Τι θα πει ο Μητσοτάκης με τον Ερντογάν στη συνάντηση της Τετάρτης - Οι κόκκινες γραμμές της Αθήνας και η βούληση να μην εμπλακούν τρίτοι
08.02.2026
17:17
Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδος - Τουρκίας συνεδριάζει την Τετάρτη με αρκετούς μήνες καθυστέρηση - Οι «κόκκινες γραμμές» της Αθήνας - Ρητορική αμφισβήτησης χωρίς κλιμάκωση από Αγκυρα
Με ανταλλαγή μηνυμάτων και από τις δύο πλευρές κορυφώνεται η προετοιμασία για την αναμενόμενη εδώ και καιρό συνάντηση κορυφής Ελλάδος - Τουρκίας και τη σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Αγκυρα.
Ο προγραμματισμός είναι για τις 11 Φεβρουαρίου και η ημερομηνία ανακοινώθηκε μόλις την περασμένη Πέμπτη, καθώς λόγω των εξελίξεων σχετικά με το Ιράν αλλά και τις συνομιλίες για το Ουκρανικό θα μπορούσε να προκύψει εμπλοκή στο πρόγραμμα των δύο ηγετών και κανείς δεν θα ήθελε να αναβληθεί μια επισήμως ανακοινωμένη συνάντηση. Ειδικά, μάλιστα, μετά την εμπειρία της ματαίωσης της προγραμματισμένης συνάντησης που είχαν οι δύο ηγέτες τον Σεπτέμβριο, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.
Θα είναι η πρώτη συνάντηση των δύο ηγετών από τις 24 Σεπτεμβρίου 2024, όταν είχαν συναντηθεί στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Το 2023 και το 2024 υπήρχε μια κανονικότητα και τακτικότητα στις συναντήσεις κορυφής. Το 2023 οι κύριοι Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχαν συναντηθεί στις 12 Ιουλίου στο Βίλνιους, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου έθεσαν και το χρονοδιάγραμμα αυτής της επαναπροσέγγισης και του δομημένου διαλόγου.
Ακολούθησε η συνάντηση στο Τουρκικό Σπίτι στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 20 Σεπτεμβρίου, και η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2023, και την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών.
Το 2024 υπήρξαν και πάλι τρεις συναντήσεις: στις 13 Μαΐου στην Αγκυρα, στις 10 Ιουλίου στην Ουάσινγκτον, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, και λίγο αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου, στον ΟΗΕ. Τότε έδωσαν ραντεβού για τις αρχές του 2025, όμως χρειάστηκε τελικά να περάσουν 17 μήνες για να συμφωνηθεί η σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας και η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Αγκυρα.
Ενα μεγάλο διάστημα στο οποίο έχουν μεσολαβήσει πολλά τόσο στις σχέσεις των δύο χωρών όσο, κυρίως, στο διεθνές περιβάλλον, όπου η έλευση του Ντόναλντ Τραμπ και ο τρόπος παρέμβασής του στο διεθνές σύστημα προκαλεί αναταράξεις και ανακατατάξεις στις συμμαχίες και στους ανταγωνισμούς, ειδικά στην περίπλοκη Μέση Ανατολή. Συγχρόνως, όμως, προκαλεί και δεύτερες και τρίτες σκέψεις στις χώρες που είναι συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ και έχουν ανταγωνιστικές ή σχέσεις αντιπαλότητας μεταξύ τους.
Η διαφορά είναι, όπως τόνιζε έμπειρος διπλωμάτης, ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει στραμμένο το βλέμμα προς Ανατολάς, ενώ αντιθέτως η Αγκυρα περιστρέφεται 360°, αντιμετωπίζοντας απειλές ή εκμεταλλευόμενη ευκαιρίες που ανοίγονται σε αυτό το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον σε κάθε κατεύθυνση κι έτσι τα Ελληνοτουρκικά δεν δείχνουν να αποτελούν προτεραιότητά της. Αυτό φυσικά δεν είναι αναγκαστικά αρνητικό, καθώς εφόσον η Τουρκία δεν επιθυμεί ή δεν είναι έτοιμη για την επίλυση των προβλημάτων με την Ελλάδα, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για συνέχιση μιας λειτουργικής σχέσης, με ανάπτυξη της συνεργασίας στη λεγόμενη θετική ατζέντα και διατήρηση των ήρεμων νερών στο Αιγαίο.
Από την Αγκυρα, τις τελευταίες εβδομάδες, εκτός των δύο δηλώσεων του Χακάν Φιντάν, δεν υπήρξε άλλη πολιτική τοποθέτηση για τα Ελληνοτουρκικά, καθώς τον ρόλο αυτό, για τυπικές ανακοινώσεις που επιβεβαιώνουν τις τουρκικές θέσεις, έχει αναλάβει το υπουργείο Αμυνας. Κάτι τέτοιο έγινε και την περασμένη Πέμπτη, απορρίπτοντας ουσιαστικά τη δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για το δικαίωμα της Ελλάδος στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., όποτε το κρίνει σκόπιμο, με την τουρκική πλευρά να υποστηρίζει ότι αυτό είναι αντίθετο με το διεθνές δίκαιο και να υπενθυμίζει ότι η Τουρκία λαμβάνει μέτρα για να προστατεύσει τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Η τουρκική πλευρά συνέχισε βεβαίως την πρακτική επιβεβαίωσης των θέσεών της με παράνομο τρόπο, μέσω του διεθνούς μηχανισμού έκδοσης NAVTEX και NOTAM, κάτι που όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί κλιμάκωση, καθώς πρόκειται περί μόνιμης πρακτικής που απλώς επιβαρύνει τις σχέσεις και συνιστά καταχρηστική χρήση του συστήματος που έχει δημιουργηθεί για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και της αεροπλοΐας.
Η Αθήνα, με δηλώσεις και συνεντεύξεις του πρωθυπουργού αλλά και των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας Γιώργου Γεραπετρίτη και Νίκου Δένδια, έχει σπεύσει τις τελευταίες εβδομάδες να θέσει το πλαίσιο αυτής της συνάντησης, όπου διατυπώνονται καθαρά οι ελληνικές θέσεις αρχής για τις συνομιλίες με την Τουρκία, χωρίς υψηλές προσδοκίες για «άλματα», δείχνοντας τον δρόμο μιας συμβίωσης χωρίς επικίνδυνες και συχνά αχρείαστες εντάσεις...
Αυτός ο δρόμος δεν είναι εύκολος, καθώς η Τουρκία έχει επανειλημμένα δείξει ότι ερμηνεύει διαφορετικά αυτή την πολιτική των «ήρεμων νερών», θεωρώντας ότι θα πρέπει να είναι το αντάλλαγμα για την παραίτηση της Ελλάδος από την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της με τα οποία δεν συμφωνεί η Τουρκία.
Ο προγραμματισμός είναι για τις 11 Φεβρουαρίου και η ημερομηνία ανακοινώθηκε μόλις την περασμένη Πέμπτη, καθώς λόγω των εξελίξεων σχετικά με το Ιράν αλλά και τις συνομιλίες για το Ουκρανικό θα μπορούσε να προκύψει εμπλοκή στο πρόγραμμα των δύο ηγετών και κανείς δεν θα ήθελε να αναβληθεί μια επισήμως ανακοινωμένη συνάντηση. Ειδικά, μάλιστα, μετά την εμπειρία της ματαίωσης της προγραμματισμένης συνάντησης που είχαν οι δύο ηγέτες τον Σεπτέμβριο, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη.
Θα είναι η πρώτη συνάντηση των δύο ηγετών από τις 24 Σεπτεμβρίου 2024, όταν είχαν συναντηθεί στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Το 2023 και το 2024 υπήρχε μια κανονικότητα και τακτικότητα στις συναντήσεις κορυφής. Το 2023 οι κύριοι Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχαν συναντηθεί στις 12 Ιουλίου στο Βίλνιους, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, όπου έθεσαν και το χρονοδιάγραμμα αυτής της επαναπροσέγγισης και του δομημένου διαλόγου.
Ακολούθησε η συνάντηση στο Τουρκικό Σπίτι στη Νέα Υόρκη, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, στις 20 Σεπτεμβρίου, και η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε με το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2023, και την υπογραφή της Διακήρυξης των Αθηνών.
Το 2024 υπήρξαν και πάλι τρεις συναντήσεις: στις 13 Μαΐου στην Αγκυρα, στις 10 Ιουλίου στην Ουάσινγκτον, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, και λίγο αργότερα, στις 24 Σεπτεμβρίου, στον ΟΗΕ. Τότε έδωσαν ραντεβού για τις αρχές του 2025, όμως χρειάστηκε τελικά να περάσουν 17 μήνες για να συμφωνηθεί η σύγκληση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας και η επίσκεψη Μητσοτάκη στην Αγκυρα.
Ενα μεγάλο διάστημα στο οποίο έχουν μεσολαβήσει πολλά τόσο στις σχέσεις των δύο χωρών όσο, κυρίως, στο διεθνές περιβάλλον, όπου η έλευση του Ντόναλντ Τραμπ και ο τρόπος παρέμβασής του στο διεθνές σύστημα προκαλεί αναταράξεις και ανακατατάξεις στις συμμαχίες και στους ανταγωνισμούς, ειδικά στην περίπλοκη Μέση Ανατολή. Συγχρόνως, όμως, προκαλεί και δεύτερες και τρίτες σκέψεις στις χώρες που είναι συνδεδεμένες με τις ΗΠΑ και έχουν ανταγωνιστικές ή σχέσεις αντιπαλότητας μεταξύ τους.
Δύσκολο παιχνίδι
Οι συνομιλίες στην Αγκυρα θα γίνουν σε ένα νέο περιβάλλον, που έχει αποκτήσει τη δική του δυναμική μετά τις παρεμβάσεις Τραμπ στη Μέση Ανατολή και στο ζήτημα της Γάζας, αλλά και με την αναζήτηση νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην Ευρώπη, μετά τον σοβαρό κλονισμό της εμπιστοσύνης στην αξιοπιστία των ΗΠΑ ως σταθερού συμμάχου. Η Τουρκία αναζητεί περιφερειακό ρόλο, που όμως θα της επιτρέπει να έχει στρατηγική αυτονομία, δηλαδή να αποσπά τα θετικά από μια εταιρική σχέση με την Ε.Ε. και μια συμμαχική σχέση με τις ΗΠΑ, συγχρόνως όμως οι υπόλοιποι εταίροι και σύμμαχοι να προσαρμόζονται στις δικές της επιλογές και στρατηγικές επιδιώξεις. Ενα δύσκολο παιχνίδι, από αυτά όμως που ο κ. Ερντογάν δεν διστάζει να μπει με όλα τα χαρτιά του στο τραπέζι.Η διαφορά είναι, όπως τόνιζε έμπειρος διπλωμάτης, ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει στραμμένο το βλέμμα προς Ανατολάς, ενώ αντιθέτως η Αγκυρα περιστρέφεται 360°, αντιμετωπίζοντας απειλές ή εκμεταλλευόμενη ευκαιρίες που ανοίγονται σε αυτό το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον σε κάθε κατεύθυνση κι έτσι τα Ελληνοτουρκικά δεν δείχνουν να αποτελούν προτεραιότητά της. Αυτό φυσικά δεν είναι αναγκαστικά αρνητικό, καθώς εφόσον η Τουρκία δεν επιθυμεί ή δεν είναι έτοιμη για την επίλυση των προβλημάτων με την Ελλάδα, θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για συνέχιση μιας λειτουργικής σχέσης, με ανάπτυξη της συνεργασίας στη λεγόμενη θετική ατζέντα και διατήρηση των ήρεμων νερών στο Αιγαίο.
Από την Αγκυρα, τις τελευταίες εβδομάδες, εκτός των δύο δηλώσεων του Χακάν Φιντάν, δεν υπήρξε άλλη πολιτική τοποθέτηση για τα Ελληνοτουρκικά, καθώς τον ρόλο αυτό, για τυπικές ανακοινώσεις που επιβεβαιώνουν τις τουρκικές θέσεις, έχει αναλάβει το υπουργείο Αμυνας. Κάτι τέτοιο έγινε και την περασμένη Πέμπτη, απορρίπτοντας ουσιαστικά τη δήλωση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για το δικαίωμα της Ελλάδος στην επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., όποτε το κρίνει σκόπιμο, με την τουρκική πλευρά να υποστηρίζει ότι αυτό είναι αντίθετο με το διεθνές δίκαιο και να υπενθυμίζει ότι η Τουρκία λαμβάνει μέτρα για να προστατεύσει τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Η τουρκική πλευρά συνέχισε βεβαίως την πρακτική επιβεβαίωσης των θέσεών της με παράνομο τρόπο, μέσω του διεθνούς μηχανισμού έκδοσης NAVTEX και NOTAM, κάτι που όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί κλιμάκωση, καθώς πρόκειται περί μόνιμης πρακτικής που απλώς επιβαρύνει τις σχέσεις και συνιστά καταχρηστική χρήση του συστήματος που έχει δημιουργηθεί για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και της αεροπλοΐας.
Η Αθήνα, με δηλώσεις και συνεντεύξεις του πρωθυπουργού αλλά και των υπουργών Εξωτερικών και Αμυνας Γιώργου Γεραπετρίτη και Νίκου Δένδια, έχει σπεύσει τις τελευταίες εβδομάδες να θέσει το πλαίσιο αυτής της συνάντησης, όπου διατυπώνονται καθαρά οι ελληνικές θέσεις αρχής για τις συνομιλίες με την Τουρκία, χωρίς υψηλές προσδοκίες για «άλματα», δείχνοντας τον δρόμο μιας συμβίωσης χωρίς επικίνδυνες και συχνά αχρείαστες εντάσεις...
Αυτός ο δρόμος δεν είναι εύκολος, καθώς η Τουρκία έχει επανειλημμένα δείξει ότι ερμηνεύει διαφορετικά αυτή την πολιτική των «ήρεμων νερών», θεωρώντας ότι θα πρέπει να είναι το αντάλλαγμα για την παραίτηση της Ελλάδος από την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της με τα οποία δεν συμφωνεί η Τουρκία.
Αθήνα και Αγκυρα, προτού ακόμη καθίσουν στο τραπέζι, έχουν όπως όλα δείχνουν συμφωνήσει τουλάχιστον σε ένα ζήτημα: δεν επιθυμούν την εμπλοκή τρίτων, φωτογραφίζοντας φυσικά την Ουάσινγκτον και τον Ντόναλντ Τραμπ, στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις σχέσεις τους, προκρίνοντας την προσπάθεια αναζήτησης λύσεων σε διμερές επίπεδο. Και αυτό ίσως να δίνει μια μεγαλύτερη ευκαιρία στην αποφυγή εντάσεων και κρίσεων, που υποχρεωτικά θα έστρεφαν το βλέμμα του Αμερικανού προέδρου στην περιοχή, θέλοντας ίσως να προσθέσει την 9η ειρήνη στη «συλλογή» του.
Ο κ. Μητσοτάκης, πάντως, σε συνέντευξή του (στον ΣΚΑΪ), έδειξε την ετοιμότητα της ελληνικής πλευράς να αναζητήσει ακόμη και ψήγματα επαφής που μπορεί να αφήνουν να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ορισμένες δηλώσεις του Χακάν Φιντάν. Ο Τούρκος ΥΠΕΞ, σε δύο συνεντεύξεις του είχε αφήσει για πρώτη φορά να εννοηθεί διαφορά στα χωρικά ύδατα, λέγοντας ότι «εσείς θέλετε 12 ν.μ., εμείς 6 ν.μ., να συζητήσουμε…», ενώ σε άλλη τόνιζε ότι «η διαφορά στο Αιγαίο δεν είναι ανεπίλυτη… Να συζητήσουμε τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα». Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε θετικό δείγμα τις δηλώσεις Φιντάν, εφόσον, όπως συμπλήρωσε, δείχνουν τη διάθεση της Αγκυρας να μη θέτει με τόση ένταση τα υπόλοιπα θέματα.
Σε ό,τι αφορά τα χωρικά ύδατα, η Αθήνα δηλώνει σε κάθε τόνο ότι αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα άσκησης κυριαρχίας της χώρας μας η επέκταση έως τα 12 ν.μ. Ο πρωθυπουργός, πάντως, στην ίδια συνέντευξη έστειλε ένα ακόμη μήνυμα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, υπενθυμίζοντας ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων λαμβάνει υπόψη και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Στην Αγκυρα όλοι περιμένουν ότι θα είναι δύσκολη στιγμή κατά τις δημόσιες δηλώσεις που συνηθίζονται μετά το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας η αναφορά στην κατάσταση στη Γάζα αλλά και στις ευρωτουρκικές σχέσεις.
Ο Ερντογάν είναι ο πιο φανατικός πολέμιος του Ισραήλ και του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, στρεφόμενος και εναντίον όσων θεωρεί ότι στηρίζουν την πολιτική του στη Γάζα, ενώ η Τουρκία έχει αναγάγει σε μείζον θέμα ασφάλειας την προμήθεια ισραηλινών εξοπλιστικών προγραμμάτων από την Κύπρο και την Ελλάδα, καθώς και το σχήμα της Τριμερούς και τη διευρυμένη σύνθεση 3+1 με τη συμμετοχή των ΗΠΑ. Η Ελλάδα εξηγεί με κάθε τρόπο ότι αυτή η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ δεν έχει αντιτουρκικό χαρακτήρα, όμως αυτό δεν ακούγεται πειστικά στην Αγκυρα, η οποία θεωρεί πλέον το Ισραήλ ως τον πιο επικίνδυνο ανταγωνιστή για έναν περιφερειακό ηγεμονικό ρόλο.
Και φυσικά, ένα από τα θέματα που θα αποτελέσουν δύσκολη και δυσάρεστη δημόσια αντιπαράθεση των εκατέρωθεν θέσεων θα είναι οι ευρωτουρκικές σχέσεις, με την Τουρκία να ενδιαφέρεται πραγματικά για την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ενωσης και την ένταξή της στο πρόγραμμα SAFE ως προθάλαμο για την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Αρχιτεκτονική Ασφάλειας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα υποχρεωθεί να επαναλάβει, ακόμη και εντός του προεδρικού Μεγάρου της Αγκυρας, ότι προϋπόθεση για το δεύτερο είναι η άρση του casus belli, ενώ για το πρώτο, εκτός των άλλων, βασική προϋπόθεση είναι η επίλυση του Κυπριακού και η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με το Κυπριακό να έχει αποτελματωθεί και να αναλώνεται σε συζητήσεις για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, που απλώς απαλλάσσουν την τουρκική πλευρά από την ευθύνη να δηλώσει ευθέως αν αποδέχεται ή όχι λύση εντός του πλαισίου των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Ο κ. Μητσοτάκης, πάντως, σε συνέντευξή του (στον ΣΚΑΪ), έδειξε την ετοιμότητα της ελληνικής πλευράς να αναζητήσει ακόμη και ψήγματα επαφής που μπορεί να αφήνουν να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ορισμένες δηλώσεις του Χακάν Φιντάν. Ο Τούρκος ΥΠΕΞ, σε δύο συνεντεύξεις του είχε αφήσει για πρώτη φορά να εννοηθεί διαφορά στα χωρικά ύδατα, λέγοντας ότι «εσείς θέλετε 12 ν.μ., εμείς 6 ν.μ., να συζητήσουμε…», ενώ σε άλλη τόνιζε ότι «η διαφορά στο Αιγαίο δεν είναι ανεπίλυτη… Να συζητήσουμε τα χωρικά ύδατα και την υφαλοκρηπίδα». Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε θετικό δείγμα τις δηλώσεις Φιντάν, εφόσον, όπως συμπλήρωσε, δείχνουν τη διάθεση της Αγκυρας να μη θέτει με τόση ένταση τα υπόλοιπα θέματα.
Σε ό,τι αφορά τα χωρικά ύδατα, η Αθήνα δηλώνει σε κάθε τόνο ότι αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα άσκησης κυριαρχίας της χώρας μας η επέκταση έως τα 12 ν.μ. Ο πρωθυπουργός, πάντως, στην ίδια συνέντευξη έστειλε ένα ακόμη μήνυμα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, υπενθυμίζοντας ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων λαμβάνει υπόψη και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.
Οι γκρίζες ζώνες
Είναι προφανές από αυτή την «ανταλλαγή» μηνυμάτων ότι η Αθήνα ρητά δηλώνει πως δεν τίθεται θέμα διαπραγμάτευσης για τα χωρικά ύδατα, όπως ίσως θα ήθελε η Τουρκία, όμως έχει πλήρη επίγνωση των όρων και του πλαισίου εντός του οποίου μπορεί να γίνει αυτή η επέκταση, ώστε να είναι συμβατή και με όσα έχουν συζητηθεί και στο παρελθόν στις διερευνητικές επαφές και τα οποία έδειχνε να αποδέχεται η Τουρκία. Ωστόσο είναι προφανές ότι σε μια τέτοια διαδικασία, αν και όποτε ωριμάσουν οι συνθήκες, δεν θα φτάσουμε όσο είναι παρούσες οι υπαρκτές απειλές εις βάρος της κυριαρχίας της χώρας μας, που αφορούν τις γκρίζες ζώνες και το casus belli.Στην Αγκυρα όλοι περιμένουν ότι θα είναι δύσκολη στιγμή κατά τις δημόσιες δηλώσεις που συνηθίζονται μετά το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας η αναφορά στην κατάσταση στη Γάζα αλλά και στις ευρωτουρκικές σχέσεις.
Ο Ερντογάν είναι ο πιο φανατικός πολέμιος του Ισραήλ και του Μπέντζαμιν Νετανιάχου, στρεφόμενος και εναντίον όσων θεωρεί ότι στηρίζουν την πολιτική του στη Γάζα, ενώ η Τουρκία έχει αναγάγει σε μείζον θέμα ασφάλειας την προμήθεια ισραηλινών εξοπλιστικών προγραμμάτων από την Κύπρο και την Ελλάδα, καθώς και το σχήμα της Τριμερούς και τη διευρυμένη σύνθεση 3+1 με τη συμμετοχή των ΗΠΑ. Η Ελλάδα εξηγεί με κάθε τρόπο ότι αυτή η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ δεν έχει αντιτουρκικό χαρακτήρα, όμως αυτό δεν ακούγεται πειστικά στην Αγκυρα, η οποία θεωρεί πλέον το Ισραήλ ως τον πιο επικίνδυνο ανταγωνιστή για έναν περιφερειακό ηγεμονικό ρόλο.
Και φυσικά, ένα από τα θέματα που θα αποτελέσουν δύσκολη και δυσάρεστη δημόσια αντιπαράθεση των εκατέρωθεν θέσεων θα είναι οι ευρωτουρκικές σχέσεις, με την Τουρκία να ενδιαφέρεται πραγματικά για την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ενωσης και την ένταξή της στο πρόγραμμα SAFE ως προθάλαμο για την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Αρχιτεκτονική Ασφάλειας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα υποχρεωθεί να επαναλάβει, ακόμη και εντός του προεδρικού Μεγάρου της Αγκυρας, ότι προϋπόθεση για το δεύτερο είναι η άρση του casus belli, ενώ για το πρώτο, εκτός των άλλων, βασική προϋπόθεση είναι η επίλυση του Κυπριακού και η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με το Κυπριακό να έχει αποτελματωθεί και να αναλώνεται σε συζητήσεις για Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, που απλώς απαλλάσσουν την τουρκική πλευρά από την ευθύνη να δηλώσει ευθέως αν αποδέχεται ή όχι λύση εντός του πλαισίου των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr