Δήμητρα Βλαγκοπούλου: Η τηλεόραση ως μέσο με τρομάζει
17.07.202607:37
Συνέντευξη στη Μαριλού Πανταζή Φωτογράφος Λευτέρης Σιαράπης
Αντάλλαξε τον χορό με την υποκριτική, αλλά δεν έπαψε ποτέ να χορεύει. Μέσα της. Χορογραφώντας τις ηρωίδες που ερμηνεύει, δίνοντας κίνηση και ζωή σε χαρακτήρες που διαβάζει στο χαρτί. Μία από αυτές και η Υπηρέτρια στην ευριπίδεια «Αλκηστις» που κάνει σήμερα πρεμιέρα στην Επίδαυρο
Ακόμα κι αν δεν ήξερα ότι κάποτε υπήρξε χορεύτρια, με σπουδές στην Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης, μάλλον θα το μάντευα από τις μετρημένες κινήσεις και τη χάρη της. Το ότι επέλεξε τελικά να γίνει ηθοποιός ήταν μάλλον ευτυχής συγκυρία για το θέατρο κατά κύριο λόγο, αλλά και για τον κινηματογράφο.
Στην τηλεόραση μόλις την περασμένη σεζόν έκανε την παρθενική της εμφάνιση στη σειρά «Να με λες μαμά». Αλλο Μέσο, άλλα ήθη, η ίδια ταλαντούχα ηθοποιός που αυτό το καλοκαίρι κατεβαίνει για πέμπτη φορά στην Επίδαυρο, αυτή τη φορά με την τραγωδία «Αλκηστις» του Ευριπίδη σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά.
GALA: Θέλεις να μου πεις λίγα λόγια για την «Αλκηστη» και τον ρόλο σου; ΔΗΜΗΤΡΑ ΒΛΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ: Είμαι η υπηρέτρια της Αλκηστης, σε κάποιες μεταφράσεις η τροφός, η θεραπαινίδα της, σε κάθε περίπτωση η έμπιστή της. Είναι το πρόσωπο που πληροφορεί τον χορό και τους θεατές για όσα συμβαίνουν στο παλάτι λίγο πριν η Αλκηστη πεθάνει στη θέση του συζύγου της, του βασιλιά Αδμητου, που είχε τιμωρηθεί από τους θεούς με θάνατο. Είμαι δηλαδή η γέφυρα ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο με στόχο και πρόθεση να σκιαγραφήσω το ψυχολογικό και συναισθηματικό προφίλ αυτής της γυναίκας και να εξηγήσω τους λόγους που αποφάσισε να θυσιαστεί, υπερβαίνοντας τον φόβο της για τον θάνατο. Η ιδιαιτερότητα αυτού του έργου είναι ότι πρόκειται για ιλαροτραγωδία. Το πρώτο μισό μέχρι και τον θάνατο της Αλκηστης έχει τη δομή τραγωδίας, ενώ στο δεύτερο μισό που εμφανίζεται ο Ηρακλής, ο οποίος και την επαναφέρει από τον Αδη, έχει στοιχεία κωμωδίας. Αυτοί οι δύο κόσμοι, του τραγικού και του κωμικού, και ο τρόπος με τον οποίο ενώνονται οδηγούν σε ένα τέλος που είναι αρκετά αμφίσημο για το πώς έχεις προσλάβει όλο αυτό που έχεις παρακολουθήσει.
G.: Ποια στοιχεία αυτού του έργου το φέρνουν στο σήμερα;
Δ.ΒΛ.: Το πρίσμα από το οποίο έχουμε δει όλο το έργο είναι ότι η αποδοχή της θυσίας από τον Αδμητο ενέχει την ευθύνη μιας δολοφονίας, ουσιαστικά μιας γυναικοκτονίας. Από τον φόβο του για τον θάνατο δεν αναλογίζεται πόσο πραγματικά θα του στοιχίσει η απώλεια της γυναίκας του και θα γίνει ένα με την απώλεια του εαυτού του. Στην πορεία, όμως, θα έρθει αντιμέτωπος με αυτή τη συνειδητοποίηση όταν μετά την ταφή μπαίνει στο σπίτι του από το οποίο έχει χαθεί πια το πρόσωπο που το φώτιζε και το ζέσταινε. Και σ’ αυτό το σημείο μπαίνει και το ερώτημα τι αξία έχει η ζωή αν δεν έχεις με κάποιον να τη μοιραστείς, όπως επίσης κι αν δεν έχεις καταλάβει πόσο πολύτιμη είναι για όλους. Για την Αλκηστη αυτή η υπέρβαση είναι κάτι με το οποίο μπορούμε να κάνουμε διάφορες συνδέσεις στο σήμερα, κατά πόσο για τη γυναίκα η ελευθερία, οι επιθυμίες, οι ανάγκες της ανήκουν ακόμα κατά κάποιον τρόπο στον άντρα, ακόμα και αν φαίνονται ότι κινούνται από την ίδια. Και κατά πόσο η θυσία της είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται και είναι μέρος της συλλογικής μοίρας της γυναίκας. Αλλά και γενικότερα το πώς ένας άνθρωπος όταν συλλάβει τη θνητότητά του και την ασημαντότητά του, όταν βρίσκεται σε θέση εξουσίας είτε φυλετικά είτε ταξικά, θα επιλέξει να ζήσει προστατεύοντας τα συμφέροντά του. Εμένα σε τέτοια πράγματα με έχει αγγίξει αυτό το έργο.
G.: Εσύ πώς δίνεις αξία στη ζωή σου;
Δ.ΒΛ.: Με το να τη μοιράζομαι με ανθρώπους που αγαπώ και μας συνδέουν στιγμές. Με το να προσπαθώ να ζω με συνείδηση την κάθε μέρα. Με το να μπορώ να χαρώ και τα πιο μικρά πράγματα της ζωής που ξέρω ότι είναι φευγαλέα ή ανάλαφρα, για να βρίσκω τη δύναμη να αντιμετωπίσω τα πιο σοβαρά ή αυτά που είναι πιο δύσκολα.
G.: Για σένα τα ανάλαφρα ποια είναι;
Δ.ΒΛ.: Τα πράγματα που κάνουν τον χρόνο να κυλάει αβίαστα και χαλαρά χωρίς να καλείσαι να ανταποκριθείς σε ένα καθήκον, κάτι που κατακλύζει τις ζωές μας και που η σκέψη μπορεί να ταξιδέψει ελεύθερα. Τέτοια πράγματα είναι μια βόλτα με έναν φίλο, μια βόλτα με τον σκύλο μου, μια εκδρομή, μια συζήτηση, το να δω μια ταινία, να διαβάσω ένα βιβλίο, η δουλειά μου συχνά, η οποία παρότι με κουράζει ταυτόχρονα με τροφοδοτεί και με γεμίζει χαρά.
G.: Ηθοποιός γιατί έγινες;
Δ.ΒΛ.: Ξεκίνησα ως χορεύτρια, αλλά από μικρή έβλεπα αρκετά θέατρο με τους γονείς μου. Αργησα να συνειδητοποιήσω ότι με ενδιαφέρει αυτός ο χώρος, κάπως μετά τις σπουδές μου και την ενασχόλησή μου με τον χορό γεννήθηκε αυτή η ανάγκη. Ισως γιατί συνέχισα ενεργά να παρακολουθώ παραστάσεις και πάντα μου άρεσαν τα κείμενα, η ποίηση, ο λόγος.
G.: Εχει όμως χορό και η υποκριτική...
Δ.ΒΛ.: Σίγουρα έχει πολύ σώμα, με έναν διαφορετικό τρόπο, αλλά πολύ ενεργό. Δηλαδή κάπως δεν έχω αφήσει τον χορό. Ακόμα κι αν δεν φαίνεται, υπάρχει μέσα μου.
G.: Θα σε ενδιέφερε το μιούζικαλ;
Δ.ΒΛ.: Δεν έχω κάνει ποτέ. Σίγουρα χρειάζεται φοβερές φωνητικές ικανότητες και μουσική καλλιέργεια, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να ανταποκριθώ στον βαθμό που απαιτείται. Κυρίως όμως είναι ένα είδος που δεν με ενδιαφέρει να εμπλακώ προσωπικά.
G.: Τι σε γοητεύει στη δουλειά σου;
Δ.ΒΛ.: Να συναντώ κείμενα, ιστορίες, χαρακτήρες, αλλά αυτό πάντα σε συνάρτηση με τους ανθρώπους με τους οποίους το κάνουμε. Δηλαδή μεγαλύτερη σημασία έχει η ομάδα. Με ενδιαφέρουν αυτές οι συναντήσεις πάρα πολύ. Δημιουργούνται πολύτιμες συνδέσεις που σε οδηγούν σε περιοχές που δεν φανταζόσουν ότι θα μπορούσες να βρεθείς. Ανακαλύπτεις μέσα από το μαζί καινούρια προσωπικά μονοπάτια.
G.: Τι έχεις ανακαλύψει για σένα;
Δ.ΒΛ.: Εχω ανακαλύψει ότι εδώ μέσα υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος χώρος από αυτόν που πίστευα. Μέσα από τη δουλειά συναντώ τον εαυτό μου σε συνθήκες που δεν έχω ζήσει. Αλλοτε τον αναγνωρίζω, άλλοτε όχι. Με αφορμή λόγια που δεν είναι δικά μου αλλά καταλήγουν να γεννηθούν από μένα, γνωρίζω κάτι καινούριο για μένα την ίδια. Βγαίνει κάτι στο φως που έχει να κάνει πολύ με τη στιγμή αλλά και με το παρελθόν ταυτόχρονα.
G.: Εχω την αίσθηση ότι επιλέγεις να παίξεις δύσκολους χαρακτήρες, πολύπλοκους…
Δ.ΒΛ.: «Σύνθετοι» είναι η λέξη περισσότερο, όπως σύνθετη είναι γενικότερα και η ανθρώπινη ύπαρξη. Υπό αυτή την έννοια μπορεί να γίνει δύσκολο το να τους κατασκευάσεις, να τους φτιάξεις με τη συνθετότητα που τους αναλογεί.
G.: Στη σειρά «Να με λες μαμά», για παράδειγμα, υποδυόσουν μια βίαιη μητέρα, θύμα και η ίδια του παρελθόντος της και υποχείριο του συντρόφου της.
Δ.ΒΛ.: Ηταν μια γυναίκα που είχε κακοποιηθεί, ήταν απροστάτευτη κοινωνικά, εξαρτώμενη οικονομικά από έναν άντρα. Το να συνεχιστεί αυτή η βία, το θύμα να γίνει θύτης, είναι μια κατάσταση που όλοι αναγνωρίζουμε. Είναι φοβερό το πόσο οικείο μάς είναι αυτό. Εν μέρει όλοι το έχουμε βιώσει ως έμμεσοι παραλήπτες ακόμα κι αν δεν ήμασταν οι άμεσοι αποδέκτες.
G.: Αυτή ήταν και η πρώτη σου τηλεοπτική δουλειά. Ηταν περισσότερο καλλιτεχνική ή βιοποριστική ανάγκη;
Δ.ΒΛ.: Η αλήθεια είναι ότι η τηλεόραση ως μέσο με τρομάζει, γιατί έχει μια μαζική απεύθυνση με την οποία δεν νιώθω πολύ άνετα. Ετυχε η συγκυρία να μην έχω θέατρο να με κάνει να το σκεφτώ. Διαφορετικά θα μου ήταν πολύ δύσκολο να συνδυάσω τα πολύωρα γυρίσματα με μια απαιτητική παράσταση ή πρόβες. Σίγουρα το βασικό έναυσμα για να πάρω την απόφαση ήταν βιοποριστικοί λόγοι και πράγματι μου έδωσε μια μεγάλη ανάσα, καθότι βιοπορίζομαι από το θέατρο και αγωνιώ συχνά για τη ζωή μου και τις ανάγκες μου. Αλλά στο διάστημα που ήρθε, επειδή είχα αυτή τη διαθεσιμότητα, είχα και αληθινή περιέργεια να δω εάν σε μια συνθήκη άλλων ρυθμών και τρόπου μπορώ να ανταποκριθώ και αν θα βρω ενδιαφέρον. Και ομολογώ ότι ήταν θετική πολύ η πρώτη μου εμπειρία.
G.: Εχεις κερδίσει το θεατρικό βραβείο Μελίνα Μερκούρη αλλά και το βραβείο Prado στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο. Σημαίνουν για σένα κάτι τα βραβεία;
Δ.ΒΛ.: Μου έχουν δώσει χαρά αυτές οι στιγμές, είναι τιμητικές, αλλά δεν είναι κάτι που επιδιώκω σε σχέση με τη δουλειά μου. Σου θυμίζουν συνεργασίες, ανθρώπους, στιγμές και έχουν κάτι συγκινητικό. Σε κάνουν να ταξιδέψεις συναισθηματικά πίσω σε κάτι που έχεις αγαπήσει κι έχεις αφήσει κάτι από εσένα. Ομως δεν θεωρώ ότι η τέχνη είναι μετρήσιμη και ότι υπαγορεύεται από συγκριτικούς κανόνες και σίγουρα δεν επέλεξα να γίνω ηθοποιός αποσκοπώντας σε διακρίσεις, αλλά από βαθιά προσωπική ανάγκη και επιθυμία ◆