Τα καλοκαιρινά πανηγύρια... αλλιώς: Κλαρίνα, προβατίνα, γουρουνοπούλα και social media

Το ελληνικό πανηγύρι σε κάθε πόλη και χωριό γνωρίζει μια εντυπωσιακή αναγέννηση, καθώς μετατρέπεται από τοπικό παραδοσιακό γλέντι σε μαζικό καλοκαιρινό γεγονός, με μεγάλη απήχηση κυρίως στις μικρότερες ηλικίες

Για όσους έλαχε να είναι το πολύ 16-18 ετών πριν από περίπου μία εικοσαετία και πλέον, ήταν μετά βεβαιότητος εντελώς αδύνατο να φανταστούν ότι το πανηγύρι στο χωριό, συνήθως στην ιδιαίτερη πατρίδα των γονιών τους, θα εξελισσόταν στο σημερινό υβρίδιο του «πανηγυ-ρέιβ».

Σε ένα τουρλού ξέφρενης διασκέδασης, φτηνής, αταξικής και ανεξίθρησκης, όπου όλοι είναι ευπρόσδεκτοι. Παρ’ όλα αυτά, η όψιμη επέλαση των κάθε είδογυς φασαίων έχει σαρώσει τα πανηγύρια στην κλασική εκδοχή τους, έτσι όπως είχαν παραμείνει επί δεκαετίες ως μετεξέλιξη των ζωοπανηγύρεων παρελθουσών εποχών. Τώρα όμως η ορμητική μετάγγιση νέου αίματος στα πανηγύρια τα μεταμορφώνει σε κάτι εντελώς διαφορετικό, οπωσδήποτε ανοιχτό σε κάθε ερμηνεία, περί καλού ή κακού.

Οι εφαρμογές

Σήμερα, όποιος και όποια, κυρίως στη μετεφηβική-νεανική ηλικία δεν παρακολουθεί την πανηγυριώτικη επικαιρότητα μέσω group στο Facebook όπως το «Full κλαρινοκατάσταση πανηγύρια live» και παρεμφερή προφίλ στο TikTok, ιστοσελίδες όπως τα panigirizo.gr και pamepanigiria.gr, ή έχει αμελήσει να εγκαταστήσει στο κινητό του μια εφαρμογή όπως το e-panigiria, καλύτερα να μην ξεκινήσει για διακοπές. Διότι θα βρεθεί εντελώς εκτός κλίματος εάν δεν παρακολουθεί, ημέρα με την ημέρα, ώρα με την ώρα, το πώς κινείται το καραβάνι των φετινών πανηγυριών.

Ως εκ τούτου, πρακτικά αποκλείεται να βρεθεί κανείς στο σωστό μέρος της επικράτειας για το σωστό πανηγύρι. Δεν θα γνωρίζει εγκαίρως ώστε να προγραμματίσει καταλλήλως το δρομολόγιο των διακοπών, φέρ’ ειπείν ότι στις 31 Ιουλίου το Σαμικό Ηλείας πρόκειται να φιλοξενήσει τη 2η στην ιστορία των εν Ελλάδι πανηγυριών Γιορτή Χελιού.


Και την ίδια ημέρα ακριβώς, στην άλλη άκρη της χώρας, το γλέντι προμηνύεται τρικούβερτο «Στης Παράδοσης το Χοροστάσι», στην Ξυλαγανή Ροδόπης. Κι επειδή το «πανηγύρι-hopping» (κατά το island-hopping, την καταξιωμένη τουρνέ αναψυχής από νησί σε νησί), δεν είναι πάντα εύκολο όταν προϋποτίθεται πως θα διανυθούν αποστάσεις εκατοντάδων χιλιομέτρων, ο προνοητικός θαμών των πανηγυριών δικαιώνεται όταν επιλέγει τη hot περιοχή της πατρίδας, σε συνάρτηση με το διάστημα των διακοπών του.

Ετσι, αν κάποιος έχει καταφέρει να συνέλθει από την ολονυχτία ξεφαντώματος στη 2η Γιορτή Χελιού, μπορεί κάλλιστα να ενωθεί την επόμενη μέρα, αρχιμηνιά του Αυγούστου, με τους υπόλοιπους μεταμοντέρνους Κορυβαντιώντες στο πανηγύρι της περίφημης Γιορτής Πατάτας στα παρακείμενα Δουνέικα Ηλείας. Βέβαια, συνιστά μεγάλο πειρασμό για την ίδια ημέρα η 8η Γιορτή Ρεβιθιού στην Ψίνθο Ρόδου, κυρίως λόγω της έξτρα παροχής: όσοι πιστοί προσέλθουν θα απολαύσουν την περίφημη γίδα με ρεβίθια (ή το αντίστροφο), εντελώς δωρεάν.

For the festivals

Πάντως, αν εξαιρεθούν κάποια διαχρονικά χαρακτηριστικά, όπως τα κλαρίνα και τα κοψίδια, τα πανηγύρια πλέον είναι ομολογουμένως αγνώριστα. Σήμερα τα πανηγύρια είναι trend, ιδιαίτερα για τις νεότερες ηλικίες. Εχουν πάψει προ πολλού να αντιμετωπίζονται ως ένα πολιτισμικό απολίθωμα, μια τελετουργία που προσιδίαζε στους παππούδες που έχουν μείνει καθηλωμένοι στα γλέντια, με τις μουσικές και τους χορούς των δικών τους παππούδων. Τουναντίον, τα πανηγύρια σήμερα είναι must, είναι hot, είναι προχώ, είναι μαζικά, τόσο σε αριθμό και συχνότητα όσο και στα πλήθη που προσελκύουν. Θεωρούνται εναλλακτικώς ορθά, παρότι εξαιτίας τους ξεκληρίζονται ολόκληρα κοπάδια αιγοπροβάτων και παρά την πολύωρη ηχορρύπανση που ταράζει το νευρικό σύστημα της παρεπιδημούσας πανίδας.

Ισχύει όμως ένα άτυπο ακαταλόγιστο, εφόσον στα πανηγύρια άρχισαν να συρρέουν πρώτοι οι υιοθετούντες αντισυμβατικές, αντι-μικροαστικές κ.λπ., οικολογικώς ευαίσθητες, εναλλακτικές στάσεις ζωής και κοσμοθεωρίες. Εξ ου και στην αρχική φάση της μετάβασης από το πριν στο τώρα και το αύριο βρέθηκαν να χορεύουν τον ικαριώτικο θείτσες με τσεμπέρια και μπαρμπάδες με τραγιάσκα, αγκαλιά και αντάμα, σαν ένα σώμα και μια ψυχή, με κορίτσια χωρίς στηθόδεσμο και χωρίς υπερβολική έγνοια για τη σωματική περιποίησή τους, με το πολυήμερο αλάτι να καρυκεύει με μια αχνή λευκότητα την ηλιοψημένη επιδερμίδα τους, με piercing στη μύτη και τον αφαλό, με τατουάζ «No Pasaran» και «Venceremos», με μπλουζάκια Cure, Motörhead κ.λπ. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το πανηγύρι της Λαγκάδας στην Ικαρία, ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, απέκτησε παγκόσμια φήμη και αναδείχθηκε σε αδιαφιλονίκητο πρωταθλητή των πανηγυριών, με χιλιάδες κόσμο να συνωστίζεται μέχρι ασφυξίας στο πάλαι ποτέ νησί των ανεπιθύμητων.


Οι φασαίοι, λοιπόν, δηλαδή όσοι ρίχνονται με μανία σε κάθε καινούρια (ή αναπαλαιωμένη) εμπειρία, έχοντας πάψει να αντιμετωπίζεται ως αταίριαστη στον χώρο, είναι η πιο κυρίαρχη συνομοταξία, χωρίς όμως να έχει σβήσει εντελώς από την εικόνα τα παλιά μοτίβα: όπως το αρχέτυπο του τραγουδιστή δημοτικών που ανεβάζει κορόνες μέχρι τον Θεό ερμηνεύοντας με κατάθεση ψυχής τη «Ρούσα παπαδιά» ή το «Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι» και κρατώντας το αφτί του. Δίπλα του ο αυτοδίδακτος δεξιοτέχνης κλαριντζής ή βιολιστής, βιρτουόζοι που μαγεύουν με τα σολαρίσματά τους, ενώ ένα 200ευρω παραμένει, ως διά μαγείας, κολλημένο στο κούτελό τους, σαν χαρτοσήμανση για τη γενναιοδωρία κάποιου κιμπάρη από όσους έχουν αγγίξει το απόγειο του μερακλώματος.

Στο σημερινό μωσαϊκό των πανηγυριών, η σκηνοθεσία του «stage» και του «dancefloor», τα σίνθι και οι μικροφωνικές με τα ηχητικά εφέ -εκτός της λατρεμένης αντήχησης- συμβαδίζουν με την κνίσα από τη γουρνοπούλα και την προβατίνα. «Διώξε τη ρουτίνα με την προβατίνα», διατράνωνε πριν από μερικά χρόνια ένας ευρηματικός promoter πανηγυριών, πνευματικός πατήρ ενός από τα πιο εμπνευσμένα σλόγκαν όλων των εποχών στον χώρο. Εξάλλου, ίσως αυτή να είναι τελικά η ουσία του ελληνικού πανηγυριού: η διαφυγή από τη ρουτίνα με φτηνό κρασί και καλοψημένη, συγκινητικά εύγευστη προβατίνα.

Οι γκουρμέ, οι βίγκαν, οι πουρίστες, όσοι σνομπάρουν την κουλτούρα των πανηγυριών ενδεχομένως δεν ξέρουν τι χάνουν. Αν και, όπως έχει εξελιχθεί το φαινόμενο, ακόμη και οι haters νομοτελειακά και αργά ή γρήγορα θα δελεαστούν να δοκιμάσουν το ντελίριο, τη σχεδόν ζωική ενέργεια του ελληνικού πανηγυριού. Δεδομένου ότι διοργανώνονται κατά μέσο όρο τουλάχιστον 20 πανηγύρια σχεδόν κάθε βράδυ του καλοκαιριού σε όλη την επικράτεια, από τη Ροδόπη έως την Κρήτη.


Η νεολαία

Σε ό,τι αφορά ειδικά τους νέους, το πανηγύρι του χωριού ήταν μάλλον η καθιερωμένη καλοκαιρινή αγγαρεία. Μια ετήσια δοκιμασία την οποία υφίσταντο κατεξοχήν τα παιδιά, προς τέρψιν των γηγενών προγόνων. Οι μικρότεροι, στην καλύτερη περίπτωση, τα υπέμεναν, όμως οι μεγαλύτεροι τα χαίρονταν με την ψυχή τους, ως μια ευκαιρία επιστροφής στις ρίζες, στα περιλάλητα «πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα», σε μια λαογραφικής αξίας αυθεντικότητα - κι αυτός ήταν ο γενικός κανόνας. Πάντως, σε εκείνη την απροσδιόριστη εποχή της αθωότητας των πανηγυριών, η οποία παρήλθε προ 25-30 ετών, η ιεροτελεστία, ένεκα της παράδοσης, όριζε ότι όλοι, αλλά κυρίως οι νεότεροι -με έμφαση στους εισέτι αστεφάνωτους αμφοτέρων των φύλων- καθώς και τα παιδιά, ενδύονται τα καλά τους. Δηλαδή μια υφασμάτινη πανοπλία με ό,τι πιο άβολο θα μπορούσε να φορεθεί κατακαλόκαιρο.

Και χορεύοντας σαν αναστενάρηδες (επειδή τα απάτητα λουστρίνια είχαν λιανίσει τις τρυφερές πατούσες τους) οι έφηβοι πάσχιζαν αδέξια να πατήσουν στον ρυθμό ενός τσάμικου, του τύπου «Αγγέλω κρένει η μάνα σου» ή οποιουδήποτε άλλου άσματος του αυτού φυράματος. Φυσικά, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι θείτσες και το επίλοιπο συγγενολόι παρακολουθούσαν το εν εξελίξει δρώμενο με καμάρι και τα αεί επαναλαμβανόμενα σχόλια, όπως «Τηνε βλεπς’; Θε μου, σχώρα με! Ιδια η μάνα τσ’. Οπου γάμος και χαρά, η Βασίλω πρώτη!». Οι μεγάλοι χαχάνιζαν, έτρωγαν και έπιναν δίχως αύριο, έριχναν γυροβολιές σε ποικίλα στάδια μέθης, παρεξηγούνταν και κάκιωναν ο ένας με τον άλλον, φώναζαν, κόρωναν και στο τέλος φίλιωναν ξανά, βοηθούντων καθοριστικώς βεβαίως, του χύμα κρασιού, του ντόπιου τσίπουρου, ακόμη και του σκατς. Κλίμα ευωχίας και ατόφιας απόλαυσης, ατμόσφαιρα παραδοσιακού ελληνικού γλεντιού στην απόλυτη πεμπτουσία του.

Τα πολύ μικρά παιδιά νομοτελειακά ήταν τα πρώτα που υπέκυπταν. Υπνωτίζονταν από τα κλαρίνα, τις τσαμπούνες, τα βιολιά, τα ντέφια και τα νταούλια και αφού άδειαζαν οι μπαταρίες τους από τις πολύωρες σκανταλιές αποκοιμιούνταν μακαρίως είτε στρωματσάδα παράμερα κάτω από τον γέροντα πεύκο, είτε σε ενωμένες καρέκλες που μετατρέπονταν, για την ανάγκη, σε κρεβάτια εκστρατείας.

Οπωσδήποτε, κάποιοι άλλοι το είχαν τάμα να μη γυρίσουν σπίτι τους προτού φέξει για τα καλά ή προτού η ορχήστρα ικετεύσει για έλεος, ύστερα από έναν μαραθώνιο, διάρκειας κατ’ ελάχιστον 8-10 ωρών, non-stop ποτ-πουρί, όπου δεν έμεινε ούτε «Ιτιά», ούτε «Αητός», ούτε «Καραγκούνα», ούτε «Παπαλάμπραινα», ούτε κανένα άλλο δημοτικό/δημοτικοφανές λαϊκό που να μην εκτελεστεί τουλάχιστον τρις ή τετράκις, αναλόγως των γούστων της ομήγυρης. Οσο για εκείνους τους δύσμοιρους έφηβους που ένιωθαν όμηροι και κάθε καλοκαίρι ορκίζονταν ότι την επόμενη χρονιά, αντί για τα κλαρίνα που έκαναν το κεφάλι τους να κουδουνίζει σαν να είχαν καταπιεί σειρήνα περιπολικού, θα έκαναν τη μεγάλη απόδραση από το πανηγύρι.

Και αντί για το «Παπάκι που πάει στην ποταμιά» και τα «Γίδια που μπήκαν στο μαντρί», εκείνοι θα χτυπιόντουσαν στην ντίσκο έξω από το χωριό με το «Psycho Killer». Θα έπιναν τζιν τόνικ ή βότκα πορτοκάλι με ομπρελίτσα και όχι κοκκινέλι από πλαστικό μπουκάλι σε πλαστικό ποτήρι. Θα χάζευαν τις γυαλισμένες και άγριες μοτοσικλέτες απέξω αντί για τα αγροτικά που είχαν ακόμη χώματα από το χωράφι και σανό στην καρότσα. Και φορώντας ό,τι αρέσει σε εκείνους και μόνο, θα φλέρταραν σαν σε ξένη ταινία, μέσα στην αχλύ και το αισθησιακό ημίφως του κλαμπ, όχι λουσμένοι σαν ανακρινόμενοι για φόνο από τους προβολείς του πάλκου στο βουκολικό νυφοπάζαρο και στο χωριάτικο φολκλόρ και κωμικά ρουστίκ πανηγύρι, όπου το μόνο εφέ καπνού είναι η τσίκνα από τις δύστηνες γουρνοπούλες που έχουν καταδικαστεί στο βασανιστήριο του σαδιστικά αργού ξεροψησίματος στην πυρά, με το κοντοσούβλι, τις σπαλομπριζόλες και τα χωριάτικα λουκάνικα να μοιράζονται το ίδιο μαρτύριο.

Γλέντι all inclusive

Ουδείς δικαιούται να παραβλέψει τον οικονομικό παράγοντα της επιτυχίας: με 30-40 ευρώ το πολύ στο πανηγύρι μπορείς να φας σαν βασιλιάς, να πιεις όσο αντέχει ο σπλήνας σου, να χορέψεις όσο σε κρατάνε τα πόδια σου, να γνωρίσεις και να γνωριστείς με κάθε καρυδιάς καρύδι.

Παρενθετικά, ας σημειωθεί ότι στην Ελλάδα των διακοπών του 2026 όλες οι προηγούμενες παροχές κοστίζουν εκατοντάδες ευρώ στην ελεύθερη αγορά ψυχαγωγίας. Ενώ σε ένα πανηγύρι με ένα εισιτήριο 10-15 ευρώ και το αντίστοιχο βραχιολάκι εν είδει απόδειξης ότι έχεις πληρώσει στην είσοδο, συν άλλα τόσα για τους ανεφοδιασμούς σε αλκοόλ, μπορείς να χοροπηδάς ως το επόμενο μεσημέρι, τρόπος του λέγειν. Το πραγματικό νόμισμα, άλλωστε, είναι ο χορός: στα ελληνικά πανηγύρια του θέρους χορεύεις με οποιονδήποτε και οποιαδήποτε φέρει η μοίρα πάνω σου, πιασμένος από τους ώμους, τα χέρια, τη μέση ή οπουδήποτε αλλού τύχει. Αρκεί που σε οδηγεί και οδηγείται από εσένα στον διονυσιασμό ενός χορού, που πολύ γρήγορα, έτσι όπως συνωστίζονται πλήθη χιλιάδων σε χώρους που μόλις και μετά βίας χωρούν μια-δυο εκατοντάδες, δεν έχει σημασία αν είναι καλαματιανός, συρτός ή απλώς συνενώνει άπαντες τους παρόντες σε έναν άναρχο, αυτοσχεδιαστικό βηματισμό.

Ούτως ή άλλως, μέσα σε τόσο κόσμο, άπαντες στριμωγμένοι σαν όρθιες σαρδέλες, κατά κανόνα ζαλισμένοι από το αλκοόλ ή και το εκάστοτε τρίφυλλο που γυρίζει αδέσποτο από χέρι σε χέρι, η ιδιωτικότητα -ή, κάτι ακόμη πιο βαθύ, η ατομικότητα- διαλύεται σαν αναβράζον δισκίο μέσα στο ρευστό, απέραντο ανθρωπομάνι. Κάποιοι, μάλιστα, βετεράνοι πια των πανηγυριών έχουν φτάσει να τα παραλληλίζουν με «παιδικούς σταθμούς για ενήλικες».

Βάσει της λογικής ότι σε έναν χώρο όπου επικρατεί τόσο ασφυκτικός συνωστισμός ώστε μέσα σε λίγα λεπτά δεν είσαι σίγουρος αν αυτό που φτάνει στον οσφρητικό σου πόρο είναι το δικό σου μεθυσμένο χνώτο ή της διπλανής σου, αν ο ιδρώτας που γυαλίζει στα μέλη σου είναι δικός σου ή του διπλανού σου κ.λπ., τα πανηγύρια λειτουργούν, εκτός όλων των άλλων, ως το Νο1 πεδίο βολής για μεταδιδόμενα νοσήματα.

Οχι απαραιτήτως σεξουαλικώς, αλλά ο COVID και η γαστρεντερίτιδα κάνουν το δικό τους πάρτυ υπό τον ήχο των κλαρίνων. Καθ’ υπερβολήν ενδεχομένως, πλην ουδόλως άστοχα, κάποιος καθ’ έξιν panigiri-goer σχολίαζε μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι «στον Πειραιά, στον γυρισμό των πλοίων από Δεκαπενταύγουστο στις Κυκλάδες, δεν θα έπρεπε να κάνουν ουρά μόνο τα ταξί, αλλά και τα ασθενοφόρα»! Μακάβριο και κυνικό μεν, ακριβές δε.


Τσαμπά-fan

Μια διαφορετική προσέγγιση στην παρακολούθηση της πανηγυριακής ροής συνίσταται στην προσθήκη μιας επιπλέον μεταβλητής στην αναζήτηση: αυτής του προτιμώμενου καλλιτέχνη. Αν υποθέσουμε ότι το ικαριώτικο πανηγύρι έχει παραγίνει mainstream, η εναλλακτική οδός στην πανηγυρο-μέθεξη είναι το να γίνεις follower ενός συγκεκριμένου κλαριντζή, μιας ορχήστρας, ενός μεμονωμένου αοιδού. Μπορεί, δηλαδή, να ακολουθεί κανείς σαν πυξίδα στην πορεία της θερινής ζωής του, λ.χ., τη Γωγώ Τσαμπά. Και γιατί όχι; Εδώ κάποιος από τους πιο ένθερμους θαυμαστές της στα τιμημένα Φάρσαλα την έρανε με ένα φορτίο λουλούδια κυριολεκτικά. Το οποίο ξεφόρτωσε στα πόδια της μπουκάροντας στο stage με το κλαρκ του. Τσαμπά-fan, λοιπόν, όπως και Εφη Θώδη-fan, Μαρίτσα Βλαχοδήμου-fan, Ανδρέας Πετεινός-fan, Γιώτα Γρίβα-fan και πάει λέγοντας, fan εις άπειρον. Διότι όσο πολλαπλασιάζονται τα πανηγύρια τόσο διευρύνεται και η αγορά εργασίας για μουσικούς, τραγουδιστές, ενίοτε και συμπληρωματικά acts, όπως DJs, χορεύτριες της κοιλιάς κ.λπ.

Θαυμαστής ραίνει με ένα φορτίο λουλούδια τη Γωγώ Τσαμπά σε πανηγύρι στον Τύρναβο

Τυχαίο παράδειγμα της μεθόδου που θέτει στο επίκεντρο έναν συγκεκριμένο καλλιτέχνη, η ανερχόμενη σταρ του live άσματος, Νάνσυ, κόρη του Δημήτρη Σαραβάκου. Μια συμπαθέστατη και γεμάτη ενέργεια 25χρονη Πελοποννήσια η οποία παίζει μεν μεγάλη μπάλα ως τραγουδίστρια, αλλά κατά διαβολική ειρωνεία δεν έχει την παραμικρή σχέση με το ποδόσφαιρο (ενώ, παραδόξως, ο ποδοσφαιριστής Δημήτρης Σαραβάκος έχει σχέση με τη μουσική μέσω της δικής του κόρης, Νικόλ, η οποία είναι τραγουδίστρια και τραγουδοποιός, όπως και η μητέρα της, η καταξιωμένη στιχουργός Βίκυ Γεροθόδωρου.

Καλώς ή κακώς όμως οι τελευταίες δεν έχουν οργανική σχέση με τη σκηνή των πανηγυριών). Ο άλλος Δημήτρης Σαραβάκος, λοιπόν, πατήρ της προαναφερθείσας Νάνσυς, παρά το βαρύ όνομά του, δεν είναι ο πρώην άσος του ΠΑΟ και της Εθνικής Ελλάδος, αλλά ένας τραγουδιστής του δημοτικού και λαϊκού ρεπερτορίου, με τεράστια καριέρα και εξίσου αφοσιωμένο κοινό σε όλη την Ελλάδα. Η κόρη του ακολουθεί πιστά τα πατρικά βήματα καταγράφοντας τα δικά της live ανελλιπώς και επιμελώς στα social media.

Ωστόσο, ορισμένες από τις αφίσες που αναγγέλλουν τη συμμετοχή της Νάνσυς Σαραβάκου στην εκάστοτε εκδήλωση ενίοτε προκαλούν στιγμιαία σύγχυση σε οποιονδήποτε διαθέτει βασική ποδοσφαιρική παιδεία. Σε προηγούμενη εμφάνισή της, φέρ’ ειπείν, η Νάνσυ συνέπραττε με τους Κώστα και Γιάννη Μπανιώτη, αλλά και τον δεξιοτέχνη του κλαρίνου Ταξιάρχη Βλαχοδήμο. Σε μια άλλη, με τον ομότεχνό της, τον επίσης ανερχόμενο αστέρα του δημοτικολαϊκού πάλκου Κώστα Αντωνίου, επίσης απλή συνωνυμία με τον εξαίρετο μέσο του Παναθηναϊκού, κατά σύμπτωση, δε, επί μακρόν συμπαίκτη του γίγαντα «Μικρού» Σαραβάκου.

Η Νάνσυ Σαραβάκου είναι από τις πλέον προβεβλημένες τραγουδίστριες της νέας γενιάς στα πανηγύρια

H αφίσα

Για τους fans του, παρεμπιπτόντως, ας σημειωθεί ότι λίαν προσεχώς ο Κώστας Αντωνίου θα ηγείται all star καλλιτεχνικού σχήματος μαζί με τις δημοφιλείς ερμηνεύτριες Αναστασία Χειλά, Βανέσσα Τσαντοπούλου, τον μεγάλο Νεκτάριο Κοκκώνη στο κλαρίνο που δεν χρειάζεται συστάσεις και τον δυναμικό Τόλη Σιαφάκα στο μπουζούκι. Το βράδυ της 1ης Αυγούστου το εν λόγω σχήμα θα ψυχαγωγήσει το κοινό που αναμένεται να κατακλύσει τη Ματαράγκα Καρδίτσας. Στη σχετική αφίσα αναφέρεται ότι το εισιτήριο έχει οριστεί στα 5 ευρώ κατ’ άτομο, ενώ παραπλεύρως τονίζεται ότι «θα σερβίρονται σουβλάκια, λουκάνικα». Και σε ειδική έγχρωμη ταινία αποδίδονται τα εύσημα στον Δήμο Σοφάδων, ο οποίος στηρίζει την όλη διοργάνωση. Στις κρίσιμης σημασίας πληροφορίες η διαφήμιση του live διευκρινίζει ότι το πρόγραμμα ξεκινά στις 22.30 και για ρεζερβέ οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να επικοινωνήσουν με τα δύο κινητά τηλέφωνα που παρατίθενται.

Το πανηγύρι της 1ης Αυγούστου στη Ματαράγκα Καρδίτσας

Οπως πάντα, δε, στο κάτω μέρος της αφίσας υπάρχουν διαφημιστικές καταχωρήσεις των χορηγών: ένα πρατήριο καυσίμων, μια εταιρεία με μπουλντόζες και χωματουργικά μηχανήματα, ένα γραφείο τελετών, ένα κουρείο κ.ο.κ. Αντίστοιχα αστέρια λάμπουν απανταχού στον νυχτερινό ουρανό της καλοκαιρινής Ελλάδας. Της πανηγυριώτικης Ελλάδας 2.0.

Φωτογραφίες: shutterstock, EUROKINISSI
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr