Η «Ασπίδα του Αχιλλέα»: Φτιάχνουμε στην Ελλάδα άμυνα όπως του Ισραήλ, λέει πρώην αξιωματικός πληροφοριών

Ο Ισραηλινός αναλυτής Dan Feferman περιγράφει στο ΘΕΜΑ τις λεπτομέρειες της συμφωνίας - Προειδοποιεί ότι θα ήταν λάθος η Ελλάδα να αντιληφθεί την τεχνολογική κυριαρχία ως πλήρη αποκοπή από το Ισραήλ

Η Αθήνα δεν αγοράζει απλώς David’s Sling, Spyder και Barak MX. Δημιουργεί για πρώτη φορά ένα ενιαίο πολυεπίπεδο δίκτυο που θα βλέπει, θα αξιολογεί και θα απαντά σε διαφορετικές απειλές ως ένα σύστημα. Ο Ισραηλινός αναλυτής και πρώην αξιωματικός πληροφοριών Νταν Φέφερμαν εξηγεί αποκλειστικά στο «ΘΕΜΑ» γιατί η συμφωνία σηματοδοτεί κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια εξοπλιστική αγορά, αλλά και πώς επηρεάζει Ελλάδα, Ισραήλ, Κύπρο και Τουρκία.

Η σημαντικότερη ίσως λεπτομέρεια της συμφωνίας που υπεγράφη στις 31 Αυγούστου στο Τελ Αβίβ δεν εντοπίζεται στα 3 δισ. ευρώ της αξίας της, ούτε ακόμη στα ονόματα των ισραηλινών συστημάτων που πρόκειται να περάσουν στο ελληνικό οπλοστάσιο. Εντοπίζεται στη λέξη «αρχιτεκτονική».

Για πρώτη φορά η Ελλάδα δεν προχωρά απλώς στην αντικατάσταση ενός παλαιού αντιαεροπορικού συστήματος με ένα νεότερο, αλλά επιχειρεί να ενώσει κάτω από μια κοινή ομπρέλα αισθητήρες, ραντάρ, διαφορετικούς αναχαιτιστές, υφιστάμενα ελληνικά μέσα και ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου. Αυτό ακριβώς περιγράφουν και οι δύο κυβερνήσεις: μια αντιαεροπορική, αντιβαλλιστική και anti-drone άμυνα, οργανωμένη γύρω από ένα ενιαίο command & control, με το πρόγραμμα να ξεκινά αμέσως και να προβλέπεται ότι θα αναπτυχθεί πλήρως σε 35 μήνες.

Στο νέο δίκτυο θα ενταχθούν το David’s Sling και το Spyder της Rafael, το Barak MX της Israel Aerospace Industries και τα πολυλειτουργικά ραντάρ MMR της ELTA. Το κρίσιμο όμως δεν είναι η παράθεση των ονομάτων των συνεργαζόμενων εταιρειών. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» καλείται να κάνει κάτι που μέχρι σήμερα δεν ήταν αυτονόητο χαρακτηριστικό της ελληνικής αεράμυνας: να πάρει διαφορετικά όπλα και διαφορετικούς αισθητήρες και να τα μετατρέψει σε τμήματα του ίδιου συστήματος.

Φωτογραφία που απεικονίζει τη λειτουργία του αμυντικού συστήματος BARAK MX, που θα ενισχύσει τον ενιαίο θόλο της ελληνικής αεράμυνας

Να μπορεί δηλαδή η πληροφορία για ένα drone, έναν πύραυλο cruise, ένα μαχητικό ή μια βαλλιστική απειλή να φτάσει στο ίδιο κέντρο, να αξιολογηθεί ανάλογα με την πορεία, τον στόχο και την επικινδυνότητά της και στη συνέχεια να προταθεί το καταλληλότερο μέσο αντιμετώπισης. Το σύστημα προορίζεται να διαλειτουργήσει με μέσα που ήδη διαθέτουν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και με εκείνα που θα προστεθούν τα επόμενα χρόνια, στο πλαίσιο ενός συνολικού εξοπλιστικού σχεδιασμού περίπου 28 δισ. ευρώ έως το 2036.

«Σας βάζουμε στον εσωτερικό κύκλο»


Ο κ. Φέφερμαν γνωρίζει το ισραηλινό σύστημα όχι μόνο ως αναλυτής. Είναι ταγματάρχης εφέδρων των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, έχει υπηρετήσει ως αξιωματικός πληροφοριών και αναλυτής εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας και σήμερα είναι συνιδρυτής και συνεπικεφαλής σύνταξης του Middle East 24.

Ο ταγματάρχης Νταν Φέφερμαν υποστηρίζει ότι η Ελλάδα θα διαθέτει ένα ολοκληρωμένο και διαδραστικό σύστημα αεράμυνας

Στην αποκλειστική του συνέντευξη στο «Πρώτο Θέμα» επιμένει από την αρχή ότι, από ισραηλινή σκοπιά, η συμφωνία πρέπει να διαβαστεί σε δύο επίπεδα. Τα 3,5 δισ. δολάρια είναι από μόνα τους ένα εξαιρετικά σημαντικό οικονομικό μέγεθος για μια χώρα της οποίας οι ετήσιες αμυντικές εξαγωγές κινούνται πλέον σε επίπεδα δεκάδων δισεκατομμυρίων. Η ουσία όμως, λέει, βρίσκεται αλλού. «Αυτό που αγοράζει η Ελλάδα με την “Ασπίδα του Αχιλλέα” δεν είναι μια συγκεκριμένη τεχνολογία. Είναι ένα ολόκληρο, ολοκληρωμένο και διαδραστικό σύστημα αεράμυνας».

Το Ισραήλ έφτασε σε αυτό το μοντέλο επειδή αναγκάστηκε να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα απειλές εντελώς διαφορετικού τύπου και από διαφορετικές κατευθύνσεις, ρουκέτες μικρού βεληνεκούς, drones, πυραύλους cruise, βαλλιστικά όπλα και αεροπορικές απειλές. Η λογική, επομένως, δεν είναι να υπάρχει ένα μαγικό σύστημα που αναχαιτίζει τα πάντα, αλλά διαφορετικά επίπεδα άμυνας που μοιράζονται την ίδια εικόνα του πεδίου.

Ενα κοινό δίκτυο ραντάρ και διοίκησης αποφασίζει ποιο επίπεδο πρέπει να ενεργοποιηθεί, ώστε μια ακριβή αναχαίτιση να μη σπαταληθεί απέναντι σε έναν φθηνό στόχο και, την ίδια στιγμή, μια επικίνδυνη απειλή να μη χαθεί ανάμεσα στις αρμοδιότητες διαφορετικών συστημάτων. «Ενα σύστημα, μια δομή διοίκησης και ελέγχου, μια δομή ραντάρ και στη συνέχεια διαφορετικές μονάδες αναχαίτισης που λειτουργούν μέσα στον ίδιο μηχανισμό», είναι ο τρόπος με τον οποίο το περιγράφει ο κ. Φέφερμαν.

Η φράση όμως που δίνει πραγματικά το μέτρο της συμφωνίας έρχεται λίγο αργότερα. Η αγορά μιας τέτοιας αρχιτεκτονικής, διευκρινίζει, δεν μοιάζει με μια επίσκεψη σε έκθεση οπλικών συστημάτων όπου ένας πελάτης επιλέγει ένα προϊόν. «Στην ουσία το Ισραήλ λέει στην Ελλάδα: “Θα σας φέρουμε στον εσωτερικό μας κύκλο, τον εσωτερικό στρατηγικό κύκλο χωρών που θεωρούμε ότι αντιμετωπίζουν παρόμοιες απειλές”». Και αυτό, κατά τον ίδιο, μεταφέρει τη σχέση Ελλάδας - Ισραήλ αλλά και τον ευρύτερο άξονα Ελλάδας - Κύπρου - Ισραήλ σε διαφορετικό επίπεδο.

Εκατοντάδες πιθανοί στόχοι

Το ισραηλινό μοντέλο δεν μπορεί φυσικά να αντιγραφεί αυτούσιο. Η γεωγραφία της Ελλάδας είναι ίσως η μεγαλύτερη διαφορά. Το Ισραήλ είναι μία στενή και σχετικά συμπαγής λωρίδα γης, όπου τα κρίσιμα κέντρα (μητροπολιτικές περιοχές, στρατιωτικές βάσεις, ενεργειακές εγκαταστάσεις και υποδομές) μπορούν να οργανωθούν μέσα σε έναν σαφέστερα οριοθετημένο χώρο. Η Ελλάδα έχει ένα μεγάλο ηπειρωτικό τμήμα, ορεινούς όγκους, εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές και εκατοντάδες κατοικημένα νησιά. Δεν υπάρχει επομένως ένας ενιαίος θόλος που θα τοποθετηθεί πάνω από ολόκληρη τη χώρα.

Ο κ. Φέφερμαν θεωρεί ότι αυτό δεν αλλάζει τη φιλοσοφία, αλλά τη διάταξη. Οι ελληνικές αρχές θα πρέπει να αποφασίσουν ποια σημεία αποτελούν κρίσιμους κόμβους: στρατιωτικές και αεροπορικές βάσεις, αεροδρόμια, λιμάνια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, κρίσιμες πολιτικές υποδομές, μεγάλες συγκεντρώσεις πληθυσμού και, φυσικά, συγκεκριμένα νησιά. Γύρω από αυτά τα σημεία αναπτύσσονται διαφορετικοί κόμβοι αεράμυνας, οι οποίοι όμως δεν λειτουργούν ως απομονωμένα νησιά τεχνολογίας.

Όλα πρέπει να επιστρέφουν στην ίδια επιχειρησιακή εικόνα. Η ουσία, όπως επισημαίνει, είναι να μην υπάρχουν κενά ανάμεσα στις διαφορετικές δυνατότητες, αλλά ούτε και δύο ή τρία συστήματα που καταναλώνουν πολύτιμα πυρομαχικά εναντίον της ίδιας απειλής.

Εδώ βρίσκεται και μια αλλαγή που αφορά περισσότερο τον 21ο αιώνα παρά την παραδοσιακή ελληνική αντίληψη περί αεράμυνας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα και κυρίως οι διαδοχικές συγκρούσεις του Ισραήλ έδειξαν ότι ο πιο ακριβός πύραυλος δεν είναι πάντοτε η σημαντικότερη απειλή. Μια μεγάλη επίθεση με δεκάδες ή εκατοντάδες πολύ φθηνότερα drones μπορεί να επιδιώξει απλώς να κορέσει την άμυνα και να εξαντλήσει τα αποθέματα αναχαιτιστών. Το πρόβλημα, επομένως, είναι και οικονομικό. Δεν έχει νόημα να καταρρίπτεται ένας στόχος αξίας μερικών χιλιάδων ευρώ με ένα βλήμα εκατοντάδων χιλιάδων, εφόσον υπάρχει φθηνότερος και ασφαλής τρόπος αντιμετώπισής του.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη

Το λογισμικό σήμερα φαίνεται ότι γίνεται εξίσου σημαντικό με τον πύραυλο. Το ελληνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου θα συγκεντρώνει τις πληροφορίες που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες και θα χρησιμοποιεί εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης για ταχύτερη αναγνώριση και κατηγοριοποίηση απειλών και για την επιλογή της καταλληλότερης αντίδρασης. Η ελληνική πλευρά έχει μάλιστα καταστήσει σαφές ότι η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του Command & Control αποτελεί όρο εθνικού ελέγχου του συστήματος.

Ο κ. Νίκος Δένδιας έχει περιγράψει δημόσια το ενδεχόμενο οι Ένοπλες Δυνάμεις να διαθέτουν ένα τέτοιο σύστημα χωρίς δυνατότητα επέμβασης στην αρχιτεκτονική του ως αδιανόητο, ακριβώς επειδή θα δημιουργούσε εξάρτηση ακόμη και από μια φίλη και συμμαχική χώρα.

Ο κ. Φέφερμαν έχει διαφορετική οπτική και το παρομοιάζει με το τριάζ (διεθνής όρος για τη διαλογή ασθενών σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης) σε ένα νοσοκομείο. Ένας εισερχόμενος πύραυλος ή ένα drone μπορεί να αναγνωριστεί από το δίκτυο, να υπολογιστεί η πιθανή περιοχή στην οποία κατευθύνεται και στη συνέχεια το σύστημα να βοηθήσει τον χειριστή να αποφασίσει αν πρέπει να αναχαιτιστεί, ποιο όπλο πρέπει να χρησιμοποιηθεί ή αν η τροχιά του δεν δικαιολογεί την κατανάλωση ενός πολύτιμου αναχαιτιστή. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, τονίζει, επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, δεν καταργεί όμως τον άνθρωπο. «Στο τέλος υπάρχει ανθρώπινο στοιχείο», λέει, ιδιαίτερα όταν τα διαθέσιμα βλήματα περιορίζονται και πρέπει να γίνουν επιλογές.

Η εμπειρία του Ισραήλ προσθέτει εδώ και μια δεύτερη διάσταση που συχνά χάνεται στη συζήτηση για τους αναχαιτιστές: την παθητική άμυνα. Ακόμη και τα καλύτερα συστήματα δεν έχουν απόλυτο ποσοστό επιτυχίας. Το Ισραήλ επένδυσε επομένως σε ένα εκτεταμένο σύστημα προειδοποίησης του πληθυσμού, το οποίο μπορεί να περιορίσει την ειδοποίηση σε συγκεκριμένες πόλεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε συγκεκριμένες περιοχές μιας πόλης.

Ο κ. Φέφερμαν επισημαίνει ότι η κοινωνική εκπαίδευση, τα καταφύγια και η δυνατότητα του πληθυσμού να γνωρίζει μέσα σε λίγα λεπτά τι πρέπει να κάνει είναι μέρος της ίδιας αμυντικής εξίσωσης. Για την Ελλάδα, επομένως, η «Ασπίδα» ανοίγει σταδιακά και μια συζήτηση που δεν περιορίζεται στα στρατόπεδα: πώς οργανώνεται η πολιτική προστασία απέναντι σε μια σύγχρονη πυραυλική ή μαζική επίθεση drones.

Ο έλεγχος του συστήματος

Η πιο ευαίσθητη ίσως πτυχή των διαπραγματεύσεων ήταν αυτή ακριβώς που δεν φαίνεται στις φωτογραφίες από την τελετή των υπογραφών: ποιος θα έχει τον πραγματικό έλεγχο της καρδιάς του συστήματος. Η ελληνική απαίτηση για πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα έχει αξία που ξεπερνά την τεχνική λεπτομέρεια. Σημαίνει ότι η χώρα θέλει να μπορεί στο μέλλον να ενσωματώσει νέα μέσα, να αλλάξει παραμέτρους και να εξελίξει το δίκτυο χωρίς να βρίσκεται κάθε φορά ενώπιον ενός κλειστού ισραηλινού «μαύρου κουτιού».

Ο κ. Φέφερμαν το διατυπώνει ακόμη πιο καθαρά. «Η τεχνολογική κυριαρχία είναι», κατά την άποψή του, «πιθανότατα ακόμη πιο κρίσιμη από τα εργαλεία, το hardware και τα ίδια τα οπλικά συστήματα». Ταυτόχρονα όμως προειδοποιεί ότι θα ήταν λάθος η Ελλάδα να αντιληφθεί αυτή την κυριαρχία ως πλήρη αποκοπή από το Ισραήλ. Στα ανώτερα επίπεδα αμυντικών σχέσεων, λέει, η συνεργασία δεν τελειώνει όταν παραδίδεται το τελευταίο κιβώτιο. «Δεν είναι “ορίστε τα όπλα, καλή τύχη!”. Είναι “είμαστε εδώ, επιχειρούμε, αναβαθμίζουμε μαζί σας και το κάνουμε σε πραγματικό χρόνο”». Αυτό, υποστηρίζει, δημιουργεί επίπεδο στρατηγικής εμπιστοσύνης που έχει συνέπειες πολύ πέρα από την πώληση οπλικών συστημάτων.

Η συμφωνία προβλέπει ταυτόχρονα ελληνική βιομηχανική συμμετοχή τουλάχιστον 25%, αξίας άνω των 700 εκατ. ευρώ, με 12 ελληνικές εταιρείες να έχουν συνδεθεί με το πρόγραμμα. Ο κ. Φέφερμαν επιμένει ότι αυτή η διάσταση είναι στρατηγικά σημαντική: πέρα από εκπαίδευση, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πληροφοριών, δημιουργείται πλέον επαφή ακόμη και στο επίπεδο των δύο αμυντικών βιομηχανιών. Για την Αθήνα το στοίχημα είναι προφανές: τα 700 εκατ. ευρώ να μη μεταφραστούν απλώς σε ελληνικές υπεργολαβίες, αλλά σε πραγματική απόκτηση τεχνογνωσίας που θα παραμείνει στη χώρα όταν η «Ασπίδα» θα πρέπει να εκσυγχρονιστεί την επόμενη δεκαετία.

Κοινή εικόνα


Για την Ελλάδα, η συμφωνία είναι, πρώτα απ’ όλα, μια προσπάθεια να κλείσει ένα κενό δεκαετιών. Η χώρα διαθέτει ισχυρή Πολεμική Αεροπορία, νέα πλοία και Patriot, αλλά ο σύγχρονος πόλεμος δεν κρίνεται πλέον μόνο από το ποιος διαθέτει περισσότερα ή καλύτερα μαχητικά. Η απειλή μπορεί να εμφανιστεί ως βαλλιστικός πύραυλος, πύραυλος cruise σε πολύ χαμηλό ύψος, σμήνος drones, ηλεκτρονική ή κυβερνοεπίθεση και σε λίγα χρόνια ακόμη περισσότερο ως συνδυασμός όλων αυτών.

Η πραγματική αξία της «Ασπίδας» είναι ότι προσπαθεί να δώσει μια κοινή εικόνα σε μέσα τα οποία μέχρι σήμερα δεν είχαν σχεδιαστεί εξαρχής για να λειτουργούν ως ένα ενιαίο δίκτυο. Παράλληλα, η Ελλάδα αποκτά πρόσβαση σε τεχνολογία που έχει εξελιχθεί υπό πραγματικές συνθήκες επανειλημμένων πυραυλικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων. Η επιτυχία βέβαια δεν θα κριθεί στην αγορά, αλλά στην ολοκλήρωση: αν τα νέα και παλιά συστήματα συνδεθούν πραγματικά, αν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αποκτήσουν πλήρη επιχειρησιακό έλεγχο του λογισμικού και αν η εγχώρια βιομηχανική συμμετοχή δημιουργήσει δυνατότητα εξέλιξης και όχι απλώς συντήρησης.

Για το Ισραήλ, τα 3 δισ. ευρώ είναι σημαντικά, αλλά δεν είναι ολόκληρη η ιστορία. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αμυντική εξαγωγική συμφωνία στην ιστορία των σχέσεων των δύο χωρών και μία από τις μεγαλύτερες που έχει υπογράψει ποτέ το ισραηλινό κράτος. Ταυτόχρονα συνιστά μια εξαιρετικά ισχυρή ψήφο εμπιστοσύνης σε συστήματα τα οποία το Ισραήλ προβάλλει πλέον ως δοκιμασμένα σε πραγματικές συνθήκες.

Ακόμη σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το Ισραήλ εγκαθιστά στην Ελλάδα όχι απλώς προϊόντα, αλλά τη δική του λογική αεράμυνας. Αυτό δημιουργεί δεσμό διάρκειας δεκαετιών, καθώς αναβαθμίσεις, εκπαίδευση, συντήρηση, ανάπτυξη λογισμικού και νέα υποσυστήματα θα κρατούν τις δύο πλευρές στο ίδιο τραπέζι πολύ μετά την ολοκλήρωση των πρώτων 35 μηνών. Το Τελ Αβίβ αποκτά έτσι έναν σταθερό τεχνολογικό και αμυντικό εταίρο στην ευρωπαϊκή πλευρά της Ανατολικής Μεσογείου.

Για την Κύπρο, η συμφωνία έχει ιδιαίτερο βάρος ακριβώς επειδή η Λευκωσία δεν βρίσκεται έξω από αυτή την εξίσωση. Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει ήδη το ισραηλινό Barak MX, ενώ Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ έχουν υπογράψει για το 2026 Κοινό Σχέδιο Δράσης, που περιλαμβάνει κοινές επιχειρησιακές δραστηριότητες, εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων και επιτελικές διαβουλεύσεις.

Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου επέλεξε να παρουσιάσει δημοσίως την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως «άμεση συνέχεια» της ανατολικομεσογειακής σχέσης που οικοδομήθηκε πριν από μία δεκαετία με Ελλάδα και Κύπρο. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει σήμερα ένας κοινός ελληνοκυπριακοϊσραηλινός θόλος - τέτοιος ισχυρισμός θα ξεπερνούσε τα διαθέσιμα στοιχεία. Σημαίνει ότι τα τρία κράτη χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο συμβατές τεχνολογίες, εκπαιδεύονται μαζί και αποκτούν κοινό επιχειρησιακό λεξιλόγιο και, κυρίως, τριβή. Σε μια περιοχή όπου οι αποστάσεις είναι μικρές και οι χρόνοι αντίδρασης μετριούνται σε λεπτά -αν όχι σε δευτερόλεπτα-, αυτή η σύγκλιση έχει από μόνη της στρατηγική σημασία.

Ο γενικός διευθυντής Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων υποστράτηγος Ιωάννης Μπούρας λίγο μετά την υπογραφή για την ανάπτυξη του αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και anti-drone θόλου

Για την Τουρκία, τέλος, η ανάγνωση είναι αναπόφευκτα διαφορετική. Η Αθήνα δεν έχει παρουσιάσει επισήμως την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως ένα σύστημα σχεδιασμένο εναντίον της Τουρκίας, και αυτό έχει σημασία. Ο κ. Φέφερμαν, όμως, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν μιλά εκ μέρους της ελληνικής αμυντικής ηγεσίας, εκτιμά ότι «θα ήταν προφανές ότι η Τουρκία αποτελεί το κύριο σενάριο απειλής για την Ελλάδα» κατά τον στρατηγικό σχεδιασμό. Εστιάζει ιδιαίτερα στην τουρκική επένδυση σε μαζική και σχετικά χαμηλού κόστους παραγωγή drones, μια απειλή που, όπως λέει, απαιτεί διαφορετική λογική από εκείνη που χρησιμοποιείται απέναντι σε έναν βαλλιστικό πύραυλο.

Η Άγκυρα, από την πλευρά της, παρακολουθεί ήδη στενά τη συμφωνία, με τουρκικά μέσα να συνδέουν την πιθανή ανάπτυξη ισραηλινών συστημάτων στα νησιά με την πάγια τουρκική θέση περί αποστρατιωτικοποίησης. Οι νέες δηλώσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για τον εξοπλισμό των νησιών ήρθαν μόλις λίγες ημέρες μετά τις υπογραφές ανάμεσα σε Τελ Αβίβ και Αθήνα.

Η ουσία για την Τουρκία δεν είναι ότι η Ελλάδα αποκτά έναν ακόμη πύραυλο. Είναι ότι σε βάθος τριετίας θα μπορούσε να διαθέτει ένα σαφώς πιο δύσκολο περιβάλλον για οποιονδήποτε σχεδιασμό αεροπορικής, πυραυλικής ή μη επανδρωμένης επίθεσης.

Υπάρχει και ένα τελευταίο επίπεδο, ίσως ευρύτερο από την ίδια την «Ασπίδα». Πριν από δύο δεκαετίες η σημερινή σχέση Αθήνας και Τελ Αβίβ δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένη. Το Ισραήλ διατηρούσε επί χρόνια στενή στρατηγική και στρατιωτική σχέση με την Τουρκία, ενώ η Ελλάδα είχε παραδοσιακά διαφορετικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Η σταδιακή επιδείνωση των ισραηλινοτουρκικών σχέσεων και η σύγκλιση των συμφερόντων Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο άλλαξαν αυτή την εικόνα.

Στρατηγική σύγκλιση

Ο κ. Φέφερμαν βλέπει σήμερα τη συμφωνία ως τμήμα μιας πολύ μεγαλύτερης περιφερειακής αναδιάταξης. Περιγράφει μια Ανατολική Μεσόγειο και μια Μέση Ανατολή όπου σχηματίζονται διαφορετικά δίκτυα συνεργασιών και η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει τον δικό της περιφερειακό ρόλο, ενώ το Ισραήλ αναζητεί σταθερούς εταίρους που συνδέονται με την Ευρώπη, τον Κόλπο και την Ινδία. Στην ίδια εξίσωση εντάσσει τη θεαματική μετατόπιση του ισραηλινού τουριστικού ρεύματος προς την Ελλάδα και την Κύπρο και την ολοένα μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική επαφή των δύο πλευρών.

Πρόκειται για δική του ανάλυση και όχι για επίσημο δόγμα του ισραηλινού κράτους, αλλά αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο ένα τμήμα της ισραηλινής στρατηγικής κοινότητας βλέπει πλέον την Ελλάδα: όχι ως έναν ακόμη πελάτη της Rafael ή της IAI, αλλά ως χώρα με την οποία μπορεί να οικοδομηθεί σχέση πολλών επιπέδων. Ο ίδιος, άλλωστε, επιστρέφει στο τέλος στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε: κανείς δεν χρειάζεται να δημιουργεί εχθρούς, ούτε να παρουσιάζει τις νέες συνεργασίες ως αναπόφευκτες συμμαχίες εναντίον τρίτων. Χρειάζεται όμως, όπως τονίζει, επαγρύπνηση και επιλογή συνεργασιών που μπορούν να προσφέρουν σταθερότητα, στρατιωτική ισχύ και οικονομική προοπτική.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα χρειαστεί σχεδόν τρία χρόνια για να αναπτυχθεί πλήρως. Μέχρι τότε πολλά μπορούν να αλλάξουν στην περιοχή - και η τελευταία πενταετία έχει αποδείξει πόσο επικίνδυνη είναι κάθε πρόβλεψη για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Εκείνο όμως που έχει ήδη αλλάξει είναι το σημείο αφετηρίας.

Με την υπογραφή στο Τελ Αβίβ, η Ελλάδα δεν επέλεξε απλώς ποια βλήματα θα χρησιμοποιήσει στην επόμενη γενιά της αεράμυνάς της. Επέλεξε την αρχιτεκτονική πάνω στην οποία θα στηρίξει μεγάλο μέρος της άμυνάς της για τις επόμενες δεκαετίες - και μαζί της, έναν εταίρο που θα βρίσκεται αναγκαστικά πολύ πιο βαθιά μέσα στον ελληνικό αμυντικό σχεδιασμό.

Το πραγματικό μέγεθος της συμφωνίας ίσως τελικά να μη βρίσκεται μόνο στα 3 δισ., που είναι το κόστος, αλλά στο γεγονός ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι η ελληνική στρατηγική επιλογή.

Τα συστήματα αεράμυνας David’s Sling και Spyder που θα ενταχθούν στον ενιαίο θόλο της ελληνικής αεράμυνας

Ενιαίο σύστημα

Για πρώτη φορά η Ελλάδα δεν προχωρά απλώς στην αντικατάσταση ενός παλαιού αντιαεροπορικού συστήματος με ένα νεότερο, αλλά επιχειρεί να ενώσει κάτω από μία κοινή ομπρέλα αισθητήρες, ραντάρ, διαφορετικούς αναχαιτιστές, υφιστάμενα ελληνικά μέσα και ένα ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου

Η αναχαίτιση

Ενα κοινό δίκτυο ραντάρ και διοίκησης αποφασίζει ποιο επίπεδο πρέπει να ενεργοποιηθεί, ώστε μία ακριβή αναχαίτιση να μη σπαταληθεί απέναντι σε έναν φθηνό στόχο και, την ίδια στιγμή, μία επικίνδυνη απειλή να μη χαθεί ανάμεσα στις αρμοδιότητες διαφορετικών συστημάτων

Πληροφορίες

Το ελληνικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου θα συγκεντρώνει τις πληροφορίες που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες και θα χρησιμοποιεί εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης για ταχύτερη αναγνώριση και κατηγοριοποίηση απειλών και για την επιλογή της καταλληλότερης αντίδρασης

Οι πολίτες

Για την Ελλάδα, η «Ασπίδα» ανοίγει σταδιακά και μία συζήτηση που δεν περιορίζεται στα στρατόπεδα: πώς οργανώνεται η πολιτική προστασία απέναντι σε μία σύγχρονη πυραυλική ή μαζική επίθεση drones.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr