Η Κάιλι Μινόγκ συνεχίζει ακάθεκτη την τέταρτη δεκαετία της φρενήρους καριέρας της

Με το 16ο άλμπουμ της καριέρας της επί θύραις και την πρώτη σειρά εμφανίσεών της στο Λας Βέγκας ήδη sold out, η 55χρονη Αυστραλή πριγκίπισσα της ποπ δεν αποδεικνύεται απλώς αειθαλής ή διαχρονική αλλά εντυπωσιακά επίκαιρη

Δεν μπορεί να είναι κανείς βέβαιος αν αυτά που έχει κατακτήσει στα 55 της χρόνια η Κάιλι Μινόγκ αθροίζονται σε εκείνο που ένας κοινός νους αντιλαμβάνεται χονδρικά ως τα πάντα, όμως σίγουρα είναι περισσότερα απ’ όσα η ίδια είχε ονειρευτεί. Ο λόγος είναι απλός. Η Αυστραλιανή ποπ σταρ, κατά δήλωσή της, απέφευγε από τα γεννοφάσκια της στη μουσική βιομηχανία να φαντασιώνεται διεθνείς, δαφνοστεφανωμένες καριέρες και να οραματίζεται τον εαυτό της να κατοπτεύει τον κόσμο από την κορυφή του. Προτιμούσε να πορεύεται βήμα-βήμα, θέτοντας μικρούς στόχους ως ορόσημα για την πορεία της.

Το 16ο άλμπουμ της με τίτλο «Tension», που πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 22 Σεπτεμβρίου -το τραγούδι «Padam Padam» έχει γίνει ένας πρώτης τάξεως ευοίωνος προπομπός, ωστόσο όποιος καεί στον χυλό του «I can buy myself flowers» της Μάιλι Σάιρους φυσάει και το γιαούρτι-, αλλά και το πρώτο residency στην ιστορία της που θα ξεκινήσει στις 3 Νοεμβρίου στο ολοκαίνουριο θέατρο 1.000 θέσεων «Voltaire» του «The Venetian Resort Las Vegas», είναι αναμφίβολα δύο σημαδιακά γεγονότα για τη διάσημη ποπ σταρ.

Στο βίντεο του «What Do I Have To Do» (1992)


Η οποία, ας μην ξεχνάμε, λοιδoρήθηκε επί χρόνια ως κλώνος και κακέκτυπο της Mαντόνα, αλλά τελικά με τα έργα και τις ημέρες της διέψευσε παταγωδώς τις Κασσάνδρες. Μάλιστα, εκτός από την αξία της ως καλλιτέχνις, η Μινόγκ έχει αποδείξει εσχάτως και το δαιμόνιό της ως επιχειρηματίας. Η σειρά εννέα κρασιών που φέρουν το όνομα και την υπογραφή της μέσα σε τρία χρόνια έχουν αποφέρει όχι μόνο εμπορική επιτυχία -μέχρι τον περσινό Ιούνιο είχαν πουληθεί περισσότερες από 5 εκατομμύρια φιάλες- αλλά και αναγνώριση από την οινική κοινότητα - παρεμπιπτόντως τα κρασιά της επελαύνουν και στην ελληνική αγορά.

Οταν ο Μάικλ Χάτσενς ερωτεύτηκε την Κάιλι, έγραψε το εμβληματικό «Suicide Blonde» (1990)
Νοέμβριος 1997, στην κηδεία του πρόωρα χαμένου Χάτσενς


Κοντολογίς, η Μινόγκ δεν τα έχει πάει μέχρι σήμερα καθόλου άσχημα. Κόρη μεταναστών που έφτασαν στην Αυστραλία το 1958, μεγαλωμένη όχι ακριβώς πλουσιοπάροχα -ο πατέρας της ήταν λογιστής και η μητέρα της χορεύτρια μπαλέτου-, μάλλον εσωστρεφής και μέτριας, όπως η ίδια έχει περιγράψει τον εαυτό της, ευφυΐας, η γυναίκα που σήμερα όλοι γνωρίζουν με το μικρό όνομά της τα κατάφερε καλύτερα απ’ όσο θα μπορούσε να υποθέσει όποιος τη γνώρισε παιδί ή αργότερα έφηβη.

Η μικρή το δέμας νεαρή γυναίκα -τα 152 εκατοστά του ύψους της είναι σάρκα από τη σάρκα της μυθολογίας της- πάλεψε, αγωνίστηκε και προσπάθησε πολύ για να βρει μια τόση δα γωνίτσα στη σόουμπιζ της πατρίδας της στις αρχές των 80s. Ξεκίνησε την καριέρα της ως ηθοποιός χάρη σε μια θεία της που είχε κανονίσει για εκείνην και τη μικρότερη αδελφή της Ντάνι -επίσης τραγουδίστρια και TV persona- τη συμμετοχή σε μια τηλεοπτική οντισιόν. Η Μινόγκ τότε πόρρω απείχε από την εικόνα της γυναίκας που ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση και σιγουριά. Οι συνεργάτες της στις πρώτες σειρές όπου συμμετείχε ακόμα τη θυμούνται να κλαίει με λυγμούς κάθε φορά που ξεχνούσε τα λόγια της και οι σκηνοθέτες τής έσερναν τα εξ αμάξης. Μάλιστα, αυτή η ατζαμοσύνη της έγινε η αφορμή για να εκδιωχθεί από το καστ του «The Henderson Kids» το 1985. Κάθε εμπόδιο ήταν για καλό, αφού αμέσως μετά προσχώρησε στο ρόστερ της θρυλικής αυστραλιανής σαπουνόπερας «The Neighbours» - ναι, είναι η ίδια σειρά που πολλά χρόνια αργότερα ανέδειξε και τη Μάργκοτ Ρόμπι.

Στη σκηνή του Royal Albert Hall για τα Fashion Awards (2021)
Με τον Νικ Κέιβ στο βίντεο του «Where the Wild Roses Grow» (1995)


Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο στην καριέρα της, αν δεν είχε υποδυθεί τη Σαρλίν Μίτσελ, ένα σχολιαρόπαιδο που για τα προς το ζην εργαζόταν σε συνεργείο αυτοκινήτων, αλλά και αν ο σεναριογράφος δεν είχε πλέξει το ειδύλλιό της με τον χαρακτήρα που ενσάρκωνε o Τζέισον Ντόνοβαν - τον τηλεοπτικό γάμο τους το 1987 παρακολούθησαν 20 εκατομμύρια τηλεθεατές. Λίγους μήνες μετά, στο πλαίσιο ενός φιλανθρωπικού δείπνου, η 19χρονη Μινόγκ θα είχε την ευκαιρία να επιδείξει και τις φωνητικές ικανότητές της. Η τύχη -παράγοντας που η ίδια θεωρεί καθοριστικό για την καριέρα και τη ζωή της- ήταν με το μέρος της. Στο ακροατήριο βρισκόταν ένας παραγωγός, την άκουσε και λίγους μήνες αργότερα η μικροσκοπική Αυστραλή ταξίδευε στο Λονδίνο για να ηχογραφήσει το πρώτο της άλμπουμ.

Και μπορεί στην Αγγλία να ήταν ήταν ήδη γνωστή λόγω της απήχησης της σειράς «The Neighbours», ωστόσο οι παραγωγοί που την περίμεναν στο στούντιο του Λονδίνου δεν είχαν ιδέα πώς έμοιαζε. Είχαν μάλιστα λησμονήσει την άφιξή της κι έτσι όταν εκείνη έφτασε στο ραντεβού τους αναγκάστηκαν να κάνουν την ανάγκη φιλοτιμία. Αυτό σημαίνει ότι έγραψαν ένα από κομμάτια-ύμνους της Μινόγκ, το «I Should be so Lucky», μέσα σε μόλις 40 λεπτά της ώρας. Ειρήσθω εν παρόδω, το συγκεκριμένο κομμάτι της το θεωρεί ένα από τα πιο λυπητερά που έχει τραγουδήσει. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, ακόμα και όταν το άστρο της έλαμπε πια εκθαμβωτικό στην αλλαγή του millennium και οι ντίσκο ύμνοι της κατακυρίευαν τον κόσμο, εκείνη δεν τραγουδούσε παρά για την προσμονή κάθε νέας νύχτας που τελικά κατέληγε σε μια ακόμα ματαίωση το ξημέρωμα.

Σόου για τα Brit Awards (2002)
Το «Tension» είναι το 16ο άλμπουμ της


Μέσα σε κάτι περισσότερο από 15 χρόνια το κορίτσι που έφτανε στο τηλεοπτικό γύρισμα αυστηρά στην ώρα του και πάντα φέρνοντας στους συναδέλφους του παράξενες -για τα βαθιά 80s- υγιεινές τροφές, όπως σάντουιτς με ταχίνι, εκκολάφθηκε σε μια σταρ παγκοσμίου βεληνεκούς που κυκλοφορούσε το ένα άλμπουμ μετά το άλλο και ξεκινούσε την επόμενη παγκόσμια περιοδεία προτού τελειώσει την προηγούμενη. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, από το 2001 ως το 2005, η Μινόγκ ηχογράφησε τρία από τα πιο λαοφιλή άλμπουμ της («Light Years», «Fever», «Body Language») και βγήκε τρεις φορές παγανιά στην υφήλιο, ανεβάζοντας κάθε φορά τον πήχη της φαντασμαγορίας των τουρνέ της. Το καλοκαίρι του 2005 θα γιόρταζε το απόγειό της με μια πανηγυρική εμφάνιση ως headliner στο Φεστιβάλ Γκλάστονμπερι - η τραγουδίστρια είχε πάντα το πιο πιστό κοινό της στη Μεγάλη Βρετανία, ενώ μέχρι και σήμερα θεωρείται η πιο εμπορική σταρ στη χώρα.

Στα μακρινά 80s
Οι εμφανίσεις στο Λας Βέγκας ξεκινούν τον Νοέμβριο, αλλά είναι ήδη sold out


Η κεκτημένη ταχύτητά της, όμως, ανακόπηκε από μια αναπάντεχη ιατρική γνωμάτευση. Στα 36 της χρόνια η Μινόγκ διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού, υποβλήθηκε σε εγχείρηση και χημειοθεραπείες και για κάτι περισσότερο από έναν χρόνο ένιωθε ότι βαλλόταν από έναν πυρηνικό βομβαρδισμό, όπως περιέγραψε μετά. Μάλιστα, σε συνέντευξή της στην Ελεν ΝτεΤζένερις, το 2008, αποκάλυψε πως η αρχική διάγνωση που είχε λάβει ήταν λανθασμένη και χάρη στη δική της επιμονή εντοπίστηκε έγκαιρα η κακοήθεια. Σε κάθε περίπτωση, η τόλμη, η δύναμη και το κουράγιο να μιλήσει δημόσια για τη νόσο της δημιούργησαν εκείνο που η ιατρική κοινότητα περιέγραψε ως «Kylie effect», ευαισθητοποίησε, με άλλα λόγια, τις γυναίκες σχετικά με την πρόληψη του καρκίνου του μαστού. Η ίδια το θεώρησε καθήκον της να μιλήσει με ειλικρίνεια και παρρησία.

Στα Golden Vines Awards ως οινοπαραγωγός


Οσο επιδραστική και αν κατάφερε να γίνει χάρη στη μουσική καριέρα και την απήχησή της, άλλο τόσο ταπεινή παραμένει στον πυρήνα της, όπως λένε όσοι είχαν το προνόμιο να τη συναντήσουν και να τη συναναστραφούν. Η Κάιλι Μινόγκ είναι ακόμα ένα κορίτσι που τραγουδά στο μπάνιο του (συχνά ακόμα και τα δικά του τραγούδια) και διαβάζει μετά μανίας τα ζώδια -δηλώνει αναποφάσιστη και αεικίνητη ως γνήσια Δίδυμος-, μια groupie που εξακολουθεί να λατρεύει τον Prince και βέβαια το αιώνιο αντίπαλον δέος της, τη Μαντόνα, μια γυναίκα αρκετά πολυάσχολη και αφηρημένη ώστε κάνει άνω κάτω την γκαρνταρόμπα της για να βρει ένα ζευγάρι χρυσά πέδιλα Manolo Blahnik, τα οποία τελικά έχει δωρίσει στο μουσείο V&A για την έκθεση που διοργανώθηκε προς τιμήν της το 2007 και φυλλομετρούσε πώς μεταμορφώθηκε από κορίτσι της διπλανής πόρτας στο απόλυτο showgirl.

Φυσικά, πάνω απ' όλα η Μινόγκ, η οποία στην ιδιωτική ζωή της δεν ήταν τόσο σταθερή όσο στην επαγγελματική -στο παλμαρέ της έχει μυθιστορηματικές σχέσεις με τον Τζέισον Ντόνοβαν, τον Μάικλ Χάτσενς των INXS, που έγραψε για χάρη της το εμβληματικό «Suicide Blonde», τον συμπατριώτη της Νικ Κέιβ, του οποίου υπήρξε πολλάκις μούσα, και τον Ζαν-Κλοντ Βαν Νταμ, ενώ αυτή την περίοδο δηλώνει single-, είναι μια ακάματη μηχανή παραγωγής χρήματος. Για τους άλλους, αλλά πρωτίστως για τον εαυτό της. Του λόγου το ασφαλές φρόντισε να υπενθυμίσει με την αγωγή εναντίον της Κάιλι Τζένερ, την οποία κέρδισε το 2022. Η Κάιλι (Μινόγκ) δεν θα άφηνε με τίποτα στον κόσμο το στερνοπούλι της οικογένειας Καρντάσιαν να καπηλευτεί για τη σειρά καλλυντικών του ένα όνομα που η ίδια έχτισε με μόχθο, ιδρώτα και πολλές εργατοώρες πάνω σε ουρανομήκη τακούνια. Μπορεί μια 55άρα να τα βάζει με μια αδιαφιλονίκητη σταρ της Gen Ζ; Γιατί όχι; Αλλωστε η Κάιλι Μινόγκ, εκτός από καλλιτεχνικό εκτόπισμα και κότσια, είχε διαχρονικά και την τύχη με το μέρος της. Οταν μάλιστα τη ρωτούν, εκείνη αποκρίνεται πως «μέχρι τώρα ήμουν όσο τυχερή χρειαζόταν να είμαι στη ζωή» ◆
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr