Το αρχαιοελληνικό αριστούργημα των των $1,2 εκατ. που έγινε σκάνδαλο για το Met: Η σκοτεινή διαδρομή του κρατήρα του Ευφρονίου
15.09.2026
09:14
Ο κρατήρας του Ευφρονίου, ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα έργα της αρχαίας ελληνικής κεραμικής, είχε ανασκαφεί παράνομα από τυμβωρύχο στην Ιταλία και μεταφερθεί λαθραία στις ΗΠΑ – Η έρευνα του BBC το 1975 για το τεράστιο εμπόριο κλεμμένων αρχαιοτήτων
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ένα από τα σπουδαιότερα έργα αρχαίας ελληνικής κεραμικής κατέληξε στο Metropolitan Museum of Art της Νέας Υόρκης, αφού προηγουμένως είχε περάσει από τα χέρια τυμβωρύχων και αρχαιοκαπήλων.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1972 όταν το Met κατέβαλε 1,2 εκατ. δολάρια (ποσό που θα αντιστοιχούσε σήμερα σε περίπου 9,6 εκατ. δολάρια) για να αποκτήσει ένα αρχαιοελληνικό αγγείο που είχε δημιουργηθεί περίπου το 515 π.Χ. και έφερε την υπογραφή του περίφημου αγγειογράφου Ευφρονίου.
Η σημασία της απόκτησης ήταν τέτοια ώστε ο τότε διευθυντής του μουσείου διακήρυξε ότι «από αυτή τη στιγμή οι ιστορίες της τέχνης θα πρέπει να ξαναγραφτούν», χαρακτηρίζοντας τον κρατήρα ένα από τα δύο ή τρία σημαντικότερα έργα που είχε αποκτήσει ποτέ το Met.
Μόνο που πολύ γρήγορα άρχισαν να διατυπώνονται σοβαρές καταγγελίες για την προέλευσή του. Το αρχαιοελληνικό αγγείο φερόταν να είχε βρεθεί σε παράνομη ανασκαφή στην Ιταλία και να είχε μεταφερθεί λαθραία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η υπόθεση πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε το έκθεμα απέκτησε το παρατσούκλι «hot pot» - το «καυτό αγγείο».
Όπως αναφέρεται σε πρόσφατο αφιέρωμα του BBC για την πολύκροτη υπόθεση, το 1975 ο δημοσιογράφος του πρακτορείου Τζον Πέρσιβαλ ακολούθησε τα ίχνη του αγγείου μέχρι μια νεκρόπολη έξω από το Τσερβέτερι της Ιταλίας.
Εκεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει, ένας επαγγελματίας τυμβωρύχος, ένας από τους λεγόμενους «tombaroli», είχε εντοπίσει και ανασύρει το έργο από υπόγειο τάφο.
Το αστρονομικό τίμημα που είχε πληρώσει το Met δεν πέρασε απαρατήρητο. Αντίθετα, λειτούργησε ως κίνητρο για νέο κύμα παράνομων ανασκαφών στην περιοχή. «Οι Ιταλοί τυμβωρύχοι κυνηγούν αγγεία του ενός εκατομμυρίου δολαρίων και οι Ιταλοί αστυνομικοί κυνηγούν τους τυμβωρύχους», έλεγε χαρακτηριστικά ο Πέρσιβαλ.
Στην εκπομπή «Treasure Trail» του BBC περιέγραφε ένα ολόκληρο δίκτυο παράνομης δραστηριότητας: ανθρώπους που έσκαβαν τη νύχτα για αρχαίους θησαυρούς, μεσάζοντες που τους περνούσαν παράνομα από τα σύνορα και, στην άλλη άκρη της διαδρομής, συλλέκτες και μεγάλα μουσεία πρόθυμα να τους αποκτήσουν, χωρίς πολλές... ερωτήσεις.
Οι ιταλικές αρχές είχαν δημιουργήσει ειδική αστυνομική ομάδα για να αντιμετωπίσουν την αρχαιοκαπηλία στην περιοχή του Τσερβέτερι. Οι αστυνομικοί εκπαιδεύονταν ακόμη και στην αρχαία τέχνη από ειδικούς του μουσείου Villa Giulia της Ρώμης.
Η έκταση των παράνομων ανασκαφών, όμως, έκανε τον έλεγχο εξαιρετικά δύσκολο. Ο Πέρσιβαλ περιέγραφε μια περιοχή γεμάτη εκατοντάδες αρχαίους τάφους, πολλοί από τους οποίους μπορούσαν να ανοιχτούν σχετικά εύκολα. Οι παράνομες εκσκαφές εμφανίζονταν στα χωράφια σαν τεράστιες λακκούβες. Σε έναν τάφο που είχε ανοιχτεί μόλις το ίδιο πρωί της επίσκεψης του BBC, οι αρχαιοκάπηλοι είχαν ήδη πάρει ό,τι τους φαινόταν πολύτιμο, αφήνοντας πίσω θραύσματα που, κατά την κρίση τους, δεν άξιζαν τον κόπο να μεταφερθούν.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1972 όταν το Met κατέβαλε 1,2 εκατ. δολάρια (ποσό που θα αντιστοιχούσε σήμερα σε περίπου 9,6 εκατ. δολάρια) για να αποκτήσει ένα αρχαιοελληνικό αγγείο που είχε δημιουργηθεί περίπου το 515 π.Χ. και έφερε την υπογραφή του περίφημου αγγειογράφου Ευφρονίου.
Η σημασία της απόκτησης ήταν τέτοια ώστε ο τότε διευθυντής του μουσείου διακήρυξε ότι «από αυτή τη στιγμή οι ιστορίες της τέχνης θα πρέπει να ξαναγραφτούν», χαρακτηρίζοντας τον κρατήρα ένα από τα δύο ή τρία σημαντικότερα έργα που είχε αποκτήσει ποτέ το Met.
Μόνο που πολύ γρήγορα άρχισαν να διατυπώνονται σοβαρές καταγγελίες για την προέλευσή του. Το αρχαιοελληνικό αγγείο φερόταν να είχε βρεθεί σε παράνομη ανασκαφή στην Ιταλία και να είχε μεταφερθεί λαθραία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η υπόθεση πήρε τέτοιες διαστάσεις ώστε το έκθεμα απέκτησε το παρατσούκλι «hot pot» - το «καυτό αγγείο».
#terracottatuesday the Euphronios Krater, Museum of Ceri, Rome. The krater represents the death of Sarpedon: Sleep (Greek: Hypnos) and Death (Greek: Thanatos) lift the prince's body from the battlefield to his homeland. pic.twitter.com/gipf66ru5k
— Rome the great beauty (@Romethegreatbe1) December 16, 2025
Από έναν υπόγειο τάφο στο Metropolitan Museum
Όπως αναφέρεται σε πρόσφατο αφιέρωμα του BBC για την πολύκροτη υπόθεση, το 1975 ο δημοσιογράφος του πρακτορείου Τζον Πέρσιβαλ ακολούθησε τα ίχνη του αγγείου μέχρι μια νεκρόπολη έξω από το Τσερβέτερι της Ιταλίας.
Εκεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει, ένας επαγγελματίας τυμβωρύχος, ένας από τους λεγόμενους «tombaroli», είχε εντοπίσει και ανασύρει το έργο από υπόγειο τάφο.
Το αστρονομικό τίμημα που είχε πληρώσει το Met δεν πέρασε απαρατήρητο. Αντίθετα, λειτούργησε ως κίνητρο για νέο κύμα παράνομων ανασκαφών στην περιοχή. «Οι Ιταλοί τυμβωρύχοι κυνηγούν αγγεία του ενός εκατομμυρίου δολαρίων και οι Ιταλοί αστυνομικοί κυνηγούν τους τυμβωρύχους», έλεγε χαρακτηριστικά ο Πέρσιβαλ.
Στην εκπομπή «Treasure Trail» του BBC περιέγραφε ένα ολόκληρο δίκτυο παράνομης δραστηριότητας: ανθρώπους που έσκαβαν τη νύχτα για αρχαίους θησαυρούς, μεσάζοντες που τους περνούσαν παράνομα από τα σύνορα και, στην άλλη άκρη της διαδρομής, συλλέκτες και μεγάλα μουσεία πρόθυμα να τους αποκτήσουν, χωρίς πολλές... ερωτήσεις.
Εκατοντάδες τάφοι στο έλεος των αρχαιοκάπηλων
Οι ιταλικές αρχές είχαν δημιουργήσει ειδική αστυνομική ομάδα για να αντιμετωπίσουν την αρχαιοκαπηλία στην περιοχή του Τσερβέτερι. Οι αστυνομικοί εκπαιδεύονταν ακόμη και στην αρχαία τέχνη από ειδικούς του μουσείου Villa Giulia της Ρώμης.
Η έκταση των παράνομων ανασκαφών, όμως, έκανε τον έλεγχο εξαιρετικά δύσκολο. Ο Πέρσιβαλ περιέγραφε μια περιοχή γεμάτη εκατοντάδες αρχαίους τάφους, πολλοί από τους οποίους μπορούσαν να ανοιχτούν σχετικά εύκολα. Οι παράνομες εκσκαφές εμφανίζονταν στα χωράφια σαν τεράστιες λακκούβες. Σε έναν τάφο που είχε ανοιχτεί μόλις το ίδιο πρωί της επίσκεψης του BBC, οι αρχαιοκάπηλοι είχαν ήδη πάρει ό,τι τους φαινόταν πολύτιμο, αφήνοντας πίσω θραύσματα που, κατά την κρίση τους, δεν άξιζαν τον κόπο να μεταφερθούν.
Σε κοντινό μουσείο είχαν συγκεντρωθεί αγγεία που είχαν ανακτηθεί από παράνομες ανασκαφές, μαζί με τα εργαλεία των τυμβωρύχων: μακριές μεταλλικές ράβδους με τις οποίες ανίχνευαν κενά στο υπέδαφος, αναζητώντας θαμμένους τάφους.
Το πρόβλημα. φυσικά, δεν περιοριζόταν στην Ιταλία. Η έρευνα του BBC έκανε λόγο ήδη από το 1975 ένα ιδιαίτερα επικερδές διεθνές εμπόριο κλεμμένων αρχαιοτήτων, που εκτεινόταν από τη Νότια Αμερική μέχρι την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός εξερευνητής Χάουαρντ Τζένινγκς περιέγραφε τότε πώς οι αρχαιοκάπηλοι χρησιμοποιούσαν ηλεκτρονικό εξοπλισμό για να εντοπίζουν μεταλλικά αντικείμενα, δείχνοντας προτίμηση στον χρυσό επειδή μπορούσε να μεταφερθεί και να εξαχθεί λαθραία ευκολότερα από τα ογκώδη αγγεία.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, η ευκολία με την οποία τα κλεμμένα αντικείμενα έβρισκαν αγοραστές. Μουσεία, οίκοι δημοπρασιών, έμποροι και ιδιώτες συλλέκτες ενδιαφέρονταν πρωτίστως για ένα πράγμα: αν το αντικείμενο ήταν αυθεντικό. Από τη στιγμή που επιβεβαιωνόταν η αυθεντικότητά του, όπως έλεγε, συχνά «δεν γίνονταν άλλες ερωτήσεις».
Το κόστος της αρχαιοκαπηλίας δεν ήταν μόνο οικονομικό. Η Νουσίν Ασκάρι, ειδικός του Μουσείου της Κωνσταντινούπολης, εξηγούσε στο BBC ότι η καταστροφή ξεκινούσε από τη στιγμή της παράνομης ανασκαφής. Αρχαία αντικείμενα μπορούσαν ακόμη και να σπάσουν σκόπιμα ώστε να μεταφερθούν ευκολότερα και να περάσουν παράνομα τα σύνορα.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν η απώλεια του αρχαιολογικού πλαισίου τους. Όταν ένα αντικείμενο αφαιρείται παράνομα από έναν τάφο ή έναν αρχαιολογικό χώρο, χάνεται ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών που θα μπορούσαν να αντλήσουν οι αρχαιολόγοι από τη θέση του, τη σχέση του με άλλα ευρήματα και τις συνθήκες στις οποίες βρέθηκε. Όπως εξήγησε χρόνια αργότερα ο επιμελητής μουσείου Νικ Τόμας, η λεηλασία ενός αρχαιολογικού χώρου «καταστρέφει γνώση».
Χρειάστηκαν περισσότερες από τρεις δεκαετίες για να κλείσει ο κύκλος του περίφημου κρατήρα του Ευφρονίου. Οι έρευνες έδειξαν τελικά ότι είχε περάσει από τα χέρια του διαβόητου εμπόρου αρχαιοτήτων Τζάκομο Μέντιτσι, ο οποίος καταδικάστηκε το 2005 για διακίνηση λεηλατημένων αρχαιοτήτων.
Το 2008 το Metropolitan Museum επέστρεψε το αγγείο στην Ιταλία και το αριστούργημα του Ευφρονίου έγινε σύμβολο της σκοτεινής διαδρομής που μπορεί να ακολουθήσει ένα αρχαίο αντικείμενο: από έναν λεηλατημένο τάφο, στα χέρια μεσαζόντων και λαθρεμπόρων και από εκεί στις προθήκες ενός από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Ο περίφημος κρατήρας του Ευφρονίου, γνωστός και ως «κρατήρας του Σαρπηδόνος», αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα έργα της αρχαίας ελληνικής αγγειογραφίας. Πρόκειται για αγγείο ερυθρόμορφου ρυθμού, διακοσμημένο με δύο παραστάσεις εμπνευσμένες από την ελληνική μυθολογία και την αθηναϊκή ζωή.
Στην κύρια όψη απεικονίζεται ο θάνατος του Σαρπηδόνα, γιου του Δία. Το σώμα του σηκώνουν ο Ύπνος και ο Θάνατος, ενώ ανάμεσά τους στέκεται ο Ερμής και στις δύο πλευρές της σκηνής βρίσκονται ένοπλοι άνδρες. Στην πίσω όψη η σύνθεση είναι πιο λιτή, με τρεις Αθηναίους εφήβους να φορούν τα όπλα τους. Το αγγείο φέρει τις υπογραφές του κεραμέα Ευξίθεου και του αγγειογράφου Ευφρόνιου.
Ο Ευφρόνιος θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της πρώιμης ερυθρόμορφης αγγειογραφίας στην Αττική. Η ζωγραφική του δραστηριότητα τοποθετείται περίπου μεταξύ 520 και 505 π.Χ., σε μια περίοδο κατά την οποία η αττική αγγειογραφία γνώριζε σημαντικές καλλιτεχνικές αλλαγές. Υπήρξε βασική μορφή της ομάδας των λεγόμενων «Πρωτοπόρων», των αγγειογράφων που πειραματίστηκαν με νέους τρόπους απόδοσης του ανθρώπινου σώματος. Οι καλλιτέχνες αυτοί προσπάθησαν να αποδώσουν τις μορφές σε πιο σύνθετες στάσεις, ακολουθώντας εξελίξεις που εμφανίζονταν την ίδια εποχή και στη γλυπτική.
Ο Ευφρόνιος ξεχώρισε ιδιαίτερα για την προσοχή του στη λεπτομέρεια και κυρίως για την απόδοση της ανθρώπινης ανατομίας. Στα έργα του αποτύπωνε με ακρίβεια τη μυολογία των σωμάτων, φτάνοντας ακόμη και στην απεικόνιση των βλεφάρων των μορφών του.
«Ρωτούσαν μόνο αν είναι αυθεντικό»
Το πρόβλημα. φυσικά, δεν περιοριζόταν στην Ιταλία. Η έρευνα του BBC έκανε λόγο ήδη από το 1975 ένα ιδιαίτερα επικερδές διεθνές εμπόριο κλεμμένων αρχαιοτήτων, που εκτεινόταν από τη Νότια Αμερική μέχρι την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός εξερευνητής Χάουαρντ Τζένινγκς περιέγραφε τότε πώς οι αρχαιοκάπηλοι χρησιμοποιούσαν ηλεκτρονικό εξοπλισμό για να εντοπίζουν μεταλλικά αντικείμενα, δείχνοντας προτίμηση στον χρυσό επειδή μπορούσε να μεταφερθεί και να εξαχθεί λαθραία ευκολότερα από τα ογκώδη αγγεία.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, η ευκολία με την οποία τα κλεμμένα αντικείμενα έβρισκαν αγοραστές. Μουσεία, οίκοι δημοπρασιών, έμποροι και ιδιώτες συλλέκτες ενδιαφέρονταν πρωτίστως για ένα πράγμα: αν το αντικείμενο ήταν αυθεντικό. Από τη στιγμή που επιβεβαιωνόταν η αυθεντικότητά του, όπως έλεγε, συχνά «δεν γίνονταν άλλες ερωτήσεις».
Η καταστροφή ξεκινούσε πριν ακόμη πουληθεί το αρχαίο
Το κόστος της αρχαιοκαπηλίας δεν ήταν μόνο οικονομικό. Η Νουσίν Ασκάρι, ειδικός του Μουσείου της Κωνσταντινούπολης, εξηγούσε στο BBC ότι η καταστροφή ξεκινούσε από τη στιγμή της παράνομης ανασκαφής. Αρχαία αντικείμενα μπορούσαν ακόμη και να σπάσουν σκόπιμα ώστε να μεταφερθούν ευκολότερα και να περάσουν παράνομα τα σύνορα.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν η απώλεια του αρχαιολογικού πλαισίου τους. Όταν ένα αντικείμενο αφαιρείται παράνομα από έναν τάφο ή έναν αρχαιολογικό χώρο, χάνεται ένα μεγάλο μέρος των πληροφοριών που θα μπορούσαν να αντλήσουν οι αρχαιολόγοι από τη θέση του, τη σχέση του με άλλα ευρήματα και τις συνθήκες στις οποίες βρέθηκε. Όπως εξήγησε χρόνια αργότερα ο επιμελητής μουσείου Νικ Τόμας, η λεηλασία ενός αρχαιολογικού χώρου «καταστρέφει γνώση».
Χρειάστηκαν περισσότερες από τρεις δεκαετίες για να κλείσει ο κύκλος του περίφημου κρατήρα του Ευφρονίου. Οι έρευνες έδειξαν τελικά ότι είχε περάσει από τα χέρια του διαβόητου εμπόρου αρχαιοτήτων Τζάκομο Μέντιτσι, ο οποίος καταδικάστηκε το 2005 για διακίνηση λεηλατημένων αρχαιοτήτων.
Το 2008 το Metropolitan Museum επέστρεψε το αγγείο στην Ιταλία και το αριστούργημα του Ευφρονίου έγινε σύμβολο της σκοτεινής διαδρομής που μπορεί να ακολουθήσει ένα αρχαίο αντικείμενο: από έναν λεηλατημένο τάφο, στα χέρια μεσαζόντων και λαθρεμπόρων και από εκεί στις προθήκες ενός από τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.
Τι είναι ο κρατήρας του Ευφρονίου
Ο περίφημος κρατήρας του Ευφρονίου, γνωστός και ως «κρατήρας του Σαρπηδόνος», αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σωζόμενα έργα της αρχαίας ελληνικής αγγειογραφίας. Πρόκειται για αγγείο ερυθρόμορφου ρυθμού, διακοσμημένο με δύο παραστάσεις εμπνευσμένες από την ελληνική μυθολογία και την αθηναϊκή ζωή.
Στην κύρια όψη απεικονίζεται ο θάνατος του Σαρπηδόνα, γιου του Δία. Το σώμα του σηκώνουν ο Ύπνος και ο Θάνατος, ενώ ανάμεσά τους στέκεται ο Ερμής και στις δύο πλευρές της σκηνής βρίσκονται ένοπλοι άνδρες. Στην πίσω όψη η σύνθεση είναι πιο λιτή, με τρεις Αθηναίους εφήβους να φορούν τα όπλα τους. Το αγγείο φέρει τις υπογραφές του κεραμέα Ευξίθεου και του αγγειογράφου Ευφρόνιου.
Ο Ευφρόνιος θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της πρώιμης ερυθρόμορφης αγγειογραφίας στην Αττική. Η ζωγραφική του δραστηριότητα τοποθετείται περίπου μεταξύ 520 και 505 π.Χ., σε μια περίοδο κατά την οποία η αττική αγγειογραφία γνώριζε σημαντικές καλλιτεχνικές αλλαγές. Υπήρξε βασική μορφή της ομάδας των λεγόμενων «Πρωτοπόρων», των αγγειογράφων που πειραματίστηκαν με νέους τρόπους απόδοσης του ανθρώπινου σώματος. Οι καλλιτέχνες αυτοί προσπάθησαν να αποδώσουν τις μορφές σε πιο σύνθετες στάσεις, ακολουθώντας εξελίξεις που εμφανίζονταν την ίδια εποχή και στη γλυπτική.
Ο Ευφρόνιος ξεχώρισε ιδιαίτερα για την προσοχή του στη λεπτομέρεια και κυρίως για την απόδοση της ανθρώπινης ανατομίας. Στα έργα του αποτύπωνε με ακρίβεια τη μυολογία των σωμάτων, φτάνοντας ακόμη και στην απεικόνιση των βλεφάρων των μορφών του.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr