Μαύρη λίστα και «λουκέτο» στις πλατφόρμες που πουλάνε… εύκολο χρήμα

Μπλόκο σε ιστοσελίδες, εφαρμογές και διαδικτυακούς λογαριασμούς προβλέπει το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή. Πώς στήνεται η παγίδα με διαφημίσεις σε Facebook και Instagram, «συμβούλους» σε WhatsApp και Telegram και κέρδη που υπάρχουν μόνο στην οθόνη

Μια διαφήμιση στο Facebook, ένα βίντεο με γνωστό επιχειρηματία που δήθεν αποκαλύπτει πώς πλούτισε και μια πρώτη κατάθεση λίγων εκατοντάδων ευρώ. Κάπως έτσι μπορεί να αρχίσει η διαδρομή προς την απώλεια αποταμιεύσεων.

Στις πλατφόρμες που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες χωρίς την απαιτούμενη άδεια επιχειρεί να βάλει ψηφιακό «λουκέτο» το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή. Προβλέπει δημόσια «μαύρη λίστα», αποκλεισμό πρόσβασης από την Ελλάδα και παρεμβάσεις σε εφαρμογές, περιεχόμενο και διαδικτυακούς λογαριασμούς που χρησιμοποιούνται για τις παραβάσεις.

Με το άρθρο 55 οργανώνεται συγκεκριμένος μηχανισμός τεχνικού αποκλεισμού, με τη συμμετοχή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της ΕΕΤΤ και των παρόχων τεχνολογικών υπηρεσιών. Η ρύθμιση συμπληρώνει τις υφιστάμενες εποπτικές εξουσίες και καλύπτει, πέρα από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών χωρίς άδεια, παραβάσεις στην παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, παράνομες δημόσιες προσφορές και παράνομη διαφήμιση ή προώθηση προς το επενδυτικό κοινό στην Ελλάδα.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα μπορεί να απαγορεύει προσωρινά ή οριστικά τη συνέχιση της δραστηριότητας, να διατάσσει αποκλεισμό πρόσβασης και αφαίρεση ή απενεργοποίηση παράνομου περιεχομένου. Θα μπορεί επίσης να προβλέπει ανακατεύθυνση του επισκέπτη σε ενημερωτική ιστοσελίδα της. Οι αποφάσεις θα συνδέονται με δημόσιο κατάλογο προσώπων, ιστοτόπων και διαδικτυακών διευθύνσεων, ώστε οι αρμόδιοι πάροχοι να προχωρούν χωρίς καθυστέρηση στα απαιτούμενα τεχνικά μέτρα.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος σοβαρής βλάβης των επενδυτών ή της λειτουργίας της αγοράς, προβλέπονται προσωρινά μέτρα με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, χωρίς προηγούμενη ακρόαση. Η Επιτροπή θα υποχρεούται να καλέσει τον ενδιαφερόμενο σε ακρόαση εντός δέκα ημερών από την απόφαση και στη συνέχεια να αποφασίσει χωρίς καθυστέρηση για τη διατήρηση, τροποποίηση ή ανάκληση των μέτρων.

Προβλέπεται ακόμη εβδομαδιαία ενημέρωση από την ΕΕΤΤ για τις καταχωρίσεις ονομάτων χώρου που υπάγονται στη σχετική διαδικασία, όπως τα .gr και .ελ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θα εξετάζει το όνομα και το περιεχόμενο των ιστοτόπων, αξιοποιώντας και λέξεις κλειδιά. Εφόσον διαπιστώνεται ότι παραπέμπουν σε μη αδειοδοτημένο πάροχο, θα δίνεται εντολή προσωρινής απενεργοποίησης και απαγόρευσης διαγραφής για δύο μήνες και, κατόπιν, διαγραφής από το μητρώο. Οι τεχνικές λεπτομέρειες, η διαδικασία και οι προθεσμίες συμμόρφωσης θα εξειδικευθούν με αποφάσεις που προβλέπει το νομοσχέδιο.

Την ανάγκη προσοχής έχει επισημάνει η πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Βασιλική Λαζαράκου, καλώντας τους πολίτες «να διασταυρώνουν πληροφορίες που λαμβάνουν και να απευθύνονται μόνο σε αδειοδοτημένους επαγγελματίες πριν λάβουν οποιαδήποτε επενδυτική απόφαση».

Η παροχή υπηρεσιών χωρίς την απαιτούμενη άδεια αποτελεί αυτοτελή παράβαση. Στις περιπτώσεις επενδυτικής απάτης, όμως, προστίθεται ένας ολόκληρος μηχανισμός παραπλάνησης. Προσεγμένη ιστοσελίδα, εύχρηστη εφαρμογή και ένας πρόθυμος «σύμβουλος» δημιουργούν την εικόνα μιας κανονικής επενδυτικής εταιρείας. Ο ενδιαφερόμενος καλείται να αγοράσει μετοχές, να κάνει συναλλαγές σε συνάλλαγμα ή παράγωγα, να επενδύσει σε κρυπτονομίσματα ή να αφήσει έναν υποτιθέμενο ειδικό να διαχειρίζεται τα χρήματά του.

Η υπόσχεση είναι σχεδόν πάντα η ίδια: μια ευκαιρία που οι πολλοί δεν γνωρίζουν ακόμη και πρέπει να την προλάβει. Η διαφήμιση στο Facebook ή το Instagram μπορεί να χρησιμοποιεί το πρόσωπο γνωστού επιχειρηματία, δημοσιογράφου ή καλλιτέχνη, το λογότυπο μιας τράπεζας ή την εμφάνιση ενημερωτικής ιστοσελίδας. Η συνέντευξη είναι κατασκευασμένη, το βίντεο ψηφιακά αλλοιωμένο και η υποτιθέμενη σύσταση ψεύτικη.

Το πρόσωπο ή ο οργανισμός που εμφανίζεται δεν έχει σχέση με την προσφορά.

Ένα κλικ οδηγεί σε φόρμα επικοινωνίας και από εκεί αρχίζει η προσωπική προσέγγιση. Ακολουθεί τηλεφώνημα από «επενδυτική εταιρεία του εξωτερικού» ή πρόσκληση σε κλειστή ομάδα WhatsApp ή Telegram. Εκεί κυκλοφορούν αποκλειστικές αναλύσεις, επενδυτικές συμβουλές και ιστορίες επιτυχίας. Η επικοινωνία μεταφέρεται από τη δημόσια διαφήμιση σε ένα περιβάλλον όπου ο υποψήφιος πελάτης δέχεται συνεχή καθοδήγηση.

Η πρώτη κατάθεση είναι αρκετά μικρή ώστε να μοιάζει με δοκιμή. Η βελγική εποπτική αρχή FSMA αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τα 250 ευρώ. Στην απατηλή πλατφόρμα εμφανίζονται συναλλαγές και κέρδη. Το υπόλοιπο ανεβαίνει και ο «σύμβουλος» επιστρέφει με την επόμενη πρόταση: αφού η πρώτη κίνηση απέδωσε, γιατί να μη μεγαλώσει η επένδυση;
Μόνο που οι αριθμοί στην οθόνη μπορεί να είναι κατασκευασμένοι και τα χρήματα να μην έχουν επενδυθεί όπως παρουσιάζεται στον πελάτη. Για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη, μερικές φορές επιτρέπεται ακόμη και ανάληψη μικρού ποσού. Έπειτα έρχονται οι πιέσεις για μεγαλύτερες καταθέσεις, οι επαναλαμβανόμενες κλήσεις και οι ευκαιρίες που υποτίθεται ότι λήγουν άμεσα.
Η παγίδα αποκαλύπτεται όταν ο πελάτης ζητήσει πίσω σημαντικό μέρος των χρημάτων του. Τότε εμφανίζονται υποτιθέμενοι φόροι, έξοδα και πρόσθετες προϋποθέσεις αποδέσμευσης. Καλείται να πληρώσει ξανά για να πάρει όσα θεωρεί ότι έχει ήδη κερδίσει. Στο τέλος μπορεί να χαθεί η πρόσβαση στον λογαριασμό, να σταματήσουν οι απαντήσεις ή να εξαφανιστεί η ιστοσελίδα.

Ακόμη και η προσφορά «βοήθειας» μπορεί να κρύβει νέα παγίδα. Ο υποτιθέμενος σύμβουλος ζητά απομακρυσμένη πρόσβαση στον υπολογιστή για να διευκολύνει τη συναλλαγή. Η Δίωξη Κυβερνοεγκλήματος έχει προειδοποιήσει ότι έτσι μπορούν να υποκλαπούν τραπεζικά στοιχεία και να πραγματοποιηθούν μεταφορές χρημάτων προς το εξωτερικό.

Μια υπηρεσία, πάντως, δεν γίνεται παράνομη επειδή προσφέρει crypto, λειτουργεί ηλεκτρονικά ή έχει ξένη έδρα. Το κρίσιμο είναι αν ο πραγματικός πάροχος διαθέτει την απαιτούμενη αδειοδότηση ή άλλη νόμιμη βάση για να προσφέρει τη συγκεκριμένη υπηρεσία στην Ελλάδα. Αντίστοιχα, το όνομα γνωστής εταιρείας δεν αποδεικνύει νομιμότητα: μπορεί να έχει αντιγραφεί από μια ιστοσελίδα που την υποδύεται.

Γι’ αυτό ο έλεγχος πρέπει να προηγείται της κατάθεσης και να αφορά την ακριβή εταιρεία, το δικαίωμα παροχής των υπηρεσιών και τη διαδικτυακή διεύθυνση. Η απουσία από μια λίστα προειδοποιήσεων δεν αποτελεί πιστοποίηση αξιοπιστίας. Και το ψηφιακό «λουκέτο», όταν επιβληθεί, αποσκοπεί στη διακοπή της παράνομης δραστηριότητας, χωρίς να εξασφαλίζει αυτόματη επιστροφή των χρημάτων που έχουν ήδη καταβληθεί.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr