Αρχαία Άπτερα: Εκεί που οι Σειρήνες έχασαν από τις Μούσες τα φτερά τους

Το μοναδικό αναστηλωμένο αρχαίο θέατρο της Κρήτης βρίσκεται πάνω από τον κόλπο της Σούδας και συμπυκνώνει 3.000 χρόνια ιστορίας - Εδώ υποτίθεται ότι έγινε μουσικός αγώνας ανάμεσα στις Μούσες και τις Σειρήνες, στον οποίο νίκησαν οι Μούσες και οι Σειρήνες έχασαν τα φτερά τους

Αφήνοντας πίσω τα Χανιά και ακολουθώντας τον δρόμο προς τα ανατολικά, με τον κόλπο της Σούδας να εμφανίζεται και να χάνεται ανάμεσα στις στροφές, αρχίζεις σταδιακά να αντιλαμβάνεσαι ότι η επιλογή αυτού του υψώματος δεν υπήρξε καθόλου τυχαία. Περίπου δεκαπέντε χιλιόμετρα νοτιοανατολικά των Χανίων, πάνω στο Παλιόκαστρο, η αρχαία πόλη της Απτέρας κατείχε μια άκρως σημαίνουσα θέση καθώς στα αρχαία χρόνια μπορούσαν από εδώ να εποπτεύουν και να ελέγχουν τον κόλπο της Σούδας και μαζί του έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους δρόμους της δυτικής Κρήτης.

Ενδεικτικά της μεγάλης σημασίας της αρχαίας Απτέρας είναι τα δύο επιβλητικά της λιμάνια, όπως μαρτυρούσαν τα γραπτά του Στράβωνα και του Πλινίου: η αρχαία πόλη Μινώα, το σημερινό Μαράθι, και η Κίσσαμος, η περιοχή ανάμεσα στο Καλάμι και στις Καλύβες, που μετέτρεπαν τη γεωγραφία σε οικονομία και την εποπτεία του τοπίου σε πολιτική δύναμη. Μια ματιά από ψηλά αρκεί για να αποκαλυφθεί η μεγαλοπρέπεια του τόπου: η Σούδα απλώνεται από κάτω σαν ένας τεράστιος φυσικός χάρτης, απέναντι υψώνονται τα Λευκά Ορη και γύρω από το πλάτωμα διακρίνεται μια ενδοχώρα αρκετά εύφορη ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξη ανεπτυγμένων πόλεων στα ίδια μέρη από την αρχαιότητα.

Ακόμα και γι’ αυτούς που αγνοούν την Ιστορία, το εντυπωσιακό τοπίο και η θέση μιλούν από μόνα τους, προτού καν αντικρίσει κανείς τα τείχη, τις τεράστιες ρωμαϊκές δεξαμενές ή το θέατρο, όπου δίνονται ακόμα παραστάσεις και συναυλίες, όπως αυτή που έκλεισε με τον πιο ατμοσφαιρικό τρόπο το 14ο Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων.

Η συναυλία που έκλεισε το 14ο Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου

Οι Σειρήνες έμειναν άπτερες

Ακόμη και το όνομα Απτερα χρήζει πολλαπλών εξηγήσεων που αναμειγνύουν μυθολογικά και ιστορικά στοιχεία. Οι εκδοχές είναι περισσότερες από μία, αλλά εκείνη που αποδείχθηκε πιο εύρωστη ποιητικά θέλει τις Μούσες και τις Σειρήνες να αναμετρώνται εδώ σε έναν μουσικό αγώνα. Νικήτριες αναδείχθηκαν οι Μούσες και οι ηττημένες Σειρήνες έχασαν ή πέταξαν τα λευκά φτερά τους στη θάλασσα, έμειναν, δηλαδή, άπτερες.

Δεν είναι τυχαίο που, σε αυτήν την πόλη, με τον ιδρυτικό της μύθο να περιστρέφεται γύρω από έναν μουσικό αγώνα, η μουσική επιστρέφει αιώνες αργότερα. Πέρα, όμως, από μια παράδοξη προφητεία ο μύθος εξηγεί την πολλαπλή και σημαίνουσα ιστορία της Απτέρας. Ενδεικτικά, η βαθιά διάρκεια και το ιστορικό παλίμψηστο είναι ουσιαστικά αυτός ο άκρως σημαντικός για την Ιστορία μας τόπος: το τοπωνύμιο Aπτερα εμφανίζεται ήδη ως a-pa-ta-wa σε πινακίδα Γραμμικής Β’ της Κνωσού, του 14ου-13ου αιώνα π.Χ., αν και η ακριβής θέση εκείνου του πρώιμου οικισμού δεν είναι βέβαιη. Στους ιστορικούς χρόνους η Aπτερα εξελίχθηκε σε μία από τις ισχυρές πόλεις-κράτη της Κρήτης, έκοψε δικό της νόμισμα, απέκτησε εκτεταμένες πολιτικές και εμπορικές σχέσεις και, πριν από τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., περιέβαλε τον πυρήνα της με μια εντυπωσιακή οχύρωση μήκους 3.480 μέτρων.

Εν ολίγοις, δεν ήταν μια απομονωμένη πόλη στην άκρη του ελληνικού κόσμου, όπως ίσως εύκολα θα φανταζόταν κανείς σήμερα περπατώντας μέσα στη σιωπή της. Οι γενναίοι Απτεραίοι εμφανίζονται στις πολεμικές και διπλωματικές περιπέτειες της εποχής ως οι περίφημοι τοξότες που υπηρετούσαν ακόμη και ως μισθοφόροι μακριά από την Κρήτη -με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της συστράτευσής τους στο πλευρό των Λακεδαιμονίων-, ενώ κατά την ελληνιστική περίοδο η πόλη διατηρούσε σχέσεις με ισχυρά κέντρα και βασίλεια, από τους Πτολεμαίους και την Πέργαμο μέχρι και πόλεις της Μικράς Ασίας. Το 183 π.Χ. ήταν μία από τις 31 κρητικές πόλεις που συνήψαν συνθήκη με τον Ευμένη Β’ της Περγάμου.

Χαρακτηριστικά της επιβλητικής δύναμης της Αρχαίας Απτέρας είναι τα εντυπωσιακά της τείχη που κατασκευάστηκαν ως εξελιγμένο αμυντικό σύστημα, προσαρμοσμένο στη μορφολογία του λόφου, με πύργους στα ευάλωτα σημεία και προβλέψεις για τις νέες πολιορκητικές μηχανές της εποχής. Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει ίχνη πραγματικής πολιορκίας: βλήματα καταπελτών και σφενδονών, αιχμές δοράτων και βελών, υλικά κατάλοιπα μιας βίας που το σημερινό τοπίο έχει απορροφήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Οι πρώτες σύγχρονες ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή το 1862 και το 1864, ενώ η συστηματική έρευνα στον πυρήνα της πόλης άρχισε τη δεκαετία του 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Οι Ρωμαίοι και οι σεισμοί

Και ύστερα ήρθαν οι Ρωμαίοι - και μαζί τους μια άλλη αντίληψη της πόλης. Η Απτερα παραδόθηκε στη Ρώμη το 67 π.Χ. χωρίς να καταστραφεί και γνώρισε νέα περίοδο ακμής, κυρίως κατά τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., όταν αναδιαμορφώθηκαν μεγάλα δημόσια έργα: λουτρά, δεξαμενές, κατοικίες, ναοί, το θέατρο. Και ίσως τίποτα να μην αποδίδει καλύτερα αυτή την αίσθηση μιας οργανωμένης ρωμαϊκής πόλης από αυτές τις παράδοξες, μνημειακές, σχεδόν υπερβατικές θολωτές δεξαμενές που μοιάζουν να έχουν σχεδιαστεί περισσότερο για να προκαλούν δέος παρά για λειτουργικούς λόγους, όπως είναι η συγκράτηση των υδάτων.

Αυτό, βέβαια, από μόνο του μαρτυρά ότι κάτω από την αρχιτεκτονική μεγαλοπρέπεια κρύβεται η πολύ πρακτική ιδιοφυΐα μιας πόλης που έπρεπε να εξασφαλίσει την καθημερινή της λειτουργία πάνω σε ένα ύψωμα. Οι δεξαμενές τροφοδοτούσαν τα λουτρά. Ωστόσο, ο μεγάλος σεισμός του 365 μ.Χ., που έπληξε την ανατολική Μεσόγειο, κατέστρεψε πολλά από τα μνημεία της Απτέρας και σφράγισε τη φθίνουσα παρακμή της. Η αρχαία πόλη θα εγκαταλειφθεί οριστικά κατά τον 7ο αιώνα, όταν θα χτυπηθεί από έναν νέο ισχυρό σεισμό και από μαζικές επιδρομές των Αράβων. Επρεπε, επομένως, να περάσουν πολλοί αιώνες και να φτάσουμε στον εύρωστο, για τον πολιτισμό της Κρήτης, 16ο και 17ο αιώνα, για να δούμε νέα σημαίνοντα κτίσματα, όπως το μετόχι του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου, άμεσα συνδεδεμένο με τη Μονή της Πάτμου, που δεσπόζει ακόμα στην περιοχή.

Πολύ αργότερα, μέσα στον 19ο αιώνα και ενώ η Κρήτη συγκλονιζόταν από εξεγέρσεις, οι Οθωμανοί έχτισαν στα βορειοανατολικά το φρούριο που γνωρίζουμε ως Κουλέ της Απτέρας ή Φρούριο Σουμπασή. Το εντυπωσιακό -και σχεδόν βίαιο στη συμβολική του ακρίβεια- είναι ότι κατασκευάστηκε με οικοδομικό υλικό παρμένο από την αρχαία πόλη και την οχύρωσή της. Ακριβώς γι’ αυτό η Απτερα θυμίζει ένα μοναδικό παλίμψηστο εξουσιών, ανθρώπων και χρόνων. Γι’ αυτό ακριβώς και σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΥΠΠΟ ο αρχαιολογικός χώρος της Απτέρας σήμερα δέχεται τον μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών στον Νομό Χανίων. Σημαντικό είναι ότι μετά την αποκατάσταση του αρχαίου θεάτρου, το 2015, ακολούθησαν νέα βελτιωτικά έργα τα οποία εξαγγέλθηκαν το 2019 από το υπουργείο Πολιτισμού και την υπουργό Λίνα Μενδώνη σε συνεργασία με την Περιφέρεια Κρήτης και αφορούν τη βελτίωση και την κατασκευή νέων διαδρομών επίσκεψης, τη βελτίωση των περιβαλλόντων χώρων και τον γενικότερο εξωραϊσμό του αρχαιολογικού χώρου. Σήμερα, το θέατρο, λειτουργικό πια και ανοιχτό στο κοινό, δεσπόζει ως ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της χώρας.

Η ανάδειξη του θεάτρου

Παρότι μικρό σε μέγεθος, σε σχέση με τα υπόλοιπα αρχαία και ρωμαϊκά θέατρα, το θέατρο της Απτέρας εντυπωσιάζει με την τοποθεσία και τον χαρακτήρα του. Για την ακρίβεια, γνώρισε τρεις βασικές οικοδομικές φάσεις (ελληνιστική, πρώτη ρωμαϊκή και δεύτερη ρωμαϊκή), ενώ η συστηματική ανασκαφή και αποκατάστασή του ολοκληρώθηκε ύστερα από εντατικές εργασίες που το επανέφεραν στο φως και το παρέδωσαν ξανά στο κοινό πριν από μια δεκαετία - το 2015.

Σήμερα χωρά περίπου 350 θεατές και είναι το μοναδικό αναστηλωμένο αρχαίο θέατρο της Κρήτης. Αυτό σημαίνει, για όποιον έχει βιώσει από κοντά κάποια από τις μαγικές παραστάσεις που λαμβάνουν χώρα εδώ, ότι αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την εγγύτητα ανάμεσα στους θεατές που συγκεντρώνονται για να παρακολουθήσουν ένα προϊόν υψηλής τέχνης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι καταληκτικές συναυλίες του 14ου Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου Χανίων στις 3 και 4 Σεπτεμβρίου με τον τίτλο «Παράδοση & Μνήμη» πραγματοποιήθηκαν στο Θέατρο της Αρχαίας Απτέρας, ολοκληρώνοντας τους φετινούς «Διαλόγους μέσα στον χρόνο». Το πρόγραμμα έφερε μαζί τρεις διαφορετικούς μουσικούς κόσμους: τον Νίκο Σκαλκώτα, τον Ζόλταν Κόνταϊ και τον Γιόχαν Μπραμς. Θα μπορούσε να μοιάζει με μια ανατρεπτική επιλογή για έναν αρχαιολογικό χώρο, αλλά το ζητούμενο για τον καλλιτεχνικό διευθυντή του 14ου Φεστιβάλ Δωματίου Χανίων Γιώργο Μαθιουλάκη δεν ήταν να ακουστεί μια μουσική που θα μιμηθεί την υποτιθέμενη... αρχαιοπρέπεια του τοπίου, ούτε να χρησιμοποιηθεί η Απτέρα ως θεαματικό φόντο για μια ωραία καλοκαιρινή συναυλία, αλλά να δημιουργηθεί μια πραγματική, ουσιαστική συνομιλία με το σήμερα.

Η Σονάτα για σόλο βιολί του 1925 έδειξε να αφήνεται έτσι στα σαγηνευτικά χέρια του Γιώργου Δεμερτζή, ενός μουσικού που έχει συνδέσει επί δεκαετίες την ερμηνευτική του διαδρομή με την ανάδειξη του έργου του μεγάλου Ελληνα συνθέτη. Η αντισυμβατικότητα αυτής της αντιστοιχίας, δηλαδή της νεωτερικής και άκρως απαιτητικής φωνής ενός Ελληνα δημιουργού του 20ού αιώνα, μέσα σε ένα ελληνιστικό και ρωμαϊκό θέατρο, επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την επιλογή «Διάλογοι μέσα στον χρόνο» για το φετινό Φεστιβάλ. Από τη μία φωνή η δημιουργική αυτή ανέλιξη έφερε τις δύο. Το «Ντούο για βιολί και βιολοντσέλο, έργο 7», που ο Κόνταϊ έγραψε το 1914, ερμήνευσαν η διεθνούς φήμης Γεωργιανή/Τουρκάλα κλασική βιολονίστρια Βέριχο Τσουμπουρίντζε, η οποία θεωρείται μία από τις σημαντικότερες και πιο χαρισματικές εκπροσώπους της νέας γενιάς σολίστ παγκοσμίως, και η Ολλανδή κλασική τσελίστρια Ελα φαν Πούκε - δύο φωνές που δείχνουν πως διάλογος είναι η ικανότητα δύο φωνών να συνυπάρχουν χωρίς να αποκλείει η μία την άλλη.

Ο ανοιχτός διάλογος μέχρι σήμερα

Το ίδιο ακριβώς κατάφερε, με τον δικό του ανορθόδοξο τρόπο, αυτός ο τόπος επί τρεις χιλιετίες: Μινωίτες και Δωριείς, ελληνιστικός κόσμος και Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, μοναχοί και Οθωμανοί, αρχαιολόγοι και σημερινοί επισκέπτες έχουν αφήσει επάνω του ίχνη που συνυπάρχουν σε αγαστή συμφωνία. Κάτι αντίστοιχο, όμως, συνέβη και με τον Μπραμς που μετέτρεψε ιδανικά τις αντιθέσεις σε πληρότητα.

Το Κουιντέτο εγχόρδων αρ. 2 σε σολ μείζονα, έργο 111, με το οποίο ολοκληρώθηκε το φετινό φεστιβάλ, συνένωσε στον χώρο της αρχαίας ορχήστρας πέντε μουσικούς: τη Βέριχο Τσουμπουρίντζε και τον κορυφαίο Τσέχο βιολονίστα και μέχρι πρότινος συντελεστή της Τσέχικης Φιλαρμονικής Ορχήστρας Γιόζεφ Σπάτσεκ στο βιολί και τον διεθνή Μαρκ Σαμπάχ (τον έχουμε χαρεί να παίζει και στα μέρη μας, στο Μουσείο της Ακρόπολης) στη βιόλα μαζί με τον Δανοαμερικανό βιολιστή και βιολονίστα Ντέιβιντ Μπόγκοραντ, αλλά και την Ελα φαν Πούκε στο βιολοντσέλο. Πέντε άνθρωποι μέσα σε ένα μικρό αρχαίο θέατρο, κάτω από τον κρητικό ουρανό, έδειξαν με τον δικό τους τρόπο ότι η δύναμη της μουσικής είναι αυτή που μπορεί να ζωντανέψει όχι μόνο τις πέτρες, αλλά να αποκαταστήσει με τον ιδανικότερο τρόπο την αρχική του λειτουργία: μια απόδειξη ότι τα αρχαία τοπόσημα ζωντανεύουν χάρη στους ανθρώπους.

Η πόλη που έλεγχε τη Σούδα, έστελνε τοξότες σε ξένους πολέμους, διαπραγματευόταν με βασίλεια, έχτιζε τείχη και δεξαμενές, χτυπήθηκε από σεισμούς, εγκαταλείφθηκε και χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως λατομείο για τις επόμενες εξουσίες, δίνει τη θέση της σε ένα θέατρο που ζωντανεύει ξανά. Γι’ αυτό η Απτερα είναι ένας χώρος ζωντανός από τους πιο σημαντικούς σε αυτόν τον τόπο και έχει κάτι αναλλοίωτο, που μεταμορφώνεται διαρκώς, όπως οι μελωδίες που περνούν από το ένα όργανο στο άλλο, και υπάρχει όχι μόνο όταν τη βλέπεις, αλλά και όταν την ακούς.

Φωτογραφία: Shutterstock
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr