Πώς δημιουργήθηκε η αρχαία Σπάρτη (950 π.Χ. – 560 π.Χ.)

Προϊστορικά ευρήματα στην αρχαία Σπάρτη – Η κάθοδος των Δωριέων (11ος αι. π.Χ.) – Από τον μικρό οικισμό των 2.000 κατοίκων του 950 π.Χ., στην ηγέτιδα πόλη της Ελλάδας – Πώς έγιναν οι διαδοχικές επεκτάσεις της Σπάρτης;

Η Αθήνα και η Σπάρτη ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της αρχαιότητας οι δύο κυρίαρχες πόλεις της Ελλάδας. Ακολούθησε ένα μικρό διάστημα ηγεμονίας της Θήβας, με τους Πελοπίδα και Επαμεινώνδα και η άνοδος του βασιλείου της Μακεδονίας, με αποκορύφωμα τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Τον 3ο αι. π.Χ. υπήρξε μια μικρή αναλαμπή της Σπάρτης, αλλά τελικά, το 146 π.Χ. ολόκληρη η Ελλάδα πέρασε στα χέρια των Ρωμαίων. Η Σπάρτη που έχει γίνει θρύλος και στο εξωτερικό (Sparta) δεν ήταν μια πόλη που τα ίχνη της χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Διάφοροι οικισμοί υπήρξαν κατά καιρούς στην περιοχή της αρχαίας Σπάρτης ή κοντά σ’ αυτήν, ωστόσο ο πρώτος πυρήνας της Σπάρτης όπως την ξέρουμε δημιουργήθηκε μετά την κάθοδο των Δωριέων, γύρω στο 950 π.Χ. και με διαδοχικές επεκτάσεις μέσα σε 400 περίπου χρόνια έγινε η μεγάλη αρχαία πόλη – κράτος.

Το θέατρο και η ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης

Από τη νεολιθική εποχή ως την κάθοδο των Δωριέων


Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, ανθρώπινες εγκαταστάσεις υπήρχαν μεταξύ Πάρνωνα και Ταΰγετου, στην περιοχή Κουφόβουνο, πολύ κοντά στη Σπάρτη, από τη νεολιθική εποχή (6.000 π.Χ. – 3.000 π.Χ.). Ακολούθησαν οι εγκαταστάσεις της εποχής του Χαλκού. Στα προελληνικά φύλα των Πελασγών ήρθαν να προστεθούν οι Έλληνες φορείς του Μεσοελλαδικού Πολιτισμού (1900 π.Χ.-1600 π.Χ.) που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή των Αμυκλών, στην κοιλάδα του Ευρώτα και ανέπτυξαν σχέσεις με την Αργολίδα και την Κρήτη.

Περισσότερα τεκμήρια άφησαν οι επόμενοι αιώνες, της αποκαλούμενης υστεροελλαδικής ή μινωικής εποχής. Πλήθος συνοικισμών και νεκροταφείων σε ολόκληρη τη Λακωνία μαρτυρούν πυκνότητα πληθυσμού, πλούτο και δύναμη των κατοίκων. Το ακμαιότερο κέντρο αυτών των χρόνων ήταν η Σπάρτη, το βασίλειο του Μενέλαου.

Η μυκηναϊκή Σπάρτη δεν είναι γνωστό πού ακριβώς βρισκόταν. Ίσως κοντά στο Μενελάειον (Θεράπναι), στην ανατολική πλευρά του Ευρώτα, αλλά πάντως όχι στη θέση της Σπάρτης των ιστορικών χρόνων, η ιστορία της οποίας αρχίζει με την Κάθοδο των Δωριέων.

Ο αρχικός πυρήνας της αρχαίας Σπάρτης και η επέκταση της πόλης


Ο γνωστός όρος «Κάθοδος των Δωριέων» θεωρείται πλέον ξεπερασμένος επιστημονικά και χρησιμοποιείται κυρίως για χρονολογικούς προσδιορισμούς. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η «Κάθοδος των Δωριέων» έγινε γύρω στο 1.100 π.Χ., όταν ελληνικά φύλα από την Πίνδο μετακινήθηκαν προς τον νότο. Κατά μία εκδοχή, οι Δωριείς που εγκαταστάθηκαν στην άνω κοιλάδα του Ευρώτα, τη Λακεδαίμονα λίγο πριν το 1.000 π.Χ. με επικεφαλής τον θρυλικό Ηρακλείδη Αριστόδημο προέρχονταν από την Αιτωλοακαρνανία.

Σύμφωνα με άλλη προέρχονταν από τη Δωρίδα. Ένα μικρό τμήμα από τους Δωριείς αυτούς κράτησε τη θέση γύρω από το ύψωμα της μετέπειτα ακρόπολης της Σπάρτης σχηματίζοντας τους τέσσερις αρχικούς συνοικισμούς (Πιτάνη, Λίμνες, Μεσόα και Κυνόσουρα). Το τμήμα αυτό διέθετε γύρω στους 2.000 πολεμιστές.

Σπαρτιάτες πολεμιστές

Καθώς ήταν απομονωμένο ανάμεσα σε ακμαίους και πυκνούς προδωρικούς συνοικισμούς και μπροστά στον κίνδυνο να εξοντωθεί ή να αφομοιωθεί από αυτούς, όπως έγινε με τους Δωριείς άλλων περιοχών της Πελοποννήσου συσπειρώθηκε και προσανατολίστηκε στο ιδεώδες μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής ζωής σε συνεχή πολεμική ετοιμότητα.

Οι Σπαρτιάτες διατήρησαν τη φυλετική τους ενότητα μέσα σε συνθήκες ζωής στρατοπέδου και κράτησαν αποστάσεις από τον ντόπιο πληθυσμό, τον οποίο υποχρέωσαν να καλλιεργεί τη γη και να τους τρέφει. Έτσι, οι κίνδυνοι και οι ζωτικές ανάγκες των πρώτων χρόνων της δωρικής εγκατάστασης δημιούργησαν τους είλωτες, το πρώτο στοιχείο της σπαρτιατικής ιστορίας.

'Ή ταν ή επί τας'

Η επέκταση της Σπάρτης


Ήδη από τον 10 αι. π.Χ. οι Σπαρτιάτες επεκτάθηκαν προς τον βορρά με την κατάκτηση της Πελλάνας και της Σελλασίας, δύο αρκαδικών πόλεων. Τον επόμενο αιώνα η Σπάρτη επεκτάθηκε ακόμα βορειότερα, καθώς κατέλαβε την περιοχή της Αιγυτίδος.

Παράλληλα, οι Σπαρτιάτες στράφηκαν προς την κοιλάδα του Ευρώτα, όπου συνάντησαν ισχυρή αντίσταση. Αν και οι πόλεις Φάρις και Γερόνθρες καταλήφθηκαν εύκολα, δεν έγινε το ίδιο και στις Αμύκλες. Αν και η πόλη πιθανότατα υπέκυψε και παραδόθηκε, οι όροι της συμφωνίας ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκοί γι’ αυτή. Είναι χαρακτηριστικό, ότι οι Αμύκλες δεν περιέπεσαν ποτέ σε καθεστώς υποτέλειας και οι κάτοικοί τους απολάμβαναν τα ίδια πολιτικά δικαιώματα με τους υπόλοιπους Σπαρτιάτες.

Στάδιο στην αρχαία Σπάρτη

Οι κάτοικοι των Γερονθρών και της Φάριδος εντάχθηκαν στο πολιτικό σύστημα της Σπάρτης ως περίοικοι. Στη συνέχεια, οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την περιοχή της Δενθελιάτιδος ξεκινώντας συγκρούσεις και με τους Μεσσήνιους. Δεν μπορούσαν όμως ακόμα να συγκρουστούν μαζί τους, καθώς οι Μεσσήνιοι με τους συμμάχους τους Αργείους ήταν πανίσχυροι.

Για να δώσουν λύση στο διογκούμενο πρόβλημα του διαρκώς αυξανόμενου πληθυσμού, οι Σπαρτιάτες κινήθηκαν προς την κάτω κοιλάδα του Ευρώτα και την περιοχή της σημερινής Μάνης. Μόνο η πόλη Έλος αντιστάθηκε σθεναρά. Τελικά καταλήφθηκε και αυτή και οι κάτοικοί της έγιναν είλωτες.

Χάρτης της αρχαίας Σπάρτης

Ο Α’ Μεσσηνιακός Πόλεμος και οι θεσμοί της σπαρτιατικής πολιτείας


Στα μέσα του 8ου αι π.Χ. οι Σπαρτιάτες θεώρησαν ότι είχε έρθει η ώρα να επιτεθούν και κατά των Μεσσηνίων, καθώς οι πλούσιες πεδιάδες της Μεσσήνης θα πρόσφεραν νέους κλήρους γης. Ο Α’ Μεσσηνιακός Πόλεμος είχε διάρκεια 20 χρόνια, όμως δεν είναι βέβαιο ποτέ έγινε. Πιθανότερο θεωρείται ότι ξεκίνησε το 735 π.Χ. και τελείωσε το 715 π.Χ. με νίκη των Σπαρτιατών. Έτσι, πολλοί περίοικοι εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του άνω Πάμισου (Στενύκλαρος).

Οι ντόπιοι Μεσσήνιοι έγιναν είλωτες. Όμως, με τις διαρκείς εξεγέρσεις τους πονοκεφάλιαζαν τη Σπάρτη. Πολλοί περίοικοι εγκαταστάθηκαν επίσης σε περιοχές της Αρκαδίας και της Αργολίδας (Βελιμινάτις, Θυρεάτις), ενώ οι Παρθενίες (παιδιά που είχαν αποκτήσει Σπαρτιάτισσες από γάμους με περίοικους), που είχαν συνωμοτήσει κατά της Σπάρτης απομακρύνθηκαν με εύσχημο τρόπο στην Κάτω Ιταλία, όπου γύρω στο 700 π.Χ. ίδρυσαν τον Τάραντα.

Παράλληλα οργανώθηκαν και οι θεσμοί της σπαρτιατικής πολιτείας. Κυριότερα στοιχεία της είναι αυτά που περιέχονται στη μεγάλη «Ρήτρα», το παλαιότερο κείμενο της ελληνικής ιστορίας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η «Ρήτρα» ήταν χρησμός που δόθηκε από το Μαντείο των Δελφών στον νομοθέτη Λυκούργο και περιείχε οδηγίες για τη σύνταξη του πολιτεύματος της Σπάρτης. Οι θεσμοί που προβλέπονταν ήταν:

α) η διπλή βασιλεία
β) η Γερουσία, ένα νομοθετικό σώμα από 30 μέλη, προερχόμενα από την τάξη των ευγενών.
γ) η Εκκλησία του Δήμου, που έλαβε το όνομα Απέλλα με τακτές συνελεύσεις και πραγματική εξουσία.

Λυκούργος

Στη «Ρήτρα» δεν γινόταν αναφορά στους πέντε Εφόρους, άρχοντες που εκλέγονταν από τις τέσσερις αρχικές κώμες που συγκρότησαν τη Σπάρτη και τις Αμύκλες. Ο θεσμός αυτός υπήρχε τουλάχιστον από το 754 π.Χ.

Σύμφωνα με τη «Ρήτρα», οι βασιλιάδες ήταν μέλη της Γερουσίας και όχι αυτοτελείς φορείς του πολιτεύματος. Αυτό προκάλεσε συχνές συγκρούσεις μεταξύ βασιλιάδων και δήμου.

Ο Β’ Μεσσηνιακός Πόλεμος


Η εσωτερική κρίση που δημιουργήθηκε στη Σπάρτη λύθηκε μεταξύ 676 π.Χ. και 673 π.Χ., με τη βοήθεια του Λέσβιου μουσικού Τέρπανδρου. Ακολούθησε η σπαρτιατική εισβολή στην Αργολίδα. Βασιλιάς του Άργους τότε ήταν ο περίφημος Φείδων που συνέδεσε το όνομά του με την πρώτη νομισματική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα. Το 669 π.Χ. οι Σπαρτιάτες ηττήθηκαν στις Υσιές (κοντά στον σημερινό Αχλαδόκαμπο).

Πιθανότατα εκεί ο σπαρτιατικός στρατός υπέστη τη μεγαλύτερη ήττα της ιστορίας του. Αυτό το γεγονός έδωσε το έναυσμα στους Μεσσήνιους να ξεσηκωθούν, με επικεφαλής τον Αριστομένη. Στο πλευρό τους πολεμούσαν Αρκάδες, Αργείοι (χωρίς τον Φείδωνα όμως που σκοτώθηκε σε μάχη με τους Κορίνθιους), Ηλείοι και Σικυώνιοι(Σικυώνα ονομάζεται συχνά, ακόμα και σήμερα το Κιάτο).

Σπαρτιάτες σε μάχη

Οι Σπαρτιάτες συνάντησαν τεράστιες δυσκολίες. Σημαντική ήταν η βοήθεια του ποιητή Τυρταίου, που με τις ελεγείες του εμψύχωνε τους Σπαρτιάτες (κάτι ανάλογο έγινε και στην Επανάσταση του 1821, με τον θρυλικό Τσοπανάκο, στον οποίο είχε μεγάλη αδυναμία ο Νικηταράς).

Τελικά, η σύγκρουση αυτή, γνωστή ως Β’ Μεσσηνιακός πόλεμος έληξε με την κατάληψη του τελευταίου οχυρού των εξεγερμένων, της Είρας και τη φυγή του Αριστομένη για τη Ρόδο, όπου και πέθανε. Οι Σπαρτιάτες μοίρασαν τη Στενύκλαρο σε 4.500 κλήρους, ενώ αργότερα κατέλαβαν την Πύλο και τη Μεθώνη όπου εγκατέστησαν κοινότητες περιοίκων.

Οι Σπαρτιάτες πολίτες, ήταν συνολικά πλέον 9.000. Έγιναν κάτοχοι κλήρων γης και ως όμοιοι πλέον, χωρίς δηλαδή ιδιαίτερη προνομιακή μεταχείριση της τάξης των ευγενών, αποτέλεσαν το δάμον των Σπαρτιατών. Έτσι, η σημαντικότερη πολιτειακή μεταβολή που προέκυψε από τον Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο ήταν η παραίτηση των ευγενών από τα περισσότερα προνόμιά τους, έτσι ώστε να επιτευχθεί η εξίσωση των πολιτών.

Αρχαίοι Σπαρτιάτες πολεμιστές

Επίλογος


Έτσι, πριν το τέλος του 6ου αι. π.Χ. η Σπάρτη συγκέντρωσε σταδιακά υπό την ηγεσία της, τις δυνάμεις σχεδόν όλων των πόλεων της Πελοποννήσου, αλλά και των Μεγάρων και της Αίγινας. Οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους, τις παραμονές των Περσικών Πολέμων αναδείχθηκαν στη σπουδαιότερη και πιο αξιόμαχη δύναμη του ελληνικού κόσμου. Η Σπάρτη στα ύστερα βυζαντινά χρόνια επισκιάστηκε από τον Μυστρά, ενώ η σύγχρονη Σπάρτη άρχισε να χτίζεται μόλις το 1834.

Πηγή: ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΡΥΚΑΣ, Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ» (8ος – 6ος αιώνας π.Χ.), ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», ΤΕΥΧΟΣ 45, ΜΑΪΟΣ 2000.
Εγκυκλοπαίδειες ΔΟΜΗ, ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΝΙΚΑ.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr