Βασίλης Λογοθετίδης: Ο Έλληνας «βασιλιάς των κωμικών» έφυγε πριν 60 χρόνια σαν σήμερα

«Ο Ηλίας του 16ου», «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Τα κίτρινα γάντια» ήταν μόνο μερικές από τις προσωπικές του θεατρικές επιτυχίες που θα μπορούσαν να είχαν τη δική του ασπρόμαυρη σφραγίδα στη μεγάλη οθόνη - Τα σοβαρά προβλήματα υγείας δεν του το επέτρεψαν

«Έπαιζαν κωμωδία ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών του» είχαν πει για τον ανεπανάληπτο κωμικό ερμηνευτή, ο οποίος υπήρξε η έμπνευση, ο οδηγός και ουσιαστικά ο γεννήτορας όλων των μετέπειτα αγαπημένων κωμικών ηθοποιών του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου.
Όλοι τους πάτησαν στην πραγματικότητα πάνω στους δικούς του κώδικες, ακολούθησαν τα δικά του ερμηνευτικά τερτίπια, αφομοιώνοντας τις ματιές, τις εκφράσεις, τις αδιόρατες παύσεις και τις αποχρώσεις στην ερμηνεία του. Πίσω από το δικό μας γέλιο, πάντα κρυβόταν ένα δάκρυ του αυτοδημιούργητου μικροαστού που έπλαθε, πίσω από την κακοτυχία της μεταπολεμικής Ελλάδας, φανερωνόταν η αντιφατική αθωότητα της ματιάς του, η αφοπλιστική πονηριά και η αυθεντική ρωμέικη ψυχή του. Γιατί για τον Βασίλη Λογοθετίδη, το γέλιο βγήκε από την ψυχή του…




«Δεν παραδεχόμουνα να βγαίνω στη σκηνή και να βλέπω τον κόσμο να γελά μαζί μου!»

«Δεν μου περνούσε ποτέ απ' την ιδέα ότι εγώ είμαι κωμικός. Έφυγα από την Πόλη, που παίζαμε τότε ερασιτεχνικώς εγώ μαζί με τον Παντόπουλο, τον Αυλωνίτη και μερικούς άλλους κ' ήρθα στο θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Τότε ο θίασος είχε κωμικό τον Βασίλη τον Αργυρόπουλο. Εγώ πήγαινα για δραματικός ηθοποιός... Εδώ που τα λέμε δεν το χώνευα το «κωμικικλήκι». Δεν το θεωρούσα είδος θεατρικό, βρε αδερφέ! Μ' αρέσανε οι δραματικοί ρόλοι. Όταν η Μαρίκα μου 'δωσε να παίξω τον πρώτο κωμικό ρόλο έγινα έξω φρενών και κόντεψα να φύγω από τη δουλειά! Ηπείλησα παραίτησι! Κατ' ουδένα τρόπον δεν παραδεχόμουνα να βγαίνω στη σκηνή και να βλέπω τον κόσμο να γελά μαζί μου!» (από συνέντευξή του, το 1929)





TRIVIA
  • Με καταγωγή από τον Πόντο, το πραγματικό του όνομα ήταν Βασίλης Ταυλαρίδης. Tο Λογοθετίδης το καθιέρωσε αργότερα με το ντεμπούτο του στο θέατρο.
  • Γεννημένος στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης, μεγάλωσε και έζησε στην Κωνσταντινούπολη, όπου αποφοίτησε από το περίφημο Ζωγράφειο Γυμνάσιο της Κωνσταντινούπολης.
  • Το 1916 εμφανίσθηκε ερασιτεχνικά σε θεατρική σκηνή της Κωνσταντινούπολης κάνοντας μεγάλη εντύπωση.
  • Η πρώτη του εμφάνιση στο θέατρο ως επαγγελματίας πλέον ηθοποιός στην Αθήνα, είναι το 1919 με τον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη. Συνεργάστηκαν για 27 ολόκληρα χρόνια.
  • Γίνεται θιασάρχης το 1946, με ρεπερτόριο που δίνει έμφαση στη νεοελληνική κωμωδία.
  • Έπαιξε σε περισσότερες από 110 ελληνικές κωμωδίες, πάνω από 200 θεατρικά έργα του διεθνούς δραματολογίου και 12 ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες.
  • Η θρυλική σκηνή «Τσίριο Μανώλη» από την ταινία «Ένα βότσαλο στη λίμνη» με τον Λογοθετίδη να πίνει ουίσκι και να πνίγεται ήταν τόσο ρεαλιστική που οι τεχνικοί διέκοψαν το γύρισμα για να τον σώσουν.
  • Τα δύο του αδέλφια ζούσαν μακριά. Η αδελφή του στην Αμερική και ο αδελφός του στην Κωνσταντινούπολη.
  • Όσοι τον έζησαν, περιγράφουν έναν μοναχικό άνθρωπο που απέφευγε τις κοσμικές εμφανίσεις, έμενε μόνος του στο Παλαιό Φάληρο και είχε αφιερώσει τη ζωή του στο θέατρο.
  • Οι γείτονες του τον θυμούνται να τρώει καθημερινά μόνος, σε εστιατόριο της γειτονιάς του.
  • Στις περισσότερες εμφανίσεις του, παρτενέρ του ήταν η Ίλια Λιβυκού, με την οποία υπήρξαν ζευγάρι και στη ζωή, χωρίς όμως ποτέ να παντρευτούν.
  • Το 1957 είχε πάθει έμφραγμα και παρά τις συστάσεις των γιατρών συνέχιζε κανονικά τις επαγγελματικές του δραστηριότητες.
  • Πέθανε στο σπίτι του στο Παλαιό Φάληρο το απόγευμα του Σαββάτου 20 Φεβρουαρίου 1960   σε ηλικία 62 ετών, ενώ ετοιμαζόταν να πάει στο θέατρο του. Την ώρα που ξυριζόταν, έπαθε καρδιακή προσβολή. Η οικιακή βοηθός άκουσε έναν ασυνήθιστο θόρυβο και έτρεξε στο μπάνιο, όπου τον βρήκε νεκρό.
  • Είχε εξομολογηθεί στους φίλους του ότι θα ήθελε να πεθάνει στο θέατρο.
  • Η κηδεία του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών έγινε δημοσία δαπάνη και με εντολή του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι είχαν πλημμυρίσει τους δρόμους γύρω από τη Μητρόπολη Αθηνών.
  • Ανάμεσα στα εκατοντάδες στεφάνια στη μνήμη του, ξεχώρισε ένα που έγραφε: «Ανώνυμος θεατής απ’ την πλατεία».


  • Είπαν για τον Βασίλη Λογοθετίδη




    Δημήτρης Χορν

    Αν δεν υπήρχε το εμπόδιο της γλώσσας, θα είχε αναγνωριστεί από όλο τον κόσμο ως ένας από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της εποχής μας.












    Δημήτρης Μυράτ
    «Ο Λογοθετίδης δεν ήταν φυσικά αλκοολικός, αλλά έπινε πολύ, κι όταν ακόμα του το είχαν απαγορεύσει οι γιατροί. Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι φεύγαμε μαζί από το θέατρο Μουσούρη. Είχεν εγερθή κάποια διαφορά μεταξύ του Κώστα Μουσούρη και της τριάδας Λαμπέτη – Παππά – Χορν για τη «Λουίζα Μίλερ» του Σίλερ. Την είχαν αναγγείλει και τη διεκδικούσαν και οι δύο θίασοι. Αποφασίσαμε να λύσουμε τη διαφορά με διαιτησία και οι αντίδικοι δέχτηκαν τον μακαρίτη, την Κατερίνα και μένα. Φεύγοντας απ’ το θέατρο της πλατείας Καρύτση, σταθήκαμε στου Αγαλλιώτη, γιατί του είχε κοπεί λίγο η ανάσα. Είχε πιει πολλά ούζα στη διάρκεια της συνεδριάσεως και τον είχε λίγο πειράξει. Τότε, με το θάρρος της παλιάς φιλίας, τον ρώτησα γιατί αυτοκτονεί. «Το είπες, αυτοκτονώ» μου απάντησε χαμηλόφωνα, χωρίς ίχνος ρομαντικής διαθέσεως. Λίγοι, στενοί κοινοί φίλοι, πληροφορήθηκαν αυτή τη στιχομυθία. Και ξέραμε πια πως κάθε προσπάθεια να τον πείσουμε να ξεκουραστεί κανένα καλοκαίρι θα ήτανε μάταιη, αφού είχαμε μαντέψει πως ήθελε να πεθάνει στη σκηνή.


    Πώς μπορούσε να συνταιριαστεί η ηθελημένη αποχώρηση από τη ζωή με μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του, τη θρησκευτικότητα, δεν κατάλαβα. Μεγαλωμένος στην Πόλη, στην χριστιανική της ατμόσφαιρα, που χρησίμευε σαν πανοπλία μέσα στο εχθρικό περιβάλλον, ήξερε όλα τα τροπάρια και όλα τα κοντάκια, και τα στιχηρά και τα ιδιόμελα, κι όταν τύχαινε, σε κάπως παλιότερα χρόνια, να πάμε μαζί στην εκκλησία, τον άκουγα να σιγοψέλνει τις υπέροχες βυζαντινές μελωδίες, με μια κατάνυξη που μόνο εκείνοι που είχαν ζήσει στις χώρες του αλύτρωτου ελληνισμού μπορούσανε να νιώσουν. Ίσως αυτός ο αργός θάνατος να μην του φαινότανε, έξω από τις λίγες στιγμές που το συνειδητοποιούσε από κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, πραγματική αυτοκτονία. Ποιος ξέρει; Μια φορά είναι βέβαιο πως δεν κοιμήθηκε ποτέ νύχτα χωρίς να προσευχηθεί. Και δεν ήταν η προληπτική συνήθεια ή η συναλλαγή που επιζητούν πολλοί άνθρωποι με το θείο, αλλά ήταν η προσευχή ενός θρησκευόμενου ανθρώπου που θέλει στο τέλος της ημέρας να ξεφορτώσει τη βαρημένη ψυχή του.


    Δεν υπήρξε ποτέ ωραίος, αλλά είναι κι αυτό ένα παράξενο χαρακτηριστικό των κωμικών, αρέσουν στις γυναίκες. Ο Λογοθετίδης είχε εξαιρετική επιτυχία. Σκυλιάζαμε οι νεότεροι του θιάσου, ο Μινωτής, εγώ, παριστάναμε τους καρδιοκατακτητές επί σκηνής, τις κατακτήσεις εκτός θεάτρου τις είχε εκείνος!



    Δημητρης Ψαθάς

    Ναι, αγαπάει το νεοελληνικό έργο, αλλά ο ίδιος είναι συμφορά για κάθε ευσυνείδητο συγγραφέα. Γιατί είναι αδύνατον να καταλάβει ο συγγραφέας εάν η επιτυχία οφείλεται στο έργο ή στον πρωταγωνιστή!






    Βύρων Πάλλης

    Είχε γίνει έξαλλος με την αργία της Δευτέρας. Όταν πετύχαμε την αργία της Δευτέρας, δεν ήξερε τι να κάνει τις Δευτέρες. Πήγαινε στο θέατρο κι έφτιαχνε τις γλάστρες, τα καθίσματα και την Τρίτη που πηγαίναμε με φώναζε:
    «Πάλλης!»
    «Μάλιστα, αρχηγέ».
    «Δε μου λες, σε παρακαλώ, ξεκουράστηκε ο Μεσολογγίτης;», (Μεσολογγίτης ήταν ο πρόεδρος του σωματείου που είχε πετύχει την αργία) «γιατί αυτός έχει κουραστεί πολύ».
    «Μα γιατί, βρε άνθρωπε του Θεού, δε θέλεις να ξεκουραστείς μια μέρα;»
    «Ποτέ, ποτέ, ποτέ!»










       Καίτη Λαμπροπούλου

    Ήταν άνθρωπος που, χωρίς να το θέλει, σε ενέπνεε σεβασμό. Εμείς πάντα του μιλούσαμε στον πληθυντικό. Ήταν πάρα πολύ σεμνός. Φοβάμαι ότι δεν είχε αντιληφθεί τη μεγαλοσύνη του ταλέντου του. Γιατί ήταν χαμηλών τόνων. Ποτέ δεν τον θυμάμαι να μας έχει μαλώσει, να είναι εκνευρισμένος. Ήταν πάντα μειλίχιος. Βεβαίως είχε τρακ. Τόσο τρακ που δεν αντιλαμβανόταν τι γινόταν γύρω του. Θυμάμαι, είχαμε πρεμιέρα σ’ ένα έργο και τελειώνει το πρώτο μέρος καταϊδρωμένος, γιατί άλλαζε 3-4 φανέλες σε κάθε παράσταση από το άγχος και την ένταση που έβγαζε. Βγαίνοντας του λέμε «μπράβο, συγχαρητήρια, ήσασταν πάρα πολύ καλός». «Τι καλός;» μας απαντάει. «Καλά, δεν ακούσατε, τέσσερα χειροκροτήματα είχατε». «Ποια χειροκροτήματα, δεν πήρα είδηση!» Δεν πήρε είδηση! Τόσο τρακ είχε!
    Είχε ορισμένες ενοχλήσεις απ’ την καρδιά του και τις στιγμές που αισθανόταν πιο ζορισμένος, γύριζε την πλάτη του στο κοινό, είχε κάτι υπογλώσσια, τα έβαζε στο στόμα του και συνέχιζε την παράσταση.
    Θυμάμαι μια φορά, στα τελευταία του ήτανε, που τον είδα να είναι έτοιμος να βγει στη σκηνή και να είναι πολύ καταβεβλημένος. Λέω, τώρα πώς θα βγει, και ήταν ο ρόλος του τεράστιος, όλο το έργο ήταν στους ώμους του. Και ξαφνικά βγαίνει στη σκηνή και ήταν άλλος άνθρωπος. Ήταν ο μεγάλος ηθοποιός. Ούτε στιγμή δεν καταλάβαινες πως αυτός ο άνθρωπος ίσως κάπου να πονούσε, ίσως κάπου να ήταν κουρασμένος. Καθόλου. Ήταν λιοντάρι.



    Μ. Καραγάτσης
    Παρακολουθώντας προχθές το «Δελησταύρου και Υιός» και γελώντας με την καρδιά μου, αναρωτιόμουν: θα κατόρθωνα άραγε έστω και να μειδιάσω αν τον ρόλο του Λογοθετίδη τον έπαιζε οποιοσδήποτε άλλος από τους ηθοποιούς μας, έστω και ισάξιος του Βασίλη στο ταλέντο; Χμ… Φοβάμαι πως μάλλον θα χασμουριόμουν. Συνεπώς φρονώ ότι πράξις δικαιοσύνης είναι να παραδεχθούμε πως δημιουργοί του «Δελησταύρου και Υιός» δεν είναι μόνον δύο, αλλά τρεις: Γιαννακόπουλος – Σακελλάριος – Λογοθετίδης.





    Ελένη Χαλκούση.
    Μόλις είχαμε ανεβάσει στο Ρεξ τη θεατρική διασκευή της Μαντάμ Μποβαρύ του Γκαστόν Μπατύ με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Κύριος Ωμάς, ο Βασίλης Λογοθετίδης. Κυρία Ωμάς, εγώ. Σε κάποια στιγμή το ζεύγος Ωμάς ανησυχούσαμε για τον δρόμο που έπαιρνε ο παραγιός μας ο Ζουστέν, που τον έπαιζε ο Τάκης Γαλανός και ο Λογοθετίδης με φώναζε κοντά του για να μου δείξει τα βιβλία που διάβαζε ο προστατευόμενος μας και που δικαιολογούσαν τις ανησυχίες μας.
    Ένα βράδυ την ώρα που κοίταζα το βιβλίο δίπλα του, ο Βασίλης μου ψιθύρισε μια φράση άσχετη με το έργο, που τη βρήκα τόσο αστεία ώστε με δυσκολία κράτησα τα γέλια μου.
    «Βρε με το τίποτα γελάς εσύ;» μου είπε όταν κατεβήκαμε από τη σκηνή.
    Το άλλο βράδυ από τον φόβο μου μην επαναληφθεί το ίδιο αστείο, όταν ήλθε αυτή η σκηνή, πήρα με σπουδή το βιβλίο από τα χέρια του Βασίλη και απομακρύνθηκα, καρφώνοντας προσεχτικά τα μάτια μου στην ανοιχτή σελίδα. Φαντάζεστε τι έγινε όταν αντιλήφθηκα ότι ο Βασίλης είχε κολλήσει στις ανοιχτές σελίδες καρτ ποστάλ ακατάλληλου περιεχομένου, έναν σάτυρο με προτεταμένο πέος. Βιαστικά έκλεισα το βιβλίο προσπαθώντας να κρατήσω τη σοβαρότητά μου, άπλωσα το χέρι μου να του το επιστρέψω, αλλά ο Βασίλης με κράτησε σφιχτά με το ένα χέρι, ξανάνοιξε το βιβλίο στην επίμαχη σελίδα και βάζοντάς το κάτω από τα μάτια μου, επαναλάμβανε σοβαρά και θυμωμένα: «Όχι, κοίταξε τι διαβάζει ο προκομμένος ο Ζουστέν! Όχι, παρακαλώ κοίταξε, πρέπει να κοιτάξεις.» Το μαρτύριό μου βάσταξε ως τη στιγμή που κατόρθωσα να του ξεφύγω και να βγω από τη σκηνή χωρίς να πω λέξη από το κείμενό μου κι ο Βασίλης με κυνηγούσε ως τα παρασκήνια φωνάζοντας: «Κοίταξε κυρία Ωμάς, παρακαλώ, κοίταξε!».





    Σμάρω Στεφανίδου

    Παίζαμε, αν δεν απατώμαι, ένα έργο του Τζαβέλα, «Η Γυνή να φοβήται τον Άντρα», ήταν η τελευταία παράσταση νομίζω, ή η προτελευταία, και πήγα εκεί, και βγαίνει η ταμίας και μου λέει, έτσι στεγνά, από αυτά που δεν τα πιστεύει κανείς, «Ο Λογοθετίδης πέθανε!»… Τι αντίδραση, δε θυμάμαι… δεν το πίστεψα… ανέβηκα πάνω κι όταν το διαπίστωσα αυτό το πράγμα… ήταν πολύ θλιβερό… Η δε κηδεία του ήταν ένα πράγμα… τι να σου πω δηλαδή, όλη η Αθήνα τον ακολούθησε… τον αγαπούσανε πολύ, ήταν αξιαγάπητος… και τον ραίνανε με λουλούδια και, θα σου φανεί περίεργο, γελούσανε και χειροκροτούσανε! Λες κι είχε την τελευταία του πρεμιέρα.


    Γιώργος Λαζαρίδης
    Θυμάμαι σαν τώρα τη σκηνή, όταν τον περίμενα στο καμαρίνι να τελειώσει την παράσταση. Έπαιζε τότε στο θέατρο «Αθηνών» την κωμωδία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» και όταν έκλεισε η αυλαία ήρθε στο καμαρίνι του μούσκεμα στον ιδρώτα και σωριάστηκε πτώμα σε μια καρέκλα. Άκουσε ευγενικά την πρότασή μου να παίξει στην ταινία «Ένας βλάκας και μισός» μια και ήταν από τις μεγαλύτερες θεατρικές του επιτυχίες. Με κοίταξε με ένα βλέμμα που ήταν παράπονο και μαζί αποδοχή της μοίρας, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω:
    -Γιατί να σε κάψω; Μου είπε. Φοβάμαι ότι δε θα προλάβω να σου τελειώσω το γύρισμα, είμαι πολύ κουρασμένος.
    Είχε πάρει το μήνυμα. Σε ένα μήνα πέθανε.



    Δείτε το αφιέρωμα του Αρχείου της ΕΡΤ στη μνήμη του Βασίλη Λογοθετίδη   https://www.ert.gr/arxeio-afierwmata/vasilis-logothetidis-20-fevroyarioy-1960/
    Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

    Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr