Μαργαρίτης Σχοινάς στο Cantina Academy: Επενδύσεις 1 δισ. ευρώ για το νερό έως το 2034
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων έθεσε ως προτεραιότητα τα μεγάλα αρδευτικά έργα, επισημαίνοντας ότι το σημερινό μοντέλο διαχείρισης των υδάτινων πόρων έχει φτάσει στα όριά του
Νανά Δαρειώτη
Την προοπτική συνολικών επενδύσεων ύψους 1 δισ. ευρώ για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων έως το 2034, με χρηματοδότηση από κοινοτικούς πόρους και Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), έθεσε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, μιλώντας στο στρογγυλό τραπέζι του Cantina Academy με θέμα «Πρωτογενής Παραγωγή – Ελλάδα 2040: Τι θα παράγουμε, πού και με ποιους όρους;».
Απαντώντας σε ερώτηση για τη σημαντικότερη αλλαγή που πρέπει να ξεκινήσει σήμερα ώστε να παραμείνει βιώσιμη και ανταγωνιστική η ελληνική παραγωγή, ο υπουργός προσδιόρισε τρεις βασικές προτεραιότητες: νερό, συνεργασία και τεχνολογία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη μεγάλων παρεμβάσεων στη διαχείριση των υδάτινων πόρων, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα έχει χάσει πολύτιμο χρόνο.
«Χάσαμε πολύ χρόνο στη διαχείριση των υδάτινων πόρων της χώρας μας. Κάναμε πολλά, αλλά όχι μεγάλης εμβέλειας», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η μέχρι σήμερα διαχείριση χαρακτηρίστηκε από κατακερματισμό των διαθέσιμων πόρων. Στη συνέχεια προχώρησε στην εκτίμηση για το ύψος των επενδύσεων που απαιτούνται: «Η χώρα μπορεί να προσβλέπει σε συνολικές επενδύσεις ενός δισεκατομμυρίου ευρώ για το νερό μέχρι το 2034».
Όπως διευκρίνισε, οι επενδύσεις αυτές μπορούν να προέλθουν είτε από κοινοτικούς πόρους είτε από Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα. Ο κ. Σχοινάς υπογράμμισε την ανάγκη έργων μεγάλης εμβέλειας, με ιδιαίτερη αναφορά στη Θεσσαλία και σε άλλες περιοχές που αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς εξαιτίας του υφιστάμενου μοντέλου διαχείρισης του νερού.
«Χρειαζόμαστε ένα πολύ μεγάλο αποτύπωμα στη διαχείριση των υδάτινων πόρων τα χρόνια που έρχονται», σημείωσε, εξηγώντας ότι απαιτείται ένα ουσιαστικό άλμα αποτελεσματικότητας, ικανό να αλλάξει τις συνθήκες παραγωγής σε ολόκληρες αγροτικές περιοχές.
Κλείσιμο
Συνεργασία και τεχνολογία οι άλλοι δύο πυλώνες
Πέρα από το νερό, ο υπουργός ανέδειξε ως δεύτερη προτεραιότητα τη συνεργασία μεταξύ παραγωγών, κράτους και συνεταιρισμών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός της αγροτικής γης.
Όπως επισήμανε, ο μικρός κλήρος και οι δυσκολίες στη διαχείριση της γης περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της ελληνικής γεωργίας. Χωρίς συλλογικές λύσεις που θα επιτρέπουν την παραγωγή σε μεγαλύτερη κλίμακα, το πρόβλημα θα εξακολουθήσει να αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα.
Τρίτος πυλώνας, σύμφωνα με τον κ. Σχοινά, είναι η τεχνολογία, με εφαρμογές όπως τα υδροπονικά θερμοκήπια, η αξιοποίηση δεδομένων και η ευφυής γεωργία. Πρόκειται, όπως ανέφερε, για τεχνολογικές αλλαγές που ήδη πραγματοποιούνται σε τοπικό επίπεδο και αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά τον τρόπο λειτουργίας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
Από τις επιδοτήσεις στις επενδύσεις και στην ποιότητα
Αναφερόμενος στον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό της ελληνικής γεωργίας, ο υπουργός υποστήριξε ότι το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας δεν βρίσκεται στον όγκο της παραγωγής, αλλά στην ποιότητα και στην προστιθέμενη αξία των προϊόντων της.
Έφερε ως παράδειγμα τη μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου στη Μακεδονία, όπου παλαιότερες καλλιέργειες, όπως ο καπνός, έδωσαν τη θέση τους σε εξαγωγικά προϊόντα υψηλής αξίας, όπως τα ακτινίδια, τα κεράσια και τα σπαράγγια.
Στο πλαίσιο αυτό, απέδωσε στον ιδιωτικό τομέα καθοριστικό ρόλο στον εντοπισμό νέων αγορών και επενδυτικών ευκαιριών, ενώ για την πολιτεία προσδιόρισε την ευθύνη διαμόρφωσης ενός ευέλικτου θεσμικού πλαισίου, ενός αποτελεσματικού συστήματος αγροτικών πληρωμών και της εξασφάλισης των αναγκαίων ευρωπαϊκών πόρων.
Η παρέμβαση του υπουργού πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του στρογγυλού τραπεζιού του Cantina Academy, το οποίο συγκέντρωσε εκπροσώπους της πολιτείας, της αγροτικής παραγωγής, της πανεπιστημιακής έρευνας, της χρηματοδότησης, των επενδύσεων, της ενέργειας και της αγοράς, με αντικείμενο τις επιλογές που θα καθορίσουν το μέλλον της ελληνικής πρωτογενούς παραγωγής έως το 2040.