Santo Sospir, η βίλα με τα «τατουάζ» του Κοκτό

Η ιστορία της κατοικίας-κρησφύγετο εραστών και καλλιτεχνών στην Προβηγκία, αλλά κυρίως του σπιτιού όπου έζησαν το ειδύλλιό τους η αριστοκράτισσα  Φρανσίν Βαϊσβάιλερ με τον Γάλλο δημιουργό. Οι τοίχοι μιλούν ακόμα

H Villa Santo Sospir δεσπόζει στην ακτή του Σεν-Ζαν-Καπ-Φερά, όπου οι ψίθυροι των κυμάτων συναντούν τις πιο υπόγειες ιστορίες της ευρωπαϊκής αριστοκρατίας. Το όνομα, παρμένο από την τοπικό διάλεκτο της Προβηγκίας, σημαίνει «ιερός αναστεναγμός». Εκεί κατέφευγαν οι ψαράδες όταν η θάλασσα αγρίευε, κι εκεί αναστέναζαν με ανακούφιση βλέποντας το φως του φάρου στο ακρωτήρι. Ενας τόπος καταφυγής και αποκάλυψης. Ενας ναός της μνήμης. Και, για δεκαετίες, το καλλιτεχνικό ιερό του Γάλλου δημιουργού Ζαν Κοκτό.







Η ιστορία της βίλας ξεκινά τη δεκαετία του 1930, αλλά το πεπρωμένο της θα σφραγιστεί το 1948, όταν η Φρανσίν Βαϊσβάιλερ και ο σύζυγός της Αλεκ, κληρονόμος συνδεδεμένος με την οικογένεια Ρότσιλντ, έπλεαν κατά μήκος της Γαλλικής Ριβιέρας. Η Φρανσίν αντίκρισε τη βίλα από το κατάστρωμα του σκάφους και ένιωσε πως είχε βρει τον παράδεισό της. Ο Αλεκ, έχοντας επιβιώσει μαζί της από τον όλεθρο του πολέμου και την απόπειρα διαφυγής από τους ναζί, κράτησε την υπόσχεσή του: της χάρισε το σπίτι των ονείρων της.

Η κατοικία θα γινόταν γνωστή όχι μόνο για την κουκλίστικη όψη της, αλλά, κυρίως, για το πνεύμα που θα της ενέπνεε ο πολυσχιδής καλλιτέχνης Ζαν Κοκτό. Η γνωριμία του με τη Φρανσίν έγινε το 1949 μέσω της Νικόλ Στεφάν (κατά κόσμον Νικόλ ντε Ρότσιλντ), ξαδέλφης του Αλεκ. Ο Κοκτό, ήδη διάσημος για το μυθιστόρημα και την ταινία «Τα τρομερά παιδιά», βρήκε στη βίλα ένα δημιουργικό καταφύγιο. «Μαραίνομαι εδώ», είχε πει στην αρχή, προτού αρχίσει να ζωγραφίζει τοίχους και ταβάνια με σκίτσα του θεού Απόλλωνα, προσωπεία και μυθικά σύμβολα.

«Εγινα τοίχος, κι αυτοί οι τοίχοι μίλησαν για μένα», είχε σχολιάσει ο Ζαν Κοκτό για το έργο του στη Santo Sospir, που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει «ιερός αναστεναγμός», παραπέμποντας στην ανακούφιση των ψαράδων που έβρισκαν καταφύγιο στην κοντινή ακτή





«Μαραίνομαι εδώ», είχε πει προτού αρχίσει να ζωγραφίζει τοίχους και ταβάνια με σκίτσα του Απόλλωνα και μυθικά σύμβολα

Με κάρβουνο και χρώματα σε σκόνη δημιούργησε τοιχογραφίες που αποκάλεσε «τατουάζ». Δεν χρησιμοποιούσε προσχέδια. Ζωγράφιζε ακόμη και πάνω σε πόρτες και αντικείμενα, αποκαλώντας την κατοικία «μια τατουαρισμένη βίλα». Το έργο του επεκτάθηκε στους θόλους, στα πατώματα, ακόμη και σε ταπισερί, όπως η εμβληματική «Ιουδήθ και Ολοφέρνης», που υφάνθηκε στην περίφημη Μανιφακτούρ ντ’Ομπισόν και χρειάστηκε πέντε χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Ο Εντουάρ Ντερμί, υιοθετημένος γιος του Κοκτό, και προσωπικότητες όπως ο Πάμπλο Πικάσο και ο Ανρί Ματίς στάθηκαν θαυμαστές του έργου του εκεί. Ο Κοκτό θα επιστρέφει κάθε καλοκαίρι για έντεκα χρόνια. Στην 35λεπτη ταινία του «Η Βίλα Σάντο Σοσπίρ» ομολογεί: «Εγινα τοίχος, κι αυτοί οι τοίχοι μίλησαν για μένα».





Με αρχιτέκτονα τον Μαρκ Πριζάν και σχεδιαστή τον Ζακ Γκρανζ, οι σημερινοί ιδιοκτήτες αποκατέστησαν τις φθορές στο ιστορικό οίκημα, διατηρώντας τον ιδιωτικό του χαρακτήρα


Οι δρόμοι του Ζαν Κοκτό και της Φρανσίν Βαϊσβάιλερ χώρισαν το 1961, όμως εκείνη παρέμεινε στη βίλα μέχρι τον θάνατό της, το 2003


Με αυτή τη βίλα οι Βαϊσβάιλερ άνοιξαν ένα νέο κεφάλαιο. Η Φρανσίν κάλεσε τη χαρισματική διακοσμήτρια Μαντλέν Καστέν, γνωστή για το εκκεντρικό της στυλ. Τα δωμάτια ντύθηκαν με αντίκες, πίνακες και χρώματα που συνδύαζαν το παλιό με το μοντέρνο. Η Φρανσίν έγινε πια μέλος του διεθνούς jet set, φίλη και πελάτισσα των Κριστιάν Ντιόρ, Μπαλενσιάγκα, Κοκό Σανέλ και Ιβ Σεν Λοράν. Η βίλα μετατράπηκε σε σκηνικό για ρομαντικά τριήμερα, όπως εκείνο της Ρόμι Σνάιντερ και του Αλέν Ντελόν. Ωστόσο το ειδυλλιακό παραμύθι θα έβρισκε τέλος το 1961, όταν η σχέση της Φρανσίν με τον προστατευόμενό της Κοκτό ψυχράνθηκε. Αιτία, ο έρωτάς της με τον συγγραφέα Ανρί Βιάρ. Ο Κοκτό ένιωσε προδομένος και εγκατέλειψε το καταφύγιό τους.

Η Φρανσίν έζησε στη Villa Santo Sospir μέχρι το 2003, όταν πέθανε σε ηλικία 87 ετών στα χέρια του Ερίκ Μαρτό, προσωπικού της φροντιστή για πάνω από τρεις δεκαετίες. Τη διαδοχή ανέλαβε η κόρη της, Καρόλ, η οποία επέτρεπε επισκέψεις κατόπιν αιτήματος, αλλά η βίλα άρχισε να φθείρεται. Οι τοιχογραφίες κινδύνευαν, τα έσοδα δεν έφταναν, και το 2016 το ιστορικό ακίνητο άλλαξε χέρια.





«Η βίλα δεν είναι αξιοθέατο. Είναι τόπος πνευματικής σύνδεσης. Δεχόμαστε κοινό που αγαπά την τέχνη και ξέρει γιατί έρχεται»

Σε μια περιήγηση χρόνια πριν, η Μαρίνα Μελία -γνωστή ψυχολόγος, συγγραφέας και φιλάνθρωπος- ένιωσε μια μυστική σύνδεση με τον χώρο. Η αγάπη της για τη Γαλλία, την τέχνη και τον Κοκτό μεταγγίστηκε στα παιδιά της: ο γιος της Ιλία μορφώθηκε σε γαλλικό σχολείο, ενώ η κόρη της, Μαρίνα τζούνιορ, εμβάθυνε στο έργο του μέσα από τις μνήμες της οικογένειας Ντιαγκίλεφ και των Μπαλέτων Ρους. Η αγορά της βίλας δεν ήταν απλώς μια επένδυση, αλλά ένα προσωπικό κάλεσμα. Με τον αρχιτέκτονα Μαρκ Πριζάν και τον σχεδιαστή Ζακ Γκρανζ η οικογένεια ξεκίνησε την αποκατάσταση με σεβασμό στο αυθεντικό. Η διακόσμηση αποκαταστάθηκε στο Μιλάνο, η ταπισερί επανήλθε στη δόξα της. Ο Μάντισον Κοξ, αρχιτέκτονας εξωτερικών χώρων των Ιβ Σεν Λοράν και Στινγκ, ανέλαβε τους κήπους. Η ειδικός Φλοράνς Κρεμέ επιβλέπει κάθε εκατοστό των «τατουάζ» του Κοκτό. «Η βίλα είναι και θα παραμείνει ιδιωτική», λέει η Μαρίνα Μελία. «Δεν είναι αξιοθέατο. Είναι τόπος πνευματικής σύνδεσης. Δεχόμαστε επισκέπτες που αγαπούν την τέχνη και ξέρουν γιατί έρχονται». Κάθε χρόνο, η κατοικία ανοίγει τις πόρτες της στους μαθητές του Καπ-Φερά - ένα μάθημα Ιστορίας, τέχνης και σεβασμού. Πέρα από μια ειδυλλιακή βίλα, η Santo Sospir είναι ένα ζωντανό έργο τέχνης. Και όπως είπε κάποτε ο Κοκτό: «Δεν χρειάστηκε να ντύσω τους τοίχους· έπρεπε να τους ζωγραφίσω στο πετσί τους». Οι τοίχοι μιλούν ακόμη κι εμείς οφείλουμε να ακούμε ◆

Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr