Πόσο και ποιοι κερδίζουν από την τροπολογία Πιερρακάκη για σταθερό 3% σε ρυθμίσεις του εξωδικαστικού, δείτε παραδείγματα
04.11.2026
07:03
Η διάταξη καθιερώνει σταθερό επιτόκιο 3% για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης για τους ευάλωτους και τους επιλέξιμους οφειλέτες, αντί του κυμαινόμενου επιτοκίου που ισχύει σήμερα μετά την πρώτη τριετία
Έως 124.352 ευρώ μπορεί να εξοικονομήσει ένας δανειολήπτης με τελική ρύθμιση 200.000 ευρώ σε 420 δόσεις μέσω του εξωδικαστικού, με βάση τη νέα τροπολογία την κατέθεσε την Τρίτη στη Βουλή ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης.
Η διάταξη, εφόσον ψηφιστεί, καθιερώνει σταθερό επιτόκιο 3% για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης για τους ευάλωτους και τους επιλέξιμους οφειλέτες, αντί του κυμαινόμενου επιτοκίου που ισχύει σήμερα μετά την πρώτη τριετία. Συνεπώς η επίδραση της αλλαγής είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μακροχρόνιες ρυθμίσεις, καθώς το σταθερό επιτόκιο δεν ισχύει πλέον μόνο για τα πρώτα τρία έτη, αλλά για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής.
Η ρύθμιση ισχύει για πληρωμές δόσεων που θα γίνονται από την 1η Δεκεμβρίου 2026 και μετά.
Σύμφωνα με την τροπολογία Πιερρακάκη, καθορίζεται σταθερό επιτόκιο 3% ετησίως για τις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς που καταρτίζονται στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Καθώς οι ρυθμίσεις του Εξωδικαστικού μπορούν να εκτείνονται μέχρι 35 χρόνια αποπληρωμής, η διάταξη επηρεάζει καθοριστικά το πραγματικό όφελος που έχει ο οφειλέτης, πέρα από διαγραφή χρέους ή άλλα προνόμια και προστασίες τις οποίες παρέχει η διαδικασία αυτή. Το επιτόκιο θα παραμένει σταθερό για το σύνολο της διάρκειας της ρύθμισης και η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από το εάν οι οφειλές καλύπτονται από εμπράγματες ή άλλες ειδικές εξασφαλίσεις, ούτε από την κατηγορία του χρηματοδοτικού φορέα. Η εφαρμογή του καθίσταται υποχρεωτικός όρος της σύμβασης αναδιάρθρωσης.
Σήμερα, το επιτόκιο ανέρχεται σε 3% για τα πρώτα έτη για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και σε 4% για τα πρώτα τρία έτη για οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Στη συνέχεια, αυξάνεται σε κυμαινόμενο (Euribor τριμήνου συν 2,5% για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και σε Euribor τριμήνου συν 3% για οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις). Με το σημερινό επίπεδο του Euribor, στο 2,67%, το επιτόκιο μετά την παρέλευση τριετίας θα ανερχόταν σε 5,17% για εξασφαλισμένες απαιτήσεις και σε 5,67% για ανεξασφάλιστες. Με τη νέα ρύθμιση, για τις δικαιούχες κατηγορίες οφειλετών το επιτόκιο θα παραμείνει σταθερό στο 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.
Για παράδειγμα:
· για τελική ρύθμιση 80.000 ευρώ σε 180 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή 15 χρόνια, η μηνιαία δόση με το νέο καθεστώς παραμένει σταθερή στα 552,47 ευρώ για όλη τη διάρκεια και το συνολικό ποσό αποπληρωμής ανέρχεται σε 99.444,6 ευρώ.
Στο ισχύον καθεστώς και με τα σημερινά δεδομένα, για εξασφαλισμένη οφειλή (αν υπάρχουν ακίνητα κλπ), η δόση των πρώτων 36 μηνών είναι 552,47 ευρώ, αλλά μετά την τριετία, με επιτόκιο 5,17%, αναπροσαρμόζεται στα 622,98 ευρώ. Η μηνιαία διαφορά μετά την τριετία είναι 70,51 ευρώ και το συνολικό όφελος από το σταθερό 3% υπολογίζεται σε περίπου 10.154 ευρώ.
Για οφειλή χωρίς εξασφαλίσεις, η αντίστοιχη δόση των πρώτων 36 μηνών σήμερα είναι 591,75 ευρώ (με επιτόκιο 4%), ενώ από την 37η δόση έως την 180η ανεβαίνει στα 648,07 ευρώ (με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,67%).
Με το νέο καθεστώς, η δόση μένει σταθερή στα 552,47 ευρώ από την αρχή, δηλαδή μειώνεται κατά 39,29 ευρώ τον μήνα κατά τα πρώτα τρία έτη και κατά 95,61 ευρώ τον μήνα για όλα τα επόμενα, με συνολικό όφελος περίπου 15.182 ευρώ.
· για τελική ρύθμιση 200.000 ευρώ σε 420 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή 35 χρόνια, το σταθερό επιτόκιο 3% οδηγεί σε μηνιαία δόση 769,70 ευρώ για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής και σε συνολικό ποσό αποπληρωμής 323.274 ευρώ.
Η διάταξη, εφόσον ψηφιστεί, καθιερώνει σταθερό επιτόκιο 3% για ολόκληρη τη διάρκεια της ρύθμισης για τους ευάλωτους και τους επιλέξιμους οφειλέτες, αντί του κυμαινόμενου επιτοκίου που ισχύει σήμερα μετά την πρώτη τριετία. Συνεπώς η επίδραση της αλλαγής είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μακροχρόνιες ρυθμίσεις, καθώς το σταθερό επιτόκιο δεν ισχύει πλέον μόνο για τα πρώτα τρία έτη, αλλά για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής.
Η ρύθμιση ισχύει για πληρωμές δόσεων που θα γίνονται από την 1η Δεκεμβρίου 2026 και μετά.
Κέρδος στην πράξη
Σύμφωνα με την τροπολογία Πιερρακάκη, καθορίζεται σταθερό επιτόκιο 3% ετησίως για τις συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς που καταρτίζονται στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Καθώς οι ρυθμίσεις του Εξωδικαστικού μπορούν να εκτείνονται μέχρι 35 χρόνια αποπληρωμής, η διάταξη επηρεάζει καθοριστικά το πραγματικό όφελος που έχει ο οφειλέτης, πέρα από διαγραφή χρέους ή άλλα προνόμια και προστασίες τις οποίες παρέχει η διαδικασία αυτή. Το επιτόκιο θα παραμένει σταθερό για το σύνολο της διάρκειας της ρύθμισης και η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από το εάν οι οφειλές καλύπτονται από εμπράγματες ή άλλες ειδικές εξασφαλίσεις, ούτε από την κατηγορία του χρηματοδοτικού φορέα. Η εφαρμογή του καθίσταται υποχρεωτικός όρος της σύμβασης αναδιάρθρωσης.
Σήμερα, το επιτόκιο ανέρχεται σε 3% για τα πρώτα έτη για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και σε 4% για τα πρώτα τρία έτη για οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Στη συνέχεια, αυξάνεται σε κυμαινόμενο (Euribor τριμήνου συν 2,5% για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και σε Euribor τριμήνου συν 3% για οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις). Με το σημερινό επίπεδο του Euribor, στο 2,67%, το επιτόκιο μετά την παρέλευση τριετίας θα ανερχόταν σε 5,17% για εξασφαλισμένες απαιτήσεις και σε 5,67% για ανεξασφάλιστες. Με τη νέα ρύθμιση, για τις δικαιούχες κατηγορίες οφειλετών το επιτόκιο θα παραμείνει σταθερό στο 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης.
Για παράδειγμα:
· για τελική ρύθμιση 80.000 ευρώ σε 180 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή 15 χρόνια, η μηνιαία δόση με το νέο καθεστώς παραμένει σταθερή στα 552,47 ευρώ για όλη τη διάρκεια και το συνολικό ποσό αποπληρωμής ανέρχεται σε 99.444,6 ευρώ.
Στο ισχύον καθεστώς και με τα σημερινά δεδομένα, για εξασφαλισμένη οφειλή (αν υπάρχουν ακίνητα κλπ), η δόση των πρώτων 36 μηνών είναι 552,47 ευρώ, αλλά μετά την τριετία, με επιτόκιο 5,17%, αναπροσαρμόζεται στα 622,98 ευρώ. Η μηνιαία διαφορά μετά την τριετία είναι 70,51 ευρώ και το συνολικό όφελος από το σταθερό 3% υπολογίζεται σε περίπου 10.154 ευρώ.
Για οφειλή χωρίς εξασφαλίσεις, η αντίστοιχη δόση των πρώτων 36 μηνών σήμερα είναι 591,75 ευρώ (με επιτόκιο 4%), ενώ από την 37η δόση έως την 180η ανεβαίνει στα 648,07 ευρώ (με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,67%).
Με το νέο καθεστώς, η δόση μένει σταθερή στα 552,47 ευρώ από την αρχή, δηλαδή μειώνεται κατά 39,29 ευρώ τον μήνα κατά τα πρώτα τρία έτη και κατά 95,61 ευρώ τον μήνα για όλα τα επόμενα, με συνολικό όφελος περίπου 15.182 ευρώ.
· για τελική ρύθμιση 200.000 ευρώ σε 420 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή 35 χρόνια, το σταθερό επιτόκιο 3% οδηγεί σε μηνιαία δόση 769,70 ευρώ για όλη τη διάρκεια αποπληρωμής και σε συνολικό ποσό αποπληρωμής 323.274 ευρώ.
Στο ισχύον καθεστώς, για εξασφαλισμένη οφειλή, η δόση ξεκινά μην από 769,70 ευρώ για τους πρώτους 36 μήνες, αλλά μετά την τριετία και για 384 ο οφειλέτης θα πρέπει να πληρώνει 1.012 ευρώ (με κυμαινόμενο επιτόκιο 5,17%).
Η μηνιαία επιβάρυνση μετά την τριετία αυξάνεται κατά 242,48 ευρώ και το συνολικό όφελος από το σταθερό 3% υπολογίζεται σε περίπου 93.043,20 ευρώ.
Για οφειλή χωρίς εξασφαλίσεις, η δόση των πρώτων 36 μηνών είναι 885,55 ευρώ, με επιτόκιο 4%, ενώ μετά την τριετία, με επιτόκιο 5,67%, ανέρχεται στα 1.082,67 ευρώ. Με το νέο καθεστώς, η δόση μειώνεται κατά 115,85 ευρώ τον μήνα στα πρώτα τρία έτη (36 μήνες) και κατά 312,97 ευρώ τον μήνα στη συνέχεια (384 μήνες), με συνολικό όφελος περίπου 124.352 ευρώ.
Η διαφορά στο συνολικό όφελος μεταξύ των δύο παραδειγμάτων οφείλεται στη διάρκεια της ρύθμισης. Στην περίπτωση των 15 ετών, το σταθερό επιτόκιο αντικαθιστά το κυμαινόμενο για 12 χρόνια μετά την τριετία, ενώ στην περίπτωση των 420 δόσεων το όφελος διατηρείται για 32 επιπλέον χρόνια.
Τα παραδείγματα βασίζονται στα σημερινά δεδομένα, με Euribor τριμήνου στο 2,67%, χωρίς εφαρμογή μηχανισμού step-up αλλά και χωρίς μελλοντική μεταβολή του Euribor προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Σε κάθε περίπτωση η σταθερή δόση δίνει καλύτερη προβλεψιμότητα και ασφάλεια σε περιόδους αναταραχής στις αγορές.
Δικαιούχοι είναι, αφενός, οι οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου οφειλέτη που διαθέτουν τη σχετική βεβαίωση και, αφετέρου, οι επιλέξιμοι οφειλέτες, δηλαδή νοικοκυριά με υψηλότερα περιουσία και εισοδήματα.
Ως οικονομικά ευάλωτοι οφειλέτες κατατάσσονται αυτομάτως όσοι έχουν μικρά εισοδήματα και περιουσία, δηλαδή:
· οικογενειακό εισόδημα έως 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, με προσαύξηση 3.500 ευρώ ανά επιπλέον μέλος και ανώτατο όριο 21.000 ευρώ
· ακίνητη περιουσία έως 120.000 ευρώ για μονοπρόσωπο, με προσαύξηση 15.000 ευρώ ανά μέλος και ανώτατο όριο 180.000 ευρώ, καθώς και
· καταθέσεις ή άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα έως 7.000 ευρώ για ένα μέλος και έως 21.000 ευρώ για πέντε μέλη και άνω.
Ως επιλέξιμοι οφειλέτες εντάσσονται στο μέτρο οφειλέτες που έχουν συνολικό οικογενειακό εισόδημα έως 42.000 ευρώ ετησίως, ακίνητη περιουσία έως 360.000 ευρώ και καταθέσεις ή άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα έως 42.000 ευρώ, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
Ενδεικτικά, το εισοδηματικό όριο διαμορφώνεται σε 14.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, 21.000 ευρώ για δύο μέλη, 28.000 ευρώ για τρία μέλη ή μονογονεϊκή οικογένεια με ένα ανήλικο, 35.000 ευρώ για τέσσερα μέλη και 42.000 ευρώ για πέντε μέλη και άνω. Δεν γίνονται δεκτές αιτήσεις νοικοκυριών που εμπίπτουν στον φόρο πολυτελούς διαβίωσης ή δηλώνουν δαπάνες για πληρώματα σκαφών αναψυχής, δίδακτρα άνω των 1.500 ευρώ σε ιδιωτικά σχολεία ή οικιακό προσωπικό.
Με δεύτερη τροπολογία, το ανώτατο πρόστιμο που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων αυξάνεται από 500.000 σε 5 εκατ. ευρώ, δηλαδή δεκαπλασιάζεται. Η αύξηση αφορά παραβάσεις του θεσμικού πλαισίου, όπως ελλείψεις στο οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και στους εσωτερικούς ελέγχους, ανεπαρκή μεταχείριση δανειοληπτών, αδυναμία καταγραφής και διαχείρισης παραπόνων ή παραβιάσεις των υποχρεώσεων αγοραστών και διαχειριστών πιστώσεων. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει πρόστιμο και για σωρεία παραβάσεων, ενώ οι κυρώσεις αυτές είναι επιπρόσθετες των προστίμων από 50.000 έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη, που μπορεί να επιβάλλει η Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους για παραβάσεις στις ενέργειες είσπραξης.
Η μηνιαία επιβάρυνση μετά την τριετία αυξάνεται κατά 242,48 ευρώ και το συνολικό όφελος από το σταθερό 3% υπολογίζεται σε περίπου 93.043,20 ευρώ.
Για οφειλή χωρίς εξασφαλίσεις, η δόση των πρώτων 36 μηνών είναι 885,55 ευρώ, με επιτόκιο 4%, ενώ μετά την τριετία, με επιτόκιο 5,67%, ανέρχεται στα 1.082,67 ευρώ. Με το νέο καθεστώς, η δόση μειώνεται κατά 115,85 ευρώ τον μήνα στα πρώτα τρία έτη (36 μήνες) και κατά 312,97 ευρώ τον μήνα στη συνέχεια (384 μήνες), με συνολικό όφελος περίπου 124.352 ευρώ.
Η διαφορά στο συνολικό όφελος μεταξύ των δύο παραδειγμάτων οφείλεται στη διάρκεια της ρύθμισης. Στην περίπτωση των 15 ετών, το σταθερό επιτόκιο αντικαθιστά το κυμαινόμενο για 12 χρόνια μετά την τριετία, ενώ στην περίπτωση των 420 δόσεων το όφελος διατηρείται για 32 επιπλέον χρόνια.
Τα παραδείγματα βασίζονται στα σημερινά δεδομένα, με Euribor τριμήνου στο 2,67%, χωρίς εφαρμογή μηχανισμού step-up αλλά και χωρίς μελλοντική μεταβολή του Euribor προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Σε κάθε περίπτωση η σταθερή δόση δίνει καλύτερη προβλεψιμότητα και ασφάλεια σε περιόδους αναταραχής στις αγορές.
Ποιοι κερδίζουν
Δικαιούχοι είναι, αφενός, οι οφειλέτες που πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου οφειλέτη που διαθέτουν τη σχετική βεβαίωση και, αφετέρου, οι επιλέξιμοι οφειλέτες, δηλαδή νοικοκυριά με υψηλότερα περιουσία και εισοδήματα.Ως οικονομικά ευάλωτοι οφειλέτες κατατάσσονται αυτομάτως όσοι έχουν μικρά εισοδήματα και περιουσία, δηλαδή:
· οικογενειακό εισόδημα έως 7.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, με προσαύξηση 3.500 ευρώ ανά επιπλέον μέλος και ανώτατο όριο 21.000 ευρώ
· ακίνητη περιουσία έως 120.000 ευρώ για μονοπρόσωπο, με προσαύξηση 15.000 ευρώ ανά μέλος και ανώτατο όριο 180.000 ευρώ, καθώς και
· καταθέσεις ή άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα έως 7.000 ευρώ για ένα μέλος και έως 21.000 ευρώ για πέντε μέλη και άνω.
Ως επιλέξιμοι οφειλέτες εντάσσονται στο μέτρο οφειλέτες που έχουν συνολικό οικογενειακό εισόδημα έως 42.000 ευρώ ετησίως, ακίνητη περιουσία έως 360.000 ευρώ και καταθέσεις ή άλλα χρηματοπιστωτικά προϊόντα έως 42.000 ευρώ, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
Ενδεικτικά, το εισοδηματικό όριο διαμορφώνεται σε 14.000 ευρώ για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, 21.000 ευρώ για δύο μέλη, 28.000 ευρώ για τρία μέλη ή μονογονεϊκή οικογένεια με ένα ανήλικο, 35.000 ευρώ για τέσσερα μέλη και 42.000 ευρώ για πέντε μέλη και άνω. Δεν γίνονται δεκτές αιτήσεις νοικοκυριών που εμπίπτουν στον φόρο πολυτελούς διαβίωσης ή δηλώνουν δαπάνες για πληρώματα σκαφών αναψυχής, δίδακτρα άνω των 1.500 ευρώ σε ιδιωτικά σχολεία ή οικιακό προσωπικό.
Δεκαπλασιάζεται το ανώτατο πρόστιμο στους servicers
Με δεύτερη τροπολογία, το ανώτατο πρόστιμο που μπορεί να επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων αυξάνεται από 500.000 σε 5 εκατ. ευρώ, δηλαδή δεκαπλασιάζεται. Η αύξηση αφορά παραβάσεις του θεσμικού πλαισίου, όπως ελλείψεις στο οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και στους εσωτερικούς ελέγχους, ανεπαρκή μεταχείριση δανειοληπτών, αδυναμία καταγραφής και διαχείρισης παραπόνων ή παραβιάσεις των υποχρεώσεων αγοραστών και διαχειριστών πιστώσεων. Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει πρόστιμο και για σωρεία παραβάσεων, ενώ οι κυρώσεις αυτές είναι επιπρόσθετες των προστίμων από 50.000 έως 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη, που μπορεί να επιβάλλει η Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους για παραβάσεις στις ενέργειες είσπραξης.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr