Ο καθηγητής Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας, Πρόδρομος Ζάνης βαθμολογεί την ατμόσφαιρα των ελληνικών πόλεων, αποκαλύπτει τους «αόρατους» ρύπους που απειλούν την υγεία μας και χαρτογραφεί το μέλλον της χώρας στην «καυτή» ζώνη της Μεσογείου
Η κλιματική κρίση και η ατμοσφαιρική ρύπανση δεν είναι πια θεωρητικές έννοιες ούτε ζητήματα που απασχολούν μόνο τους επιστήμονες. Αποτελούν πλέον χειροπιαστή πραγματικότητα για εκατομμύρια πολίτες, καθώς οι παρατεταμένοι καύσωνες, οι ανεξέλεγκτες πυρκαγιές, τα ακραία πλημμυρικά φαινόμενα, αλλά και η υποβάθμιση του αέρα που αναπνέουμε επηρεάζουν άμεσα τη ζωή μας.
Την ίδια στιγμή, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τις τελευταίες δεκαετίες, η ρύπανση της ατμόσφαιρας παραμένει ένας σιωπηλός αλλά καθοριστικός παράγοντας κινδύνου για τη δημόσια υγεία.
Για τις πραγματικές διαστάσεις του φαινομένου μίλησε στο protothema.gr ο Πρόδρομος Ζάνης, καθηγητής στον Τομέα Μετεωρολογίας και Κλιματολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Ποιότητα αέρα: Βελτίωση, αλλά έχουμε μέλλον
Στο επίκεντρο της συζήτησης τέθηκε το ερώτημα για την ποιότητα του αέρα που αναπνέουμε καθημερινά, αλλά και το πού τοποθετούνται τα ελληνικά αστικά κέντρα σε μια υποθετική κλίμακα αξιολόγησης από το 1 έως το 10.
«Η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις καθαρότερες χώρες της Ευρώπης, αλλά απέχει πολύ από το να συγκαταλέγεται στις πιο ρυπασμένες παγκοσμίως. Συνολικά η εξέλιξη της αέριας ρύπανσης στις ελληνικές πόλεις τα τελευταία 30 χρόνια χαρακτηρίζεται θετική με μεγάλες μειώσεις σε κλασικούς ρύπους που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και παρακολουθούνται όπως SO2, CO και το βενζόλιο, σημαντικές μειώσεις στα NOₓ (NO + NO₂), πιο μετριοπαθείς μειώσεις στα αιωρούμενα σωματίδια PM₁₀ και PM2.5, ενώ για δευτερογενείς ρύπους όπως το όζον η κατάσταση είναι σύνθετη χωρίς αξιοσημείωτες διακυμάνσεις», σημειώνει ο κ. Ζανής.
Και εξηγεί πως «η γενική βελτίωση συνδέεται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία για τα καύσιμα, τα οχήματα και τις βιομηχανικές εκπομπές».
Παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με τον καθηγητή του ΑΠΘ, «τα λεπτά σωματίδια PM2.5 και το επιφανειακό όζον κατά τη θερινή περίοδο (φωτοχημική ρύπανση) παραμένουν σημαντικές προκλήσεις για τη δημόσια υγεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2019, η ατμοσφαιρική ρύπανση, συγκεκριμένα η μακρόχρονη έκθεση στα λεπτά σωματίδια και στο όζον, αντιπροσώπευαν το 5% όλων των θανάτων στην Ελλάδα, δηλαδή 1% υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ».
Σύμφωνα με τον κ. Ζάνη «η Θεσσαλονίκη λόγω και ιδιαίτερων μορφολογικών και μετεωρολογικών χαρακτηριστικών έχει αντιμετωπίσει τα μεγαλύτερα προβλήματα σε θέματα υπερβάσεων σωματιδιακής ρύπανσης των ημερήσιων ορίων PM10 που καθορίστηκαν από την ΕΕ κατά την περίοδο 2005-2019, με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να καταδικάζει την Ελλάδα για τη κακή ποιότητα του αέρα της Θεσσαλονίκης».
Και συνεχίζει:
«Ενδεικτικά, αναφέρθηκαν 67 ημερήσιες υπερβάσεις PM10 για το 2019, αντί για 35 που επιτρέπονται από τους κανόνες της ΕΕ (Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, 2020). Παρότι τα τελευταία 5 χρόνια οι υπερβάσεις των ημερήσιων ορίων PM10 που καθορίστηκαν από την ΕΕ είναι σημαντικά λιγότερες, εάν λάβουμε υπόψη τα αυστηρότερα χαμηλά όρια που καθορίζονται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για PM₁₀ και PM2.5, οι περισσότερες πόλεις υπερβαίνουν τα όρια του ΠΟΥ σε σχεδόν σταθερή βάση. Η ρύπανση επομένως λόγω λεπτών αιωρούμενων σωματιδίων είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα αστικά κέντρα»
Όσον αφορά τη βαθμολογία στην ποιότητα του αέρα υπογραμμίζει:
«Αν και ένας αντικειμενικός τρόπος βαθμολόγησης της ποιότητας του αέρα σε κάθε αστικό κέντρο είναι σύνθετη διαδικασία που εξαρτάται τόσο από τις εκπομπές όσο και από τοπογραφικά, μορφολογικά και μετεωρολογικά χαρακτηριστικά καθώς και σχεδίασης και δόμησης του αστικού ιστού, θα έβαζα, σήμερα, σε μία κλίμακα 1-10, σε γενικές γραμμές μέτριο προς καλό βαθμό στις περισσότερες πόλεις και μέτριο βαθμό στα μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και Θεσσαλονίκης έχοντας ως μέτρο σύγκρισης για την κλίμακα 1-10 τον πολύ χαμηλό βαθμό σε μεγάλα αστικά κέντρα της Ινδίας και του Πακιστάν και ένα πολύ υψηλό βαθμό στα αστικά κέντρα των Σκανδιναβικών χωρών».
Υπάρχουν κρυφοί ρύποι στις ελληνικές πόλεις;
Στο τραπέζι τέθηκε και το ερώτημα για τους ρύπους που δεν καταγράφονται τακτικά από τους παραδοσιακούς σταθμούς μέτρησης, αλλά επιβαρύνουν σταθερά την υγεία μας.
«Οι σταθμοί μέτρησης ρύπων στα αστικά και περιαστικά περιβάλλοντα (είτε του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης Ατμοσφαιρικής Ρύπανσης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας στις διοικητικές περιφέρειες, είτε σε δίκτυα δήμων) κατά βάση παρακολουθούν τους σημαντικότερους ρύπους που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία (PM₂.₅, PM₁₀, NO και NO₂, O₃, SO₂, CO, βενζόλιο) και δειγματοληπτικά κάποια βαρέα μέταλλα (όπως μόλυβδος, κάδμιο, νικέλιο και αρσενικό) σε κάποιους σταθμούς κυρίως της Αθήνας και Θεσσαλονίκης αλλά όχι συστηματικά, ούτε σε σταθερή βάση. Επίσης τα λεπτά σωματίδια PM2.5 που είναι τα πιο επιβλαβή μετρούνται σε κάποιους σταθμούς, αλλά όχι σε όλους τους σταθμούς», εξηγεί ο καθηγητής.
Και συμπληρώνει:
«Επίσης στην Ελλάδα δεν γίνονται συστηματικές μετρήσεις των υπέρλεπτων σωματίδιων (διάμετρο <0.1 μm) που λόγω του εξαιρετικά μικρού μεγέθους τους διεισδύουν βαθιά στους πνεύμονες και μπορούν να περάσουν στην κυκλοφορία του αίματος. Επίσης δεν γίνονται συστηματικές μετρήσεις του μαύρου άνθρακα (προέρχεται από πετρέλαιο, ξύλο και βιομάζα) που αποτελεί τμήμα των λεπτών σωματιδίων (PM₂.₅) αλλά έχει πολύ μεγαλύτερη τοξικότητα ανά μονάδα μάζας και οι επιπτώσεις στην υγεία είναι δυσανάλογα μεγάλες».
Όπως αναφέρει ο κ. Ζάνης:
«Τέλος είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι εκτός από το βενζόλιο που είναι καρκινογόνο και παρακολουθείται σε κάποιους σταθμούς αλλά όχι συστηματικά, άλλες πτητικές οργανικές ενώσεις (φορμαλδεΰδη, ακεταλδεΰδη, τολουόλιο, ξυλόλια κ.ά.) σπάνια παρακολουθούνται συστηματικά, εκ των οποίων κάποιες είναι καρκινογενείς (όπως η φορμαλδεΰδη,1,3 βουταδιένιο) και άλλες τοξικές ή συμμετέχουν στον σχηματισμό όζοντος και δευτερογενών λεπτών σωματιδίων.
Ειδικά για τους εσωτερικούς χώρους, προϊόντα καθημερινής χρήσης και χρώματα ελευθερώνουν διάφορες τοξικές πτητικές οργανικές ενώσεις (VOC), χημικές ουσίες που διαφεύγουν ως αέρια και συσσωρεύονται προκαλώντας λόγω μακράς έκθεσης σε ποικίλα προβλήματα υγείας».
Μεσόγειος, «hotspot» της κλιματικής αλλαγής
Η συζήτηση στράφηκε και στη γεωγραφική θέση της χώρας μας και στο τι σημαίνει πρακτικά για την Ελλάδα τα επόμενα χρόνια ο χαρακτηρισμός της περιοχής ως hotspot της κλιματικής αλλαγής.
«Οι τάσεις θέρμανσης στη Μεσόγειο (1.5 °C) είναι μεγαλύτερες από τις τάσεις υπερθέρμανσης του πλανήτη (1.1 °C) σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο. Ομοίως, οι τάσεις θέρμανσης στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερες από τα τρέχοντα επίπεδα θέρμανσης του πλανήτη. Αυτό υποδεικνύεται σαφώς από τις μετρήσεις σε δύο ιστορικούς σταθμούς της χώρας μας, στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, οι οποίες δείχνουν μια τάση θέρμανσης περίπου 2°C τα τελευταία 50 χρόνια», σημειώνει ο κ. Ζάνης.
Και προσθέτει:
«Γενικά, η Μεσόγειος είναι μια από τις πιο ευαίσθητες και ευάλωτες περιοχές στην ανθρωπογενή υπερθέρμανση του πλανήτη. Εκτός από την παγκόσμια υπερθέρμανση που προκαλείται από τα αέρια του θερμοκηπίου τις τελευταίες δεκαετίες, υπάρχει μια ενίσχυση της τάσης θέρμανσης στη Μεσόγειο που προκαλείται από τη μείωση των ανθρωπογενών αιωρούμενων σωματιδίων λόγω των ευρωπαϊκών πολιτικών ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Επίσης η μειωμένη υγρασία του εδάφους στις χερσαίες περιοχές εντείνει τους ρυθμούς θέρμανσης (λόγω της μειωμένης ψύξης από την εξάτμιση). Αυτός ο μηχανισμός μπορεί επίσης να εντείνει τα κύματα καύσωνα. Επίσης η Μεσόγειος είναι μια ημίκλειστη θάλασσα που περιβάλλεται από χερσαίες μάζες που θερμαίνονται αποτελεσματικά. Οι θερμότερες θάλασσες μπορούν να αυξήσουν την περιεκτικότητα σε υγρασία της ατμόσφαιρας λόγω της εξάτμισης και να εντείνουν τις ακραίες βροχοπτώσεις και τις πλημμύρες».
Συνεχίζοντας, ο καθηγητής επισημαίνει:
«Επιπλέον, στη Μεσόγειο και την Ελλάδα, βλέπουμε ήδη παρατηρούμενες αλλαγές στη συχνότητα και την ένταση των ακραίων καιρικών συνθηκών και του κλίματος, όπως κυρίως κύματα καύσωνα και ξηρασίες. Επομένως ήδη βιώνουμε την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή και αυτό είναι ανησυχητικό για το μέλλον με βάση την επιστημονική γνώση που έχουμε. Μπορεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη να περνά απαρατήρητη ή να μην ενδιαφέρει πολύ κόσμο, αλλά τα ακραία φαινόμενα έχουν σημαντική επίδραση και επιπτώσεις σε πολλούς ανθρώπους».
Σχετικά με τα μελλοντικά σενάρια υπογραμμίζει:
«Ένα σύνολο προσομοιώσεων από παγκόσμια και περιοχικά κλιματικά μοντέλα εκτιμά για την Ελλάδα περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας που κυμαίνεται κατά μέσο όρο ετησίως μεταξύ 1.2 °C στο εγγύς μέλλον και 4.3 °C προς το τέλος του 21ου αιώνα, ανάλογα με τα μελλοντικά σενάρια παγκόσμιων εκπομπών (χωρίς περαιτέρω μείωση, μέτρια ή ισχυρή μείωση των εκπομπών των αερίου θερμοκηπίου).
Οι τάσεις της θέρμανσης αναμένεται να είναι ακόμη υψηλότερες στο ηπειρωτικό τμήμα της Ελλάδας κατά το καλοκαίρι.
Σε ό,τι αφορά τις βροχοπτώσεις, σε ετήσια βάση, προβλέπεται να μειωθούν οριακά στην Ελλάδα κατά 3% στο εγγύς μέλλον, αλλά προς το τέλος του 21ου αιώνα εκτιμάται μείωση 6% έως 16%, ανάλογα με το σενάριο. Επιπλέον εκτιμάται ότι παρότι θα έχουμε μία τάση μείωσης της βροχής και λιγότερα επεισόδια ακραίων βροχοπτώσεων, η ένταση των ακραίων βροχοπτώσεων θα είναι ισχυρότερη με οριακή αύξηση της έντασης ακραίων βροχοπτώσεων στο εγγύς μέλλον (2021-2050) και 8-20% αύξηση προς το τέλος του 21ου αιώνα σε ηπειρωτικές περιοχές όπως η Θεσσαλία, Ήπειρο, δυτική Στερεά Ελλάδα και Μακεδονία ενώ και η ραγδαιότητα των ακραίων βροχοπτώσεων (χιλιοστά/ώρα) με περίοδο επανάληψης 50 έτη εκτιμάται ότι θα αυξηθεί σημαντικά».
«Η συνδυαστική επίδραση της θέρμανσης και της μείωσης των βροχοπτώσεων στο μέλλον αναμένεται να οδηγήσει σε γενική αύξηση της ξηρασίας και επακόλουθη τάση ερημοποίησης πολλών μεσογειακών χερσαίων οικοσυστημάτων. Με βάση όλα τα παραπάνω ορθά η Μεσόγειος χαρακτηρίζεται ως μία από τις πιο ευαίσθητες και ευάλωτες περιοχές της Γης λόγω της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής», καταλήγει ο κ. Ζάνης.
Η «νέα κανονικότητα» των ακραίων φαινομένων
Στο ερώτημα αν οι ακραίοι καύσωνες, οι μεγάλες πυρκαγιές και οι καταστροφικές πλημμύρες των τελευταίων ετών αποτελούν τη νέα κανονικότητα, ο καθηγητής ξεκαθαρίζει:
«Εδώ θέλω να επισημάνω ότι ένα συγκεκριμένο ακραίο καιρικό φαινόμενο δεν μπορείς να το αποδώσεις εξ’ ολοκλήρου στον ανθρώπινο παράγοντα. Η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή λειτουργεί ως ένα μεταβαλλόμενο υπόβαθρο στο ευρύτερο σήμα της φυσικής μεταβλητότητας. Επομένως, δεν μπορούμε να αποδώσουμε ένα μεμονωμένο συμβάν σε ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Είναι τα χαρακτηριστικά της στατιστικής κατανομής των ακραίων που αλλάζουν. Αυτό είναι σαφές για τη συχνότητα, ένταση και διάρκεια επεισοδίων καύσωνα στη χώρας τα τελευταία 50 χρόνια όπου παρατηρούμε μία σταδιακή αύξηση».
Παραθέτει μάλιστα και συγκεκριμένα παραδείγματα:
«Για παράδειγμα, στην Ελλάδα τη δεκαετία του '80 είχαμε 1 καύσωνα διάρκειας >8 ημερών, τη δεκαετία του '90 είχαμε 2, την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα είχαμε 3 και την πιο πρόσφατη δεκαετία είχαμε 4 συμβάντα. Στα επεισόδια των ακραίων βροχοπτώσεων η πολυπλοκότητα είναι μεγαλύτερη και η σύνδεση με την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή είναι πιο δύσκολη να αποδειχθεί. Παρόλα αυτά, τα πολύ ακραία καιρικά φαινόμενα που βιώσαμε στις κακοκαιρίες του Ιανού και του Daniel σε συνδυασμό με την αυξανόμενη συχνότητα επεισοδίων καύσωνα (είτε σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή) έχουν οδηγήσει σε αυξανόμενη ευαισθητοποίηση του κοινού και των πολιτικών σχετικά με τις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».
Πώς θα μοιάζει το ελληνικό καλοκαίρι σε 20–30 χρόνια;
Αναφορικά με το πώς θα διαμορφωθεί το ελληνικό καλοκαίρι τις επόμενες δεκαετίες σε επίπεδο θερμοκρασιών και διάρκειας καύσωνα, ο κ. Ζάνης αναφέρει:
«Ένα σύνολο προσομοιώσεων από παγκόσμια και περιοχικά κλιματικά μοντέλα εκτιμά για την Ελλάδα περαιτέρω αύξηση της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας στο εγγύς μέλλον της τάξης 0.5 °C -1.5°C (ανάλογα με το σενάριο). Επίσης εκτιμάται αύξηση των ημερών με μέγιστη θερμοκρασία >35 °C από 5 ημέρες έως 7 ημέρες (ανάλογα με το σενάριο). Επίσης για τα επεισόδια μακράς διάρκεια καυσώνων εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να φτάσουν τα 5-8 επεισόδια/δεκαετία (ανάλογα με το σενάριο)».
Οι προτεραιότητες για τη μείωση του κλιματικού κινδύνου
Τέλος, σε ερώτηση για τις παρεμβάσεις που θα επιλέγονταν για τη σωτηρία ανθρώπινων ζωών και τη μείωση του κλιματικού κινδύνου, ο καθηγητής εξηγεί:
«Η προσέγγιση για τον μετριασμό της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής αποτελεί παγκόσμιο και όχι περιφερειακό ζήτημα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ινδία ευθύνονται για περίπου το 50% των παγκόσμιων εκπομπών CO2, χωρίς ισχυρές δεσμεύσεις ως προς τους μελλοντικούς στόχους κλιματικής ουδετερότητας, ενώ η ΕΕ των 27, παρά τις ισχυρές δεσμεύσεις της για μηδενικές εκπομπές έως το 2050, αντιπροσωπεύει μόλις περίπου το 6,6%, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δυστυχώς ο στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στους 1,5°C είναι πιθανό να ξεπεραστεί τα επόμενα χρόνια. Αυτό καταδεικνύει ότι τα μέτρα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή αποτελούν κρίσιμη προτεραιότητα σε εθνικό επίπεδο».
Και καταλήγει αναλύοντας τους άξονες δράσης:
«Αφενός θεωρώ σημαντικό για λόγους συνέπειας η χώρα μας να συνεχίσει το μονοπάτι του Εθνικού και Ευρωπαϊκού κλιματικού Νόμου με μακροπρόθεσμο στόχο τη κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 και ενδιάμεσους στόχους για τα έτη 2030 και 2040 τη μείωση των καθαρών ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55% και 80%, αντίστοιχα. Εδώ θα ήθελα να επισημάνω ότι οι μειώσεις των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (climate policies) πρέπει να συνδέονται και να αξιολογούνται συνδυαστικά με στρατηγικές ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης (air pollution policies) που θα μπορούσαν τόσο να ωφελήσουν το κλίμα όσο και να βελτιώσουν την ποιότητα του αέρα».
«Αφετέρου όπως είπα οι δράσεις ενίσχυσης της ανθεκτικότητας στις νέες κλιματικές συνθήκες είναι κρίσιμη προτεραιότητα για τη χώρα μας. Σημαντικοί άξονες αποτελούν η αντιμετώπιση αστικών θερμικών νησίδων, η αντιπλημμυρική προστασία, η πυροπροστασία των δασών καθώς και των περιαστικών χώρων, η διαχείριση ξηρασίας και νερού, η κοινωνική ευαισθητοποίηση και θεσμοθέτηση μέτρων παρακολούθησης της ευαλωτότητας και αξιολόγησης δράσεων προσαρμογής. Πρέπει βέβαια να επισημάνουμε ότι τα αστικά κέντρα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και επομένως η προσαρμογή των πόλεων στις νέες κλιματικές συνθήκες δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική ανάγκη αλλά είναι ζήτημα ποιότητας ζωής, κοινωνικής ανθεκτικότητας και βιώσιμης ανάπτυξης».