Τα μυστικά της Μαντόνα από τον Τζούλιο Ματσολένι: Τρία άγνωστα τραγούδια, ο έρωτας με τον Σον Πεν και όσα δεν έχει ακόμη αφηγηθεί

Ο συγγραφέας του «Madonna Songbook», που θεωρείται κάτι σαν βίβλος της ποπ κουλτούρας, αποκωδικοποιεί τη γυναίκα που γεννήθηκε με το DNA της σούπερ σταρ και έγινε η επιδραστικότερη story-teller του 20ού αιώνα, ίσως και του 21ου

Ο Τζούλιο Ματσολένι είναι ένας από τους κορυφαίους επαγγελματίες και ακαδημαϊκούς της μουσικής βιομηχανίας στην Ευρώπη. Σπούδασε Επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο IULM του Μιλάνου και έκανε τα πρώτα του βήματα στη Νέα Υόρκη, στον κόσμο του θεάτρου του Μπρόντγουεϊ.

Με 25 χρόνια εμπειρίας στη μουσική βιομηχανία, 15 από τα οποία ήταν στη Universal Music και την προώθηση των δίσκων της Μαντόνα στην Ιταλία, ο Ματσολένι αποτελεί μία από τις πιο έγκυρες φωνές για το έργο της.

Το βιβλίο του «Madonna Songbook» (2024) είναι το αποτέλεσμα βαθιάς έρευνας και αδιαμφισβήτητης αγάπης για τη μουσική της. Είναι η παρουσίαση της ιστορίας πίσω από κάθε τραγούδι της Μαντόνα.
Το «Madonna Songbook» κυκλοφόρησε το 2024

«Πίστευα ακράδαντα ότι για τη μουσική της Μαντόνα άξιζε να αποδοθεί η δέουσα δικαιοσύνη. Η μουσική της δεν συζητιέται, η ίδια δεν αναγνωρίζεται ως συνθέτρια και ως παραγωγός, επειδή πολλά άλλα πράγματα μπαίνουν στη μέση - η εικόνα της, το γεγονός ότι είναι γυναίκα. Στην ουσία, σκοπός του βιβλίου μου είναι να αποδείξει ότι η Μαντόνα είναι ταλαντούχα τραγουδοποιός και παραγωγός», λέει ο συγγραφέας της έκδοσης που πλέον θεωρείται περίπου βίβλος της ποπ κουλτούρας, αφού αποτελεί ό,τι πιο έγκυρο έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα για τη Μαντόνα, την επιδραστικότερη γυναίκα storyteller του 20ού και ίσως και του 21ου αιώνα.

Gala: Ποια ήταν η πιο δυνατή ιστορία που ανακάλυψες στην έρευνα που έκανες ετοιμάζοντας το βιβλίο;
Τζούλιο Ματσολένι: Δεν θέλω να καυχηθώ, αλλά είμαι φαν της Μαντόνα από το 1985 και είχα πάντα πάθος περισσότερο για τη μουσική της απ’ ό,τι για τη φωνή της, η οποία δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο της Γουίτνεϊ Χιούστον ή της Αντέλ, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ αφηγηματική. Εχει αυτό το σπουδαίο ταλέντο να αφηγείται ιστορίες και να σε παίρνει μαζί της σε έναν κόσμο, τον δικό της. Ανακάλυψα όμως και τρία τραγούδια που δεν τα είχε ακούσει κανείς. Και αυτό ήταν υπέροχο. Πραγματικά συγκινητικό. Πήγα στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον, πίσω από το Κάπιτολ Χιλ, όπου για πολλά-πολλά χρόνια, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90, το Γραφείο Πνευματικής Ιδιοκτησίας συγκέντρωνε όλα τα τεκμήρια που έστελνε όποιος ήθελε να προστατέψει τις συνθέσεις ή τις εφευρέσεις του. Κατάφερα να αποκτήσω πρόσβαση σε μία κασέτα που είχε στείλει ο Σεπ Πέτιμπον (σ.σ.: μία από τις πιο σημαντικές και επιδραστικές μορφές στην ιστορία της χορευτικής μουσικής) με τέσσερα τραγούδια που είχε δοκιμάσει με τη Μαντόνα, τρία εκ των οποίων δεν είχαν ακουστεί ποτέ πριν, ούτε κυκλοφόρησαν. Ηταν μια υπέροχη έκπληξη. Ηταν ο ήχος μιας Μαντόνα που δεν κατάφερε να ακούσει κανείς.
Η Μαντόνα με το πλατινένιο άλμπουμ της «MDNA» και τον Γάλλο παραγωγό και DJ Μάρτιν Σολβέιγκ (2012)

G.: Ως στέλεχος της Universal Italia έχεις συνεργαστεί στενά μαζί της. Πώς ήταν να δουλεύεις με τη Μαντόνα;
Τζ.Μ.: Ημουν νευρικός, προφανώς, ως θαυμαστής, αλλά ταυτόχρονα η πρώτη μέρα ήταν η καλύτερη γιατί η αγαπητή μου φίλη και αληθινό μου είδωλο, η Λιζ Ρόζενμπεργκ, η για πολλά χρόνια υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων της Μαντόνα, το ανέθεσε σε εμένα, μου έδωσε την ευκαιρία να οργανώσω συνεντεύξεις για λογαριασμό της στην Ιταλία και με εμπιστεύτηκε! Με γνώριζε επτά χρόνια προτού συμβεί αυτό. Και αντί να μου επιβάλει διάφορα, είπε: «Σε εμπιστεύομαι, πες μας εσύ πώς να το κάνουμε». Και συνεργαστήκαμε άψογα. Η Μαντόνα εμπιστευόταν απόλυτα τη Ρόζενμπεργκ οπότε εμπιστεύτηκε κι εμένα. Και αυτό ήταν πραγματικά υπέροχο. Ετσι γνώρισα την επαγγελματία που κρύβεται πίσω από τη Μαντόνα. Ηταν πειθαρχημένη, πολύ σοβαρή, της αρέσει να κάνει πλάκα καμιά φορά, είναι γλυκιά αλλά και πολύ αποφασιστική και απαιτητική. Και φυσικά πολύ γενναιόδωρη. Κάναμε τηλεοπτικές εκπομπές στην Ιταλία. Και ταυτόχρονα με εξέπληξε, για παράδειγμα, όταν κάναμε το «Che Tempo Che Fa», μια ιταλική τηλεοπτική εκπομπή, την πρώτη της τηλεοπτική εμφάνιση μετά από 15 χρόνια. Σταμάτησε δύο φορές για να βγει έξω και να χαιρετήσει τους θαυμαστές.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο, περπάτησε προς τα κιγκλιδώματα, έσφιξε χέρια.

G.: Η ίδια γνώριζε ότι ετοίμαζες αυτή την έκδοση πριν κυκλοφορήσει;
Τζ.Μ.: Το ήξερε από την αρχή, ναι. Ο μάνατζέρ της, οι συνεργάτες της, με βοήθησαν πραγματικά πάρα πολύ σε μερικές περιπτώσεις.
Σελίδες από το βιβλίο του Τζούλιο Ματσολέτι «Madonna Songbook»

G.: Στο βιβλίο έχεις αποκλειστικές συνεντεύξεις με τον Στίβεν Μπρέι και την Ντόνα Ντε Λόρι που και οι δύο αποτελούν πολύ στενά της πρόσωπα. Τι σου έκανε εντύπωση;
Τζ.Μ.: Κανένας τους δεν εξέφρασε ούτε μια άσχημη σκέψη για τη Μαντόνα. Βέβαια δεν συζητήσαμε την προσωπική της ζωή, αλλά μόνο για τη συνεργασία της μαζί τους. Γράφοντας όμως το βιβλίο, συνειδητοποίησα ότι η Μαντόνα είχε πράγματι ερωτική σχέση με τον Γουόρεν Μπίτι την εποχή που γύριζαν μαζί την ταινία «Dick Tracy» και που εκείνη έκανε το άλμπουμ «I’m Breathless». Γενικότερα η Μαντόνα δουλεύει από τα σπλάχνα, μέσα από την καρδιά της. Δεν είναι ότι κάθεται και λέει: «Εντάξει, ας φτιάξουμε ένα χιτ για το επόμενο καλοκαίρι». Μου το έχει πει και η ίδια: «Με οδηγεί η καρδιά μου».

G.: Τι πιστεύεις ότι προέρχεται τώρα από τα σπλάχνα της και από την καρδιά της;
Τζ.Μ.: Το 2026 η Μαντόνα γίνεται όλο και πιο συνειδητά αφηγήτρια ιστοριών. Αυτό είναι κάτι που το έχει κερδίσει με το σπαθί της. Το δεύτερο είναι ότι, για πρώτη φορά, κάνει έναν απολογισμό της ζωής της. Δεν το είχε κάνει ποτέ πριν. Και συνειδητοποιεί πόσες ιστορίες δεν έχει αφηγηθεί ακόμη από την απίστευτη ζωή της. Επρόκειτο να γυρίσει μια βιογραφική ταινία. Ετσι, έγραψε ένα σενάριο που της πήρε χρόνια έρευνας και το χρησιμοποιεί ως έμπνευση σε όλη τη δουλειά της. Και, τρίτον, νιώθει την ανάγκη να υπερασπιστεί τις αξίες για τις οποίες πάντα αγωνιζόταν, αλλά τώρα ακόμα πιο δημόσια. Αξίες που αφορούν την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, είτε πρόκειται για τις γυναίκες, είτε για την κοινότητα LGBTQ+, είτε για μειονότητες και φυλές. Πάντα τα υπερασπιζόταν, από την αρχή. Τώρα, όμως, είναι πάρα πολύ, πάρα πολύ ανοιχτή. Δεν κρατάει τίποτα μέσα της, δεν κρύβεται πίσω από τις λέξεις.


G.: Το άλμπουμ «Confessions II» που κυκλοφόρησε στις αρχές Ιουλίου ήταν μια αντίδραση στην κατάρρευση του project της αυτοβιογραφικής της ταινίας, όπου είχε γράψει και το σενάριο, σωστά;
Τζ.Μ.: Ναι, και δεν βρήκε κανέναν πρόθυμο να το κάνει ταινία ή και σειρά στο Netflix. Μόλις τελείωσε την περιοδεία, μπήκε στο στούντιο με τον Στιούαρτ Πράις για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια. Κι έτσι, στον δίσκο, αφηγείται ιστορίες από το παρελθόν της με τον τρόπο που τις έχει επανεξετάσει για μια ταινία. Το τραγούδι «Danceteria» μιλά για τις πρώτες της μέρες, για το πώς έκλεισε το συμβόλαιό της με δισκογραφική, πώς το να πηγαίνει σε μια ντισκοτέκ πάνω από μία φορά την εβδομάδα, στο ίδιο μέρος, της έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσει την καλύτερη φίλη της, τον άντρα που τη σύστησε στη Warner Music και της έφερε το πρώτο της άλμπουμ. Ενα άλλο τραγούδι που έχει διαρρεύσει στο Ιντερνετ προτού κυκλοφορήσει λέγεται «Bizarre». Και αναφέρεται στην αγάπη της για τον Σον Πεν, τον οποίο παντρεύτηκε το 1986, αλλά χώρισαν δύο ή τρία χρόνια αργότερα. Μιλάμε δηλαδή για μια πολύ παλιά ιστορία. Και είναι απίστευτο το πώς καταλάβαμε ότι επρόκειτο γι’ αυτόν επειδή αναφέρει τα «γαλάζια μάτια», το «αστέρι του Χόλιγουντ», το αυτοκίνητο που του χάρισε για τα γενέθλιά του. Και λέει ότι η σχέση αυτή δεν ήταν γραφτό να κρατήσει. Ηταν πολύ έντονο. Ηταν πολύ «bizarre». Είναι υπέροχο που παίρνει αυτές τις ιστορίες από το παρελθόν της και τις μετατρέπει σε κάτι νέο, προφανώς, γιατί το σπουδαίο πράγμα που έμαθα για τη Μαντόνα ως τραγουδοποιό είναι ότι τα τραγούδια της δεν αφορούν ποτέ σε βαθμό υπερβολής την ίδια.

G.: Τι πιστεύεις για την κριτική που δέχτηκε λόγω της σεξουαλικότητας που εκφράζει «χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ηλικία της»;
Τζ.Μ.: Η Μαντόνα και η επίθεση πήγαιναν και πηγαίνουν πάντα μαζί, από τότε που χρησιμοποίησε το όνομα Mαντόνα στη μουσική σκηνή. Αλλά γεννήθηκε με αυτό το όνομα. Κοιτάς αυτά τα πράγματα ή τότε που οι συντηρητικοί την έβαλαν στη λίστα με τoυς σεξουαλικά προκλητικούς stars, στα όρια του πορνό, για τραγούδια με στίχους όπως «I’m going to dress you up in my love all over your body». Οι δεκαετίες περνούν, οι τάσεις αλλάζουν και η Μαντόνα είναι πάντα στο επίκεντρο, ξέρετε, βρίσκεται μέσα στη θύελλα γιατί της αρέσει να σπάει τα όρια και να τα διευρύνει. Και έτσι, τη δεκαετία του ’90, εισήγαγε τη συζήτηση για την ομοφυλοφιλία στον δημόσιο διάλογο, ειδικά στην αμερικανική κοινωνία. Κατηγορήθηκε και για την ανάμειξη θρησκευτικής και σεξουαλικής έκστασης στο «Like a Prayer». Οπότε δεν με εκπλήσσει που η Μαντόνα ξεσηκώνει πόλεμο γύρω από το όνομά της. Γιατί να κάνει αυτό που λένε πολλοί, να «μεγαλώσει με χάρη»; Και γιατί να μην προκαλέσει, όπως έκανε και κάνει η πολύ μεγαλύτερή της Τζέιν Φόντα; Η Τζέιν Φόντα είναι εκεί έξω διαρκώς και αγωνίζεται για πολιτική και κοινωνική ισότητα. Συνέχεια τη συλλαμβάνουν, συμμετέχει διαρκώς σε διαδηλώσεις, μιλάει ανοιχτά, προκαλεί. Δεν «γερνάει με χάρη». Αυτές είναι οι γυναίκες που προκαλούν το κατεστημένο. Προφανώς, η Μαντόνα κάνει πολλές πολιτικές δηλώσεις. Αυτή την εποχή αγωνίζεται πολύ για την τρανς κοινότητα γιατί είναι αυτή που υποφέρει περισσότερο στην Αμερική ◆
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr