Σημαντικό βήμα για τη δημιουργία του
Διαχρονικού Μουσείου Ξάνθης αποτελεί η πρόσφατη θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, επί των μελετών -αρχιτεκτονικής, στατικής και ηλεκτρομηχανολογικής-, σε συνάρτηση με τη μουσειογραφική προμελέτη, για την αποκατάσταση της Καπναποθήκης «Μπασιούδη», στη συμβολή των οδών Αβδήρων 50 και Έλλης, στην Ξάνθη, προκειμένου να στεγάσει το Διαχρονικό Μουσείο Ξάνθης. Το κτήριο, ιδιοκτησίας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, παραχωρήθηκε, το 2025, στο υπουργείο Πολιτισμού, προκειμένου να αποκατασταθεί για μουσειακή χρήση, όπως ενημερώνει σχετική ανακοίνωση του ΥΠΠΟ.
Η υπουργός Πολιτισμού,
Λίνα Μενδώνη, δήλωσε: «Η αποκατάσταση της Καπναποθήκης "Μπασιούδη", προκειμένου να φιλοξενήσει το Διαχρονικό Μουσείο Ξάνθης αποτελεί μια σημαντική επέμβαση για την προστασία και την ανάδειξη της βιομηχανικής κληρονομιάς της πόλης, καθώς και για την ενίσχυση της πολιτιστικής της ταυτότητας. Η Ξάνθη διαθέτει ιδιαίτερα πλούσια πολιτιστική κληρονομιά -από την προϊστορία έως τα νεότερα χρόνια- και μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πολυστρωματική ιστορία, την οποία το Διαχρονικό Μουσείο καλείται να προστατεύσει και να αναδείξει. Βασική αρχή της αρχιτεκτονικής προσέγγισης είναι η διατήρηση της αυθεντικότητας του κτηρίου-μνημείου, με σεβασμό στα αρχιτεκτονικά, μορφολογικά, δομικά και υλικά χαρακτηριστικά του. Η ίδια η πάλαι ποτέ λειτουργική Καπναποθήκη δεν αποτελεί απλώς το κέλυφος που θα στεγάσει τις συλλογές. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου, καθώς προβλέπεται η ένταξη της νέας μουσειακής χρήσης με τρόπο αισθητικά και λειτουργικά άρτιο, ώστε ο επισκέπτης να μπορεί να βιώνει τον εκθεσιακό χώρο με τρόπο που να παραπέμπει στην αρχική λειτουργία του κτηρίου. Η μελέτη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση των μορφολογικών χαρακτηριστικών, των υλικών και της ιστορικής οργάνωσης του κτηρίου, ενώ ενσωματώνει όλες τις σύγχρονες απαιτήσεις ασφάλειας, προσβασιμότητας και λειτουργίας ενός σύγχρονου μουσείου. Με τη δημιουργία του Διαχρονικού Μουσείου Ξάνθης, ένα σημαντικό μνημείο της βιομηχανικής ιστορίας της πόλης αποκαθίσταται και ζωντανεύει μέσα από τη νέα του χρήση. Βασική παράμετρος των πολιτικών μας είναι η αξιοποίηση με νέες χρήσεις του υφιστάμενου κτηριακού αποθέματος -όπου είναι δυνατόν- και όχι η κατασκευή νέων κτηρίων. Ταυτόχρονα, η αξιοποίηση των όμορων βιομηχανικών κτηρίων για τις λειτουργικές ανάγκες της Εφορείας Αρχαιοτήτων Ξάνθης δημιουργεί ένα νέο πολιτιστικό πυρήνα στην πόλη, μια "γειτονιά μουσείων". Πρόκειται για ένα έργο που συνδέει το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον της πόλης, προστατεύοντας την ιστορική μνήμη και προσφέροντας στους κατοίκους και στους επισκέπτες της έναν σύγχρονο χώρο ιστορίας και πολιτισμού».
Η Καπναποθήκη, ιδιοκτησία του καπνέμπορου Ευάγγελου Μπασιούδη χρονολογείται στα τέλη του 19ου αι. Ανήκει στον πρώιμο ορθογωνικό τύπο καπναποθήκης, με τετράγωνη κάτοψη 616 τ.μ., και ανάπτυξη σε υπόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο, όροφο και δύο ενδιάμεσα επίπεδα. Μορφολογικά εντάσσεται στη νεοκλασική βιομηχανική αρχιτεκτονική, με αυστηρή συμμετρία, γεωμετρική καθαρότητα, επαναλαμβανόμενα ανοίγματα και λιτή διακόσμηση. Πρόκειται για αντιπροσωπευτικό δείγμα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής της Ξάνθης. Η εσωτερική οργάνωση περιλαμβάνει μεγάλους, ενιαίους χώρους εργασίας και αποθήκευσης. Χαρακτηρίζεται από περιμετρική λιθοδομή και οπτοπλινθοδομή, καθώς και από ιδιαίτερα αξιόλογο εσωτερικό ξύλινο κάνναβο υποστυλωμάτων και δοκών, που αποτελεί βασικό στοιχείο της ιστορικής φυσιογνωμίας του κτηρίου.
Κατά την παρακμή της καπνοπαραγωγής, περί το 1950, τα περισσότερα βιομηχανικά κτήρια της πόλης εγκαταλείφθηκαν. Το 1991, το σύνολο των συνιδιοκτητών μεταβίβασε το ακίνητο στο Νομαρχιακό Ταμείο Ξάνθης. Το 1992 χαρακτηρίστηκε από το υπουργείο Πολιτισμού έργο τέχνης και ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς αποτελεί σημαντική μαρτυρία της βιομηχανικής ιστορίας και της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της πόλης. Το συγκεκριμένο κτήριο αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου ιστορικού συγκροτήματος, καθώς σε άμεση γειτνίαση βρίσκεται, επίσης, η χαρακτηρισμένη ως διατηρητέο μνημείο Καπναποθήκη «Καραδημόγλου». Τα δύο κτήρια λειτουργούσαν στο παρελθόν ως ενιαίο συγκρότημα καπνεμπορικής δραστηριότητας.
Αρχιτεκτονική ιδέα
Όπως σημειώνει η ανακοίνωση του ΥΠΠΟ, κεντρική αρχιτεκτονική ιδέα για το Διαχρονικό Μουσείο είναι η διατήρηση του κελύφους και των ξύλινων στοιχείων στο εσωτερικό του κτηρίου (υποστηλώματα, δάπεδα, κλίμακα, υπάρχουσα διαφοροποίηση επιπέδων, αρχικές είσοδοι). Η μελέτη προβλέπει την εκτεταμένη αποκατάσταση του κελύφους, την ενίσχυση των λιθοδομών, την αντιμετώπιση της υγρασίας, τη συντήρηση και επισκευή του ξύλινου φορέα, την ανακατασκευή της στέγης και την αποκατάσταση των όψεων και των κουφωμάτων. Για την ενίσχυση της στατικής επάρκειας προβλέπεται η κατασκευή ανεξάρτητου χαλύβδινου φέροντος οργανισμού, με κεντρικά και περιμετρικά μεταλλικά υποστυλώματα, ο οποίος αναλαμβάνει τα αυξημένα φορτία της μουσειακής χρήσης, χωρίς να επιβαρύνει την ιστορική ξύλινη κατασκευή. Η ηλεκτρομηχανολογική προμελέτη προβλέπει ολοκληρωμένες εγκαταστάσεις ύδρευσης, αποχέτευσης, πυρανίχνευσης και πυρόσβεσης, ασφάλειας και παρακολούθησης, καθώς και ειδικά συστήματα κλιματισμού και ελέγχου των περιβαλλοντικών συνθηκών για την προστασία των εκθεμάτων.
Το Διαχρονικό Μουσείο θα αναπτυχθεί αποκλειστικά στους χώρους της Καπναποθήκης «Μπασιούδη», ενώ οι διοικητικοί και αποθηκευτικοί χώροι θα καλυφθούν από τα δύο γειτονικά κτήρια, ιδιοκτησίας του υπουργείου Πολιτισμού. Ως προς την προσβασιμότητα διατηρούνται η κύρια τριμερής είσοδος με νέο πλατύσκαλο και κλίμακες και η δευτερεύουσα είσοδος με επικλινή ράμπα για τα ΑμεΑ, ενώ προτείνεται η πεζοδρόμηση των οδών Βασιλειάδη και Αβδήρων για την ασφαλή διαχείριση των επισκεπτών.
Μουσειογραφική προμελέτη
Η μουσειογραφική προμελέτη οργανώνει ένα ενιαίο εκθεσιακό αφήγημα, που καλύπτει την ιστορική διαδρομή της Ξάνθης από την προϊστορία έως τους νεότερους χρόνους. Κεντρικό στοιχείο της μουσειογραφικής πρότασης αποτελεί η ίδια η Καπναποθήκη. Ο αυθεντικός ξύλινος φέρων οργανισμός διατηρείται ορατός, οπότε το ίδιο το μνημείο καθίσταται αναπόσπαστο τμήμα της εκθεσιακής εμπειρίας.
Το κτηριολογικό πρόγραμμα προβλέπει εκθεσιακούς χώρους συνολικής επιφάνειας περίπου 1.070 τ.μ. σε τρεις στάθμες, χώρο υποδοχής και πωλητήριο, αναψυκτήριο, βοηθητικούς χώρους, ηλεκτρομηχανολογικές και πυροσβεστικές εγκαταστάσεις και χώρους υγιεινής στο υπόγειο. Το εκθεσιακό αφήγημα αναπτύσσεται και στις τρεις στάθμες του κτηρίου, με σύγχρονες εκθεσιακές διατάξεις, ειδικό φωτισμό, ψηφιακές και διαδραστικές εφαρμογές.
Πηγή:ΑΠΕ-ΜΠΕ