Η διπλωματία του... χοτ ντογκ: Πώς ο Ρούζβελτ έφερε πιο κοντά ΗΠΑ και Βρετανία πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο με ένα πικνίκ στην εξοχή

Ήταν τον Ιούνιο του 1939, όταν η εξωτερική πολιτική της Δύσης... πέρασε από ένα τραπέζι στρωμένο με χοτ ντογκ και μπίρες

Τον Ιούνιο του 1939, λίγους μόλις μήνες πριν από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η εξωτερική πολιτική της Δύσης πέρασε από ένα τραπέζι στρωμένο με χοτ ντογκ και μπίρες. Στην εξοχική κατοικία του Φράνκλιν Ρούζβελτ, στο Χάιντ Παρκ της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποδέχθηκε τον βασιλιά Γεώργιο ΣΤ΄ και τη βασίλισσα Ελισάβετ σε μια συνάντηση που έμοιαζε περισσότερο με οικογενειακή εκδρομή παρά με ιστορική διπλωματική αποστολή.

Πίσω από την επιμελημένη ανεπισημότητα, όμως, βρισκόταν ένας απολύτως συγκεκριμένος πολιτικός στόχος. Ο Ρούζβελτ είχε αντιληφθεί ότι η Ευρώπη οδηγούνταν με ταχύτητα προς τον πόλεμο και ότι η Βρετανία σύντομα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με τη ναζιστική Γερμανία. Γνώριζε επίσης ότι χωρίς την αμερικανική οικονομική, βιομηχανική και τελικά στρατιωτική υποστήριξη, οι πιθανότητες του Λονδίνου να αντέξει θα ήταν περιορισμένες. Το πρόβλημά του ήταν ότι οι ίδιοι οι Αμερικανοί δεν ήθελαν να ακούσουν για έναν ακόμη ευρωπαϊκό πόλεμο.


Η σκιά του Μονάχου και η αμερικανική απομόνωση

Στις αρχές του 1939, οι αυταπάτες της ευρωπαϊκής πολιτικής κατευνασμού κατέρρεαν η μία μετά την άλλη. Η Συμφωνία του Μονάχου, με την οποία η Βρετανία και η Γαλλία είχαν αποδεχθεί την παραχώρηση της Σουδητίας στη Γερμανία, δεν εξασφάλισε την ειρήνη που είχε υποσχεθεί ο Νέβιλ Τσάμπερλεν. Τον Μάρτιο, οι γερμανικές δυνάμεις εισέβαλαν στην υπόλοιπη Τσεχοσλοβακία, αποδεικνύοντας ότι οι φιλοδοξίες του Αδόλφου Χίτλερ δεν περιορίζονταν στην ένωση γερμανόφωνων πληθυσμών.

Ο Ρούζβελτ είχε πλέον πειστεί ότι η Βρετανία δεν θα μπορούσε για πολύ να αποφύγει τη στρατιωτική σύγκρουση. Δεν μπορούσε, ωστόσο, να προετοιμάσει ανοιχτά την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο. Η μνήμη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρέμενε ζωντανή και μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης θεωρούσε ότι η χώρα είχε παρασυρθεί άδικα σε μια ευρωπαϊκή σύρραξη, από την οποία δεν είχε αποκομίσει τίποτε άλλο παρά απώλειες και απογοήτευση.

Η απομονωτική διάθεση δεν αποτελούσε περιθωριακό ρεύμα. Κυριαρχούσε στην κοινωνία, επηρέαζε το Κογκρέσο και είχε αποτυπωθεί στους νόμους περί ουδετερότητας, οι οποίοι περιόριζαν τις δυνατότητες της κυβέρνησης να βοηθήσει κράτη που εμπλέκονταν σε πολεμικές συγκρούσεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος χρειαζόταν επομένως να αλλάξει όχι μόνο την πολιτική, αλλά πρώτα την εικόνα που είχαν οι πολίτες του για τη Βρετανία.


Η πρώτη επίσκεψη Βρετανού μονάρχη

Η πρόσκληση προς τον Γεώργιο ΣΤ΄ και τη σύζυγό του ήταν ιστορική. Κανένας εν ενεργεία Βρετανός μονάρχης δεν είχε μέχρι τότε πατήσει σε αμερικανικό έδαφος. Η ίδια η επίσκεψη αποτελούσε ένδειξη ότι οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες είχαν ξεπεράσει τις παλιές καχυποψίες και τις μνήμες της αμερικανικής ανεξαρτησίας.

Για τον Ρούζβελτ, όμως, η παρουσία του βασιλικού ζεύγους είχε και μια βαθύτερη επικοινωνιακή λειτουργία. Ήθελε να παρουσιάσει τους Βρετανούς μονάρχες όχι ως εκπροσώπους μιας μακρινής και αλαζονικής αυτοκρατορίας, αλλά ως συμπαθείς, προσιτούς ανθρώπους που εκπροσωπούσαν μια δημοκρατική χώρα απέναντι στον επεκτατισμό των ολοκληρωτικών καθεστώτων.
Το Χάιντ Παρκ ήταν το ιδανικό σκηνικό. Δεν επρόκειτο για τον Λευκό Οίκο, με το αυστηρό πρωτόκολλο και τη βαρύτητα της κρατικής εξουσίας. Ήταν ο τόπος όπου είχε γεννηθεί ο Ρούζβελτ, όπου εξακολουθούσε να κατοικεί η ηλικιωμένη μητέρα του και όπου ο ίδιος αισθανόταν ότι μπορούσε να γνωρίσει καλύτερα τους ανθρώπους που προσκαλούσε.

Η επιλογή του χώρου ήταν από μόνη της πολιτική πράξη. Ο πρόεδρος μετέφερε τη διπλωματία από τις επίσημες αίθουσες στο προσωπικό του περιβάλλον, εκεί όπου μπορούσαν να καλλιεργηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης χωρίς την πίεση της δημόσιας σκηνής.

Από αριστερά: Έλινορ Ρούζβελτ, Βασιλιάς Γεώργιος, Σάρα Ντελάνο Ρούζβελτ (μητέρα του Αμερικανού προέδρου), Βασίλισσα Ελισσάβετ, Φράνκλιν Ρούζβελτ

Δύο ηγέτες με κρυφές ανασφάλειες

Ο Γεώργιος ΣΤ΄ είχε ανέβει στον θρόνο απροετοίμαστος. Η παραίτηση του μεγαλύτερου αδελφού του, Εδουάρδου Η΄, προκειμένου να παντρευτεί την Αμερικανίδα Γουόλις Σίμπσον, τον είχε τοποθετήσει αιφνιδίως στο επίκεντρο μιας μοναρχίας που περνούσε βαθιά κρίση.

Ο νέος βασιλιάς ήταν συγκρατημένος, ανασφαλής και αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα τραυλισμού. Η δημόσια ομιλία, βασικό καθήκον ενός σύγχρονου μονάρχη, αποτελούσε γι’ αυτόν προσωπική δοκιμασία. Παράλληλα, γνώριζε ότι ειδικά στις ΗΠΑ ο αδελφός του διατηρούσε την εικόνα του κοσμοπολίτη και λαμπερού πρίγκιπα, ενώ ο ίδιος θεωρούνταν περισσότερο συμβατικός και άχρωμος.

Απέναντί του βρισκόταν ένας πρόεδρος που επίσης έκρυβε από το ευρύ κοινό μια σημαντική σωματική δυσκολία. Ο Ρούζβελτ δεν μπορούσε να περπατήσει χωρίς βοήθεια μετά την ασθένεια που είχε περάσει, σε ηλικία 39 ετών. Η δημόσια εικόνα του είχε χτιστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε η αναπηρία του να εμφανίζεται όσο το δυνατόν λιγότερο.

Οι δύο άνδρες διέθεταν διαφορετικές προσωπικότητες, αλλά μοιράζονταν την εμπειρία της σωματικής ευαλωτότητας και την ανάγκη να προβάλλουν προς τα έξω αυτοπεποίθηση. Αυτό φαίνεται ότι συνέβαλε στη γρήγορη ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης οικειότητας.

Ο βασιλιάς, που συνήθως αισθανόταν άβολα μπροστά σε ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες, βρήκε τον Ρούζβελτ προσιτό και εύκολο στη συζήτηση. Για πρώτη φορά είχε την ευκαιρία να μιλήσει ουσιαστικά για διεθνή πολιτική με έναν ηγέτη τέτοιου μεγέθους, χωρίς να αισθάνεται ότι εξεταζόταν ή υποτιμούνταν.


Τα κοκτέιλ που έσπασαν τον πάγο

Η ανεπίσημη ατμόσφαιρα καλλιεργήθηκε από την πρώτη στιγμή. Όταν το βασιλικό ζεύγος έφτασε στην κατοικία έπειτα από μια κουραστική διαδρομή από τη Νέα Υόρκη, ο Ρούζβελτ το υποδέχθηκε με κοκτέιλ. Ο ίδιος φέρεται να είπε στον βασιλιά ότι η μητέρα του θεωρούσε πως έπρεπε να τους προσφέρουν τσάι, καθώς δεν ενέκρινε τα κοκτέιλ. «Ούτε και η δική μου μητέρα», απάντησε ο Γεώργιος, απλώνοντας το χέρι του για να πάρει το ποτό.

Η μικρή αυτή ανταλλαγή αποτύπωσε το πνεύμα ολόκληρης της επίσκεψης. Οι τίτλοι, το πρωτόκολλο και οι αυστηρές τελετουργίες παραμερίστηκαν. Στη θέση τους δημιουργήθηκε ένα κλίμα προσωπικής επικοινωνίας, στο οποίο μπορούσαν να συζητηθούν τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής.

Μετά το δείπνο, ο Ρούζβελτ και ο βασιλιάς συζήτησαν την κατάσταση στην Ευρώπη και τις δυνατότητες παροχής βοήθειας προς τη Βρετανία χωρίς ευθεία παραβίαση των αμερικανικών νόμων περί ουδετερότητας. Παρών ήταν και ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μακένζι Κινγκ, καθώς η περιοδεία του βασιλικού ζεύγους περιλάμβανε και τη βορειοαμερικανική κτήση του βρετανικού Στέμματος.

Δεν επρόκειτο ακόμη για επίσημη στρατιωτική συμμαχία. Ήταν, όμως, μια πρώτη άσκηση αναζήτησης των πολιτικών και νομικών διαδρομών μέσω των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να στηρίξουν τη Βρετανία όταν θα ερχόταν η αναπόφευκτη σύγκρουση.


Η διπλωματία του χοτ ντογκ

Το αποκορύφωμα της επίσκεψης ήρθε την επόμενη ημέρα, στις 11 Ιουνίου. Μετά την κυριακάτικη λειτουργία, ο πρόεδρος οδήγησε προσωπικά τον βασιλιά και τη βασίλισσα στο Top Cottage, ένα μικρότερο σπίτι μέσα στην ιδιοκτησία του, το οποίο χρησιμοποιούσε ως καταφύγιο από την καθημερινή πίεση.

Εκεί πραγματοποιήθηκε το διάσημο πικνίκ. Στη σκιά των δέντρων, μαζί με εργαζομένους του κτήματος και λίγους γείτονες, ο βασιλιάς της Βρετανίας κλήθηκε να φάει το κατ' εξοχήν αμερικανικό λαϊκό έδεσμα: χοτ ντογκ.

Η εικόνα ήταν υπολογισμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ο μονάρχης έβγαλε τη γραβάτα του, έφαγε με τα χέρια, ήπιε μπίρα και κινηματογράφησε στιγμές της ημέρας. Αργότερα, κολύμπησε μαζί με τον πρόεδρο στην πισίνα της κατοικίας. Η βασίλισσα αντιμετώπισε το χοτ ντογκ περισσότερο σύμφωνα με το βασιλικό πρωτόκολλο, χρησιμοποιώντας μαχαίρι και πιρούνι, και παρέμεινε στη σκιά, αντί να κολυμπήσει.

Για τον αμερικανικό Τύπο και την κοινή γνώμη, οι φωτογραφίες και οι περιγραφές της ημέρας είχαν τεράστια αξία. Η βρετανική μοναρχία έχανε για λίγο την απόσταση και την επισημότητά της. Ο βασιλιάς παρουσιαζόταν ως ένας άνθρωπος που μπορούσε να καθίσει δίπλα σε απλούς Αμερικανούς και να συμμετάσχει στις συνήθειές τους.

Ο Ρούζβελτ είχε επιτύχει τον πρώτο του στόχο: να δημιουργήσει συναισθηματική εγγύτητα ανάμεσα στην αμερικανική κοινωνία και τη Βρετανία.


Η πολιτική δύναμη της προσωπικής σχέσης

Η επίσκεψη δεν άλλαξε από τη μία ημέρα στην άλλη την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Το Κογκρέσο εξακολούθησε να αντιστέκεται στην άμεση βοήθεια προς το Λονδίνο και η απομονωτική πτέρυγα παρέμεινε ισχυρή.

Όταν ο πόλεμος ξέσπασε τον Σεπτέμβριο του 1939, οι ΗΠΑ δεν μπήκαν αμέσως στη σύγκρουση. Ακολούθησαν περισσότερα από δύο χρόνια δύσκολων πολιτικών κινήσεων, ώσπου εγκρίθηκε τον Μάρτιο του 1941 ο νόμος Lend-Lease, που επέτρεψε στην αμερικανική κυβέρνηση να προμηθεύει τη Βρετανία και άλλους συμμάχους με όπλα, πλοία, τρόφιμα και στρατηγικό υλικό.

Η πλήρης είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο ήρθε μόνο μετά την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Το πικνίκ, επομένως, δεν δημιούργησε από μόνο του τη συμμαχία. Δημιούργησε όμως κάτι που προηγείται συχνά των συμμαχιών: εμπιστοσύνη, αμοιβαίο σεβασμό και μια πολιτική αφήγηση που μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τις κοινωνίες των δύο κρατών.

Ο Γεώργιος έφυγε από το Χάιντ Παρκ με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Οι σημειώσεις που κράτησε από τις συνομιλίες του με τον Ρούζβελτ παρέμειναν μαζί του κατά τη διάρκεια του πολέμου. Για έναν μονάρχη που είχε ανέλθει στον θρόνο μέσα σε προσωπική και θεσμική κρίση, η επιτυχία της αμερικανικής επίσκεψης αποτέλεσε απόδειξη ότι μπορούσε να εκπληρώσει τον ρόλο του.

Η εμπειρία αυτή θα αποδεικνυόταν κρίσιμη μόλις λίγους μήνες αργότερα, όταν ο βασιλιάς θα καλούνταν να αποτελέσει σύμβολο ενότητας και αντοχής μιας χώρας σε πόλεμο.


Η αρχή της «ειδικής σχέσης»

Ο όρος «ειδική σχέση» καθιερώθηκε αργότερα, κυρίως μέσα από τη συνεργασία του Ουίνστον Τσόρτσιλ με τον Ρούζβελτ και στη συνέχεια με τον Χάρι Τρούμαν. Οι βάσεις της, ωστόσο, είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται πριν από τον πόλεμο.

Η επίσκεψη του 1939 ήταν μια νίκη της ήπιας ισχύος. Δεν στηρίχθηκε σε συνθήκες, στρατιωτικές δεσμεύσεις ή δημόσιες εξαγγελίες. Στηρίχθηκε στην εικόνα, στην προσωπική επαφή και στην ικανότητα του Ρούζβελτ να μετατρέψει ένα φαινομενικά ιδιωτικό Σαββατοκύριακο σε πολιτικό γεγονός μεγάλης διάρκειας.

Το μήνυμα προς τους Αμερικανούς ήταν ότι η Βρετανία δεν ήταν μια ξένη αυτοκρατορία που ζητούσε από τις ΗΠΑ να πολεμήσουν για λογαριασμό της. Ήταν μια συγγενής δημοκρατική δύναμη, με κοινή γλώσσα, κοινές πολιτικές παραδόσεις και έναν βασιλιά που μπορούσε να φάει χοτ ντογκ στην εξοχή.

Πίσω από αυτή την απλή εικόνα κρυβόταν η προετοιμασία μιας ιστορικής μετατόπισης. Οι ΗΠΑ δεν ήταν ακόμη έτοιμες να εγκαταλείψουν την απομόνωση. Είχαν, όμως, κάνει το πρώτο ψυχολογικό βήμα προς την αποδοχή ότι η ασφάλειά τους δεν μπορούσε να διαχωριστεί πλήρως από την τύχη της Ευρώπης.


Ένα ιστορικό προηγούμενο με σύγχρονη αντήχηση

Η ιστορία του Χάιντ Παρκ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε κάθε περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ αναμετρώνται ξανά με τον απομονωτισμό. Το βασικό ερώτημα παραμένει το ίδιο: μέχρι ποιο σημείο η Αμερική θεωρεί ότι έχει ευθύνη για την ασφάλεια ενός κόσμου πέρα από τα σύνορά της;

Το 1939, ο Ρούζβελτ δεν μπορούσε να πει ανοιχτά στους Αμερικανούς ότι έπρεπε να προετοιμαστούν για πόλεμο. Μπορούσε, όμως, να αρχίσει να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν τον πιθανό μελλοντικό τους σύμμαχο.

Σε αυτό ακριβώς βρισκόταν η πολιτική του ευφυΐα. Αντί να ξεκινήσει με τα όπλα, τις στρατιωτικές δεσμεύσεις και τον φόβο, ξεκίνησε με την ανθρώπινη επαφή. Αντί να προσπαθήσει να επιβάλει μια συμμαχία από πάνω, επιχείρησε πρώτα να δημιουργήσει τις συναισθηματικές και πολιτικές προϋποθέσεις που θα την καθιστούσαν αποδεκτή.

Το πικνίκ του 1939 δεν σταμάτησε τον πόλεμο και δεν έπεισε αμέσως τους Αμερικανούς να πολεμήσουν. Έδειξε, όμως, ότι οι μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές δεν αρχίζουν πάντοτε σε αίθουσες επιχειρήσεων ή σε επίσημες συνόδους κορυφής. Μερικές φορές αρχίζουν κάτω από τα δέντρα μιας εξοχικής κατοικίας, με δύο ηγέτες να μιλούν μακριά από τις κάμερες και έναν βασιλιά να προσπαθεί για πρώτη φορά να φάει ένα χοτ ντογκ σαν απλός Αμερικανός.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr