και τη μάχη του Κλειδιού το 1014, με τη μεγάλη νίκη των Βυζαντινών, την τύφλωση χιλιάδων Βουλγάρων αιχμαλώτων και το τέλος του Σαμουήλ μόλις αντίκρισε το θλιβερό γι’ αυτόν θέαμα των ανδρών του.

Ας γυρίσουμε όμως ακόμα πιο πίσω για να δούμε ποια είναι η καταγωγή των Βουλγάρων. Σε επικοινωνία που είχαμε με τον κορυφαίο Ελληνα βυζαντινολόγο, ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Αλέξιο Σαββίδη, μας ανέφερε ότι οι Βούλγαροι είναι λαός τουρανικής καταγωγής (Τουράν ονομαζόταν η παλιά λεγόμενη περιοχή του Τουρκεστάν και η χώρα των Τατάρων από τον Τουρ, τον πρώτο βασιλιά της). Κατοικούσαν στις ρωσικές στέπες (περιοχή της Μαύρης Βουλγαρίας). Πρωτοβουλγαρικά φύλα θεωρούνται οι Ονόγουροι (τουρκικής καταγωγής νομάδες ιππείς) και οι Κουτριγούροι (κάποιοι ιστορικοί θεωρούν ότι κι αυτοί είχαν τουρκική καταγωγή). Πιεζόμενοι από τους Ούννους, οι Βούλγαροι που βρίσκονταν σε επαφή με τον μεγάλο όγκο των σλαβικών φύλων, σύμφωνα με τον Τηλέμαχο Λουγγή, είχαν εμφανιστεί στα Βαλκάνια από τα τελευταία χρόνια του 5ου αιώνα, αλλά αποκρούστηκαν από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες Ζήνωνα και Αναστάσιο. Τον 7ο αιώνα, στα χρόνια του Ηράκλειου (610-641), φαίνεται ότι οι Βούλγαροι άρχισαν να μετακινούνται δυτικά - νοτιοδυτικά εγκαταλείποντας τη Μαύρη Βουλγαρία, καθώς ένας άλλος λαός, οι Χάζαροι, υπέταξε τον 7ο αιώνα ολόκληρη τη νότια Ρωσία.

Ο Ασπαρούχ, ο τρίτος από τους πέντε γιους του Βούλγαρου αρχηγού Κόβρατου που ο Ηράκλειος ονόμασε «πατρίκιο», πέρασε τους ποταμούς Δνείπερο και Δνείστερο και φτάνοντας στον Δούναβη εγκαταστάθηκε στην περιοχή Ογλο (έτσι την ονομάζουν οι πηγές), κοντά στις εκβολές του Δούναβη. Αν και η περιοχή ήταν δασώδης και ελώδης, οι Βυζαντινοί θεώρησαν ότι παραβιάζεται το σύνορο του Δούναβη. Το 679-680 ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δ’ δίστασε να περάσει με στρατό στη Θράκη, αν και ο στόλος παρέπλεε τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας με κατεύθυνση τις εκβολές του Δούναβη. Προφασιζόμενος ανάγκη για λουτροθεραπεία, ο μόλις 28 ετών Κωνσταντίνος εγκατέλειψε το στράτευμα και πήγε στη λουτρόπολη Μεσημβρία. Στον στρατό επικράτησε σύγχυση. Αρνήθηκε να παραμείνει στον Δούναβη και κατευθύνθηκε νότια. Οι Βούλγαροι, που αρχικά δεν τολμούσαν να επιτεθούν σε πολυάριθμο συμπαγή στρατό βρήκαν την ευκαιρία να καταδιώξουν τους Βυζαντινούς και να φτάσουν ως τη σημερινή Βάρνα. Υπέταξαν χωρίς δυσκολία τους Σλάβους που ζούσαν εκεί και εγκαταστάθηκαν οριστικά στην περιοχή. Είναι το πρώτο «ξένο κράτος» (Τ. Λουγγής) που ιδρύεται στα Βαλκάνια από την αρχή της ιστορίας του Βυζαντίου, με πρώτους, χρονικά, ηγεμόνες τους Ασπαρούχ (680-701) και Τέρβελ (701-718).

Καθοριστικής σημασίας για τους Βουλγάρους είναι ο εκχριστιανισμός τους, το 864, από τους Θεσσαλονικείς Κύριλλο και Μεθόδιο. Αυτό μάλιστα έγινε μετά από αίτημα του τοπικού ηγεμόνα της Μοραβίας Ρατισλάβου. Ο εκχριστιανισμός της περιοχής συνοδεύεται από την επινόηση της σλαβονικής γραφής (προέρχεται από το ελληνικό αλφάβητο μαζί με τους σλαβικούς φθόγγους). Η λειτουργία στη Μοραβία γινόταν στα σλαβονικά, ενώ οι Κύριλλος και Μεθόδιος δίδαξαν και εκπολίτισαν τους κατοίκους. Στη Βουλγαρία, η βυζαντινή αποστολική δράση, την οποία είχε ζητήσει ο ίδιος ο ηγεμόνας Μπόρις, μετά την ήττα του από τους Βυζαντινούς το 863 ήταν πιο αυταρχική.

Ο Πατριάρχης Φώτιος, γνωστός από το δεύτερο Σχίσμα των Εκκλησιών (το πρώτο ήταν το Ακακιανό και το τρίτο, το «οριστικό», του 1054) ακολούθησε αυταρχική πολιτική και επέμενε να διορίζει Βυζαντινό επίσκοπο και όχι Βούλγαρο. Πάντως ο Βούλγαρος ηγεμόνας Μπόρις Α’ το 865 βαφτίστηκε χριστιανός στην Κωνσταντινούπολη με ανάδοχο τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ’ (τον κακώς αποκαλούμενο Μέθυσο). Το ίδιο έτος, ο Μπόρις κατέστειλε εξέγερση Βουλγάρων ευγενών που αντιδρούσαν στη νέα θρησκεία εκτελώντας 52 από αυτούς. Το 870, μετά από Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η Βουλγαρική Εκκλησία υπήχθη αρχικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποκτώντας αυτονομία (Αρχιεπισκοπή). Ο χριστιανισμός εδραιώθηκε και οι Βούλγαροι ηγεμόνες που είχαν τον τίτλο του χάνου (χαν) ως τότε στη συνέχεια έφεραν αυτόν του τσάρου.

Η Μακεδονική Δυναστεία

Η Μακεδονική Δυναστεία (867-1056) έχει συνδεθεί με μερικές από τις λαμπρότερες σελίδες της υπερχιλιετούς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ιδρυτής της ήταν ο Βασίλειος Α’ (στον θρόνο από το 867 ως το 886). Κατάγονταν από τη Μακεδονία όμως οι αυτοκράτορες της δυναστείας αυτής;

Σύμφωνα με τον ιστορικό Γενέσιο, συγγραφέα του έργου «Περί Βασιλειών», ο Βασίλειος ο Μακεδών, ιδρυτής της δυναστείας, γεννήθηκε στο Θέμα Μακεδονίας, στη σημερινή Θράκη (πιθανότατα στη Χαριούπολη, κοντά στην Αδριανούπολη και τις Σαράντα Εκκλησιές), γύρω στο 835. Για λόγους δυναστικής και ιστοριογραφικής προπαγάνδας, ο Γενέσιος παρουσιάζει τον Βασίλειο να υπερηφανεύεται για τη μακρινή καταγωγή του από τον Αρσάκη τον πρεσβύτερο, βασιλιά των Ασσυρίων και ιδρυτή της παρθικής δυναστείας των Αρσακιδών. Επίσης, επειδή είχε γεννηθεί στο Θέμα της Μακεδονίας, ο Γενέσιος τον παρουσιάζει ως απόγονο του... Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου για να του προσδώσει βασιλική καταγωγή.

Ο κ. Α.Γ.Κ. Σαββίδης μας παρέπεμψε στον μεγάλο Αρμένιο βυζαντινολόγο Χρατς Μπαρτικιάν (1927-2011). Ο Χρατς (Χρήστος όπως ήθελε να τον αποκαλούν) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1927. Το 1945 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γυμνάσιο του Βύρωνα και το 1946 έφυγε οικογενειακώς για την Αρμενία, όπου αναδείχθηκε σε κορυφαίο επιστήμονα και ακαδημαϊκό. Ο Μπαρτικιάν, σε εκτενή μελέτη του, απέδειξε ότι οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής Δυναστείας ήταν αρμενικής καταγωγής, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο κ. Σαββίδης, ο οποίος μας ανέφερε ότι κάποιοι θεωρούν ότι οι αυτοκράτορες της Μακεδονικής Δυναστείας ήταν σλαβικής καταγωγής, κάτι που όμως θεωρείται απίθανο...

Οι Κομητόπουλοι

Με τις νίκες του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή εναντίον των Βουλγάρων και των Ρως (των Ρώσων), το 970-971, διαλύθηκε το βουλγαρικό κράτος και προσαρτήθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ωστόσο, ο θάνατος του Τσιμισκή και η ανάληψη του βυζαντινού θρόνου από τον άπειρο 18χρονο Βασίλειο Β’ έφερε αποσταθεροποίηση στην αυτοκρατορία και οδήγησε σε ένα νέο κίνημα: την «Επανάσταση των Κομητόπουλων», που δημιούργησε πολλά προβλήματα στο Βυζάντιο και οδήγησε στην κυριαρχία του Σαμουήλ.
Προτομή του τσάρου Σαμουήλ της Βουλγαρίας (958-1014)

Οι Κομητόπουλοι ήταν οι τέσσερις γιοι -o Σαμουήλ ήταν ένας από αυτούς- του κόμη της περιοχής Νικολάου (από τη λέξη «κόμης» προήλθε το Κομητόπουλος). Η τύχη των τριών άλλων ήταν οικτρή: ο Δαβίδ σκοτώθηκε από Βλάχους νομάδες μεταξύ Καστοριάς και Πρεσπών, ο Μωυσής έχασε τη ζωή του στην πολιορκία των Σερρών, ενώ ο Ααρών θανατώθηκε μαζί με την οικογένειά του από τον αδελφό του Σαμουήλ όταν κατηγορήθηκε ότι επεδίωξε να συμμαχήσει με τους Βυζαντινούς.
Τα λείψανά του ανευρέθησαν στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, νησιού της Μικρής Πρέσπας

Ετσι, ο Σαμουήλ έμελλε να είναι εκείνος που θα ανασύσταινε το βουλγαρικό κράτος, μεταφέροντας την πρωτεύουσα από τη Σόφια στην Αχρίδα προκειμένου να απομακρυνθεί από τις περιοχές που έλεγχαν οι Βυζαντινοί.

Από τη συντριβή στον θρίαμβο

Το 976 ανέβηκε στον θρόνο ο Βασίλειος Β’, που έμεινε στην ιστορία ως Βουλγαροκτόνος. Ο Βασίλειος Β’ γεννήθηκε το 958. Ηταν γιος του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ και της Θεοφανώς, που ήταν διαβόητη για τα σκάνδαλα και τις μηχανορραφίες της. Είναι γνωστό ότι μετά τον θάνατο του Ρωμανού παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Φωκά και στη συνέχεια τον δολοφόνο του Φωκά, Ιωάννη Α’ Τσιμισκή. Αυτό επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του Βασιλείου, που έμεινε άγαμος και δεν άφησε απογόνους.
Ηταν σχετικά κοντός, γεροδεμένος, με γαλάζια μάτια και προτιμούσε να ντύνεται απλά, παρά με τα αυτοκρατορικά ρούχα. Δεν αγαπούσε τα ποτά και το πολύ φαγητό και ήταν εγκρατής στις σχέσεις του με τις γυναίκες.

Την αυτοκρατορία όμως διοικούσε ουσιαστικά ο πανίσχυρος αρχιθαλαμηπόλος του Τσιμισκή, ευνούχος Βασίλειος, γνωστός και ως Βασίλειος ο Νόθος ή «Πετεινός», που έφερε τα αξιώματα του «προέδρου» και του «παρακοιμώμενου». Χρειάστηκε να περάσουν 9 χρόνια μετά την ενθρόνισή του για να απαλλαγεί ο Βασίλειος ο Β’ από τον «Πετεινό» - δήμευσε την περιουσία του και τον έστειλε στην εξορία, όπου και πέθανε.

Στο ενδιάμεσο ο Σαμουήλ, εκμεταλλευόμενος τις εσωτερικές διαμάχες του Βυζαντίου έκανε συνεχείς επιδρομές στην Ελλάδα φτάνοντας ως την Πελοπόννησο. Από την Αδριατική ως το Αιγαίο, από τα παράλια της Ηπείρου ως τις Θερμοπύλες οι Βούλγαροι έκαναν ασταμάτητα επιδρομές.

Με αρχή το 981, η Λάρισα, που θεωρούνταν απόρθητη, πολιορκήθηκε επί πέντε χρόνια.

Σε συνθήκες ακραίας πείνας, οι κάτοικοί της έφτασαν ως και στον κανιβαλισμό, ενώ μετά την κατάληψή της από τους Βούλγαρους οι επιζήσαντες πουλήθηκαν ως σκλάβοι.
Τότε ο Βασίλειος ο Β' αποφάσισε να χτυπήσει την πρωτεύουσα του Σαμουήλ, τη Σερδική (Σαρδική, τη σημερινή Σόφια). Συγκέντρωσε πολύ σύντομα έναν στρατό 15.000-20.000 Βυζαντινών και ξεκίνησε την πολιορκία που κράτησε μόλις 20 ημέρες.

Μόλις ο τσάρος έμαθε ότι ο Βυζαντινός αυτοκράτορας πολιορκεί την πόλη του, κινήθηκε με ταχύτητα προς τον Βορρά. Ωστόσο, δεν μπήκε μέσα στην πολιορκημένη Σόφια. Οχυρώθηκε με τον στρατό του στα γύρω βουνά και στα υψώματα, παρακολουθώντας τις κινήσεις των Βυζαντινών. Στο ενδιάμεσο, οι Βούγαροι είχαν εφαρμόσει τακτική καμένης γης, ενώ είχαν καταφέρει να κλέψουν τα ζώα του βυζαντινού στρατού, αφήνοντάς τον χωρίς προμήθειες.

Χωρίς προμήθειες και οπισθοφυλακή, ο βυζαντινός στρατός πήρε τον δρόμο της επιστροφής διαμέσου των «Πυλών του Ανδριανού», ένα στενό ορεινό πέρασμα 60 χιλιόμετρα από τη Σόφια. Στα γύρω υψώματα παραμόνευε ο στρατός του Σαμουήλ. Οι Βυζαντινοί υπέστησαν μία ντροπιαστική ήττα, αλλά ο Βασίλειος, που άφησε το ταμείο της εκστρατείας και το στέμμα του εκεί, γλίτωσε τη ζωή του και έμαθε από τα λάθη του...

Αντεπίθεση και νίκες

Το 987 ζήτησε βοήθεια από τον Βλαδίμηρο του Κιέβου, έναν ανάλγητο ηγεμόνα, με 4 συζύγους και μέγα λάτρη του γυναικείου φύλου. Αυτός δέχτηκε να στείλει 6.000 βόρειους Βάραγγους με την προϋπόθεση ότι θα νυμφευόταν την αδελφή του Βασιλείου, την Αννα. Με κλάματα η τελευταία πήγε στο Κίεβο. Παραδόξως ο Βλαδίμηρος, που βαφτίστηκε χριστιανός, απαλλάχτηκε από τις 4 συζύγους και τις αμέτρητες ερωμένες του και υπήρξε υποδειγματικός σύζυγος για την Αννα. Παράλληλα, οι Βάραγγοι προσέφεραν σημαντική βοήθεια στον Βασίλειο. Το 995 ο Βασίλειος Β’ απάλλαξε την Αντιόχεια από την επίθεση του Αραβα στρατηγού Μαντζουκεντίν. Πλέον μπορούσε να ασχοληθεί με τους Βουλγάρους...

Το 997 ο Σαμουήλ, αφού λεηλάτησε τη νότια Ελλάδα, βρέθηκε στον «πλημμυρούντα και πελαγίζοντα» Σπερχειό. Ο νέος στρατηγός του Βυζαντίου, ο Νικηφόρος Ουρανός, ξεκινώντας από τη Θεσσαλονίκη έφτασε στη Λάρισα μέσω του Ολύμπου και στη συνέχεια στα Φάρσαλα και περνώντας τον ποταμό Απιδανό έφτασε στην απέναντι, από τον Σαμουήλ, όχθη του Σπερχειού. Οι Βούλγαροι πίστευαν ότι δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει το ποτάμι ο Ουρανός.

Ωστόσο αυτός βρήκε μια διάβαση στον Σπερχειό και τα στρατεύματά του πέρασαν από αυτή μέσα στη νύχτα. Οι Βούλγαροι αιφνιδιάστηκαν. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Ο Σαμουήλ τραυματίστηκε, αλλά μαζί με τον γιο του Ραδομήρο ξέφυγαν μέσα από τα βουνά της Ακαρνανίας και της Πίνδου.

Ο Ουρανός επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη με πολλούς αιχμαλώτους και πολλά λάφυρα. Τα επόμενα χρόνια ο Βασίλειος συνέχισε τις επιθέσεις του κατά των Βουλγάρων. Η κατάληψη της Μικρής και της Μεγάλης Πλίσκοβας, η άλωση του Βιδινίου, η παράδοση των Σκοπίων και η ανάκτηση του Δυρραχίου ήταν οι σημαντικότερες επιτυχίες του. Ωστόσο, το 1014 στο Κλειδί (σήμερα Κλουτζ) δόθηκε η χαριστική βολή στον Σαμουήλ.

Επιχειρώντας να περάσει τα στενά του Κλειδίου (Δέμα των Ζαγορίων ονομάζει τα στενά ο Κεκαυμένος) στον δρόμο που οδηγούσε από τις Σέρρες στο Μελένικο, διαμέσου της κοιλάδας του Στρυμόνα, ο Βασίλειος συνάντησε γενναία αντίσταση από τον Σαμουήλ. Ωστόσο, ο στρατηγός του Νικηφόρος Ξιφίας κατέλαβε το όρος Βελάσιτζα (B. Prokic) και χτύπησε από τα νώτα τους Βούλγαρους, οι οποίοι υπέστησαν δεινή ήττα (29/7/1014).

Ο Ιωάννης Σκυλίτζης αναφέρει πρώτος και οι ιστορικοί από τον Γκίμπον και έπειτα δέχονται ομόφωνα ότι ο Βασίλειος τύφλωσε 15.000 Βούλγαρους στρατιώτες, αφήνοντας έναν μονόφθαλμο κάθε 100 άνδρες με σκοπό να τους οδηγήσει στον Πρίλαπο. Οταν τους είδε ο Σαμουήλ, λιποθύμησε. Τον συνέφεραν προς στιγμήν με κρύο νερό και μυρωδικά. Δύο μέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου 1014, πέθανε.

Οι Βούλγαροι στασίασαν

Γιατί ο Βασίλειος Β’, που επέστρεψε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη με το προσωνύμιο Βουλγαροκτόνος, προέβη σε αυτή την ενέργεια; Για να εκδικηθεί τον χάνο Κρούμο, που το 811 μετέτρεψε το κρανίο του ηττημένου στη μάχη αυτοκράτορα Νικηφόρου σε κύπελλο για νερό και κρασί; Για να εκδικηθεί τις φρικαλεότητες του Σαμουήλ ή γιατί θεώρησε ότι οι Βούλγαροι στασίασαν εναντίον του; Τον 10ο αιώνα, ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός σε αλληλογραφία του με τον τσάρο Συμεών τόνιζε ότι έπρεπε να θεωρεί τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου πατέρα του. Θεώρησε λοιπόν ο Βασίλειος ότι ο Σαμουήλ στασίασε ενάντια στον πνευματικό του πατέρα και έπρεπε να τιμωρήσει τους στρατιώτες του που πολέμησαν ενάντια στον νόμιμο ηγεμόνα τους; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μάλλον δεν θα δοθεί ποτέ...

* Ευχαριστούμε θερμά τον κορυφαίο βυζαντινολόγο Αλέξιο Γ.Κ. Σαββίδη, ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, για την πολύτιμη βοήθειά του.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr